Μαρία Μπρα – Η μπουγάδα

Απόσπασμα από το βιβλίο της Μαρίας Μπρα «Sultani – Από τη Μικρασία στην Κρήτη»

Η μπουγάδα

20 χρόνια μετά – Αγιόλακκα, Ηράκλειο

Είναι άνοιξη του ’44 και η πολεμική μηχανή του Χίτλερ που ταλανίζει τη χώρα, έχει φτάσει και στην Αγιόλακκα. Η Ελένη, 36 χρονών πλέον, είναι παντρεμένη με τον Γιώργη και μητέρα εφτά παιδιών, τριών αγοριών και τεσσάρων κοριτσιών. Η ρουτίνα της καθημερινότητας συνεχίζεται παρά την επέλαση του εχθρού.

Είναι Σάββατο στα μέσα Μαΐου και ο ανέφελος ουρανός προμηνύει πρώιμη ζέστη. Η Ελένη δεν αφήνει την ευκαιρία να πάει χαμένη· είναι καιρός για ένα φρεσκάρισμα στο σπίτι. Να πλυθούν τα κιλίμια και τα κλινοσκεπάσματα, να αεριστούν τα παπλώματα, να βγούνε τα καλοκαιρινά ρούχα από τα μπαούλα για να πάρουν τη θέση τους τα χειμωνιάτικα μαζί με μπόλικη ναφθαλίνη για να μην τα φάει ο σκόρος. Με το που ξημερώνει, φορτώνει το γάιδαρο με ένα δεμάτι ξύλα κι ένα καζάνι, και πάει στη βρύση λίγο πιο έξω από το χωριό, εκεί που ξεκινάνε τα χωράφια και τ’ αμπέλια. Η αρχαία μαρμάρινη βρύση με τη γούρνα και τα δυο κεφαλόβρυσα απ’ όπου τρέχει άφθονο το κρυστάλλινο νερό, είναι ιδανική για τις εποχιακές μπουγάδες των γυναικών του χωριού, όπως και για το πότι-σμα των περιβολιών των χωρικών. Η Ελένη στήνει τη φωτιά της κοντά στη βρύση και με σβέλτες κινήσεις γεμίζει το καζάνι της με νερό για να ζεσταθεί όσο αυτή θα ασχολείται με τις υπόλοιπες προετοιμασίες στο σπίτι. Έχει επιστρατεύσει τις κόρες της, ακόμα και την 6χρονη Αλέκα, για να τελειώνει μια ώρα αρχύτερα.

-Κορίτσια, ελάτε να με βοηθήσετε να φορτώσουμε το γάιδαρο με την κοφίνα και το μπόγο με τα ρούχα, να τα πάμε στη βρύση. Το νερό έβρασε, μόνο σαλεύγετε! φωνάζει καθώς μπαίνει στην αυλή.

Εκείνες που είναι ήδη έτοιμες από νωρίς και περιμένουν τη μάνα τους να γυρίσει, τρέχουν έξω στο άκουσμα της φωνής της. Η Μαρίκα, που είναι σχεδόν δεκαεπτά χρονών και η μεγαλύτερη από τα τέσσερα κορίτσια, σπεύδει να βοηθήσει τη μάνα της με το σαμάρωμα και το φόρτωμα του ζωντανού, κι από πίσω ακολουθούν η Καίτη, έντεκα ετών, με την Παρασκιώ, επτά ετών. Η δεύτερη, αν και μικρότερη, είναι πάντα πρόθυμη να βοηθήσει στις δουλειές του σπιτιού και όχι μόνο· να ταΐσει τα ζώα ή ακόμη και να πάει στα κτήματα με τ’ αγόρια.

-Έλα μαμά, εγώ θα βοηθήσω τη Μαρίκα, μην κουράζεσαι εσύ, λέει η Παρασκιώ και ακολουθεί την αδερφή της στο στάβλο όπου πάει να φέρει τον γάιδαρο.

-Να ‘χεις την ευχή μου παιδί μου! της απαντάει η μάνα της και μπαίνει στο σπίτι να πάρει ό,τι άλλο θα χρειαστεί για την μπουγάδα: πράσινο σαπούνι, αλισίβα, φύλλα λεμονιάς, το σταχτόπανο για το μπουγαδοκόφινο.

-Να, κράτα εσύ την αλουσά, λέει στην Αλέκα που τρέχει ξοπίσω της διεκδικώντας και αυτή το μερίδιό της στο τελετουργικό της μπουγάδας. Μόνο κράτα το κανάτι ίσα, να μην σου χυθεί. Άμε έξω κι έρχομαι κι εγώ.

Η Αλέκα επωμισμένη με την ευθύνη του κανατιού, βγαίνει στην αυλή για να βρει τις αδερφές της που είναι έτοιμες και περιμένουν τη μάνα τους.

-Έλα να σε ανεβάσουμε στο γάιδαρο να μην σκοντάψεις πουθενά και σου πέσει το κανάτι, της λέει η Μαρίκα καθώς σκύβει να τη σηκώσει.

-Όϊ, δεν σκοντάφτω, προσέχω, της απαντάει εκείνη συμπληρώνοντας,΄Ιντα ’μαι, μωρό;

Οι αδερφές της γελάνε με την Αλέκα που έχει πάρει το ρόλο της σοβαρά και κατευθύνονται προς την αυλόπορτα καθώς βλέπουν τη μάνα τους να βγαίνει έξω στην αυλή μαζί με την Καίτη που κρατάει το καλάθι με το κολατσιό τους· η μέρα προβλέπεται μεγάλη και οι προμήθειες είναι απαραίτητες.

Η βόλτα μέσα από τα σοκάκια του χωριού που μοσχοβολάνε βασιλικό και φούλι θυμίζει ότι το καλοκαίρι είναι κοντά. Η φλυαρία των κοριτσιών και τα χάχανα παραπέμπουν πιο πολύ σε γιορτή παρά σε αγγαρεία. Ανταλλάσσουν καλημέρες με τους γείτονες μέχρι να φτάσουν στη βρύση. Η Μαρίκα πρωτοστατεί στην προετοιμασία της μπουγάδας ξεφορτώνοντας τον γάιδαρο και δένοντάς τον κάτω από μια ελιά για σκιά. Μετά φέρνει νερό με τον κουβά από το καζάνι που ήδη σιγοβράζει. Έχει βγάλει τα παπούτσια της και έχει στερεώσει την άκρη της φούστας στη ζώνη της για να μην τη βρέξει, αφήνοντας να φανούν οι μακριές της γάμπες και οι λεπτοί της αστράγαλοι. Με μια επιδέξια κίνηση μαζεύει τα καστανά μαλλιά της που γυαλίζουν στο φως του ήλιου, σε περήφανο κότσο στην κορυφή του κεφαλιού της, και τα καλύ-πτει με την άσπρη μαντίλα της δένοντας τις άκρες της χαμηλά στο σβέρκο της, αφήνοντας να φανεί ο λυγερός λαιμός της. Με τη λεπτή της μέση σφιχτά ζωσμένη και το στήθος της να διαγράφεται σφριγηλό κάτω από την πουκαμίσα της, φαίνεται σαν να έχει ξεπηδήσει από τοιχογραφία της Μινωικής Κνωσσού· ψιλόλιγνη σιλουέτα, περήφανο παράστημα, αμυγδαλωτά μάτια πλαισιωμένα από τοξωτά φρύδια και ίσια καλοβαλμένη μύτη ανάμεσα σε ψηλά ζυγωματικά. Ξέρει πως ξεχωρίζει ανάμεσα στα κορίτσια του χωριού. Άλλωστε της το θυμίζουν οι συγχωριανοί της όταν τη συναντάνε στο δρόμο που δεν παραλείπουν να την επαινέσουν για την ομορφιά και τη λεβεντιά της, χαρακτηριστικά που έχει πάρει από τη Μικρασιάτισσα μάνα της και τον Κρητικό πατέρα της. Χαμογελάει με αυταρέσκεια και διασκεδάζει με τα πειράγματα των νέων του χωριού και τις μαντινάδες που της αφιερώνουν κάθε φορά που θα τη βρούνε μονάχη, σαν πηγαίνει να πλύνει ρούχα στο ποτάμι ή στον αργαλειό με την ξαδέρφη της τη Ρηνιώ:

«Σαϊτα ήθελα να ‘μουνα,

νήμα στα δάχτυλά σου,

να μπλέκω με τη σκέψη σου

και με τα όνειρά σου».

Η Ελένη, ξυπόλητη κι αυτή, τους μοιράζει τις δουλειές ενώ ανεβάζει τα μανίκια της πουκαμίσας της μέχρι τους αγκώνες:

-Εσείς πάρτε να πλύνετε τα ρούχα σας και τις νυχτικιές σας, λέει απευθυνόμενη στην Καίτη και την Πα-ρασκιώ. Εγώ με τη Μαρίκα θα πάρουμε τα ρούχα των αντρών και τα σεντόνια που είναι πιο χοντρά.

-Κι εγώ ίντα θα πάρω; ρωτάει η Αλέκα που έχει μείνει έξω από τη μοιρασιά.

-Εσύ θα ρίξεις την αλουσά στα ρούχα όταν θα έρθει η ώρα σου. Κάτσε εκειά μέχρι να τελειώσουμε εμείς το πρώτο χέρι, της λέει η μάνα της και ρίχνει τα πρώτα ρούχα στη σκάφη μαζί με το καυτό νερό, και αρχίζει το τρίψιμο με το σαπούνι στην πλύστρα.

Ένα – ένα τα ρούχα περνάνε σβέλτα από τα στιβαρά της χέρια πριν καταλήξουν στο μπουγαδοκόφινο. Τα μικρότερα κορίτσια χτυπάνε με τον κόπανο τα ρούχα που πλένουν μέσα στη γούρνα, διπλώνοντάς τα ξανά και ξανά. Πιάνει η μητέρα τους το τραγούδι για να περνάει η ώρα πιο γρήγορα και τα κορίτσια σιγοτραγουδάνε τα λόγια που γνωρίζουν:

Στο ‘πα και στο ξαναλέω

Στο γιαλό μην κατεβείς…

Ακολουθεί και η Αλέκα τραβώντας τις καταλήξεις:

-…Ωωω!… ειειεις!… ααα!

Ο ήλιος ανεβαίνει ψηλά ζεσταίνοντας τη μέρα. Μην έχοντας τι να κάνει, η Αλέκα σηκώνει το φορεματάκι της πάνω από το γόνατο και τσαλαβουτάει κι αυτή στη γούρνα με το κρύο νερό κάνοντάς το μούσκεμα.

-Μαμά, να μπω μέσα να κάμω μπάνιο; ρωτάει τη μάνα της που ιδρώνει κάτω από τη μακριά της φούστα και τη μαντίλα που συγκρατεί τις τούφες από τα μαλλιά της που στάζουν.

Εκείνη, που συνεχίζει την μπουγάδα απτόητη, σταματάει για μια στιγμή και ορθώνοντας την πλάτη της μ’ έναν πονεμένο μορφασμό, ακουμπάει τα χέρια της χαμηλά στη μέση της, εκεί όπου νιώθει σαν να την τρυπάνε μ’ ένα σουβλί. Η εικόνα του ανέμελου παιδιού όμως, που παίζει βουτηγμένη μέσα στο νερό μέχρι τη γάμπα, την κάνει να ξεχάσει για λίγο την κούρασή της και χαμογελώντας της απαντάει:

-Γιάντα, τόσηνα ώρα ίντα κάμεις; Πιο ύστερα. Κάτσε εδά να φύγει κι αυτό το σεντόνι από τα χέρια μου, να ξαποστάσω λίγο, κι άμα δε μας θωρεί άθρωπος, θα κάμεις και μπάνιο.

Η προοπτική ενθουσιάζει την Αλέκα που συνεχίζει το τσαλαβούτημα πιο δυνατά, τσιρίζοντας κάθε φορά που το παγωμένο νερό την πιτσιλάει στο πρόσωπο. Τα υπόλοιπα κορίτσια γελάνε με τα καμώματά της και τις γκριμάτσες που κάνει.

Όταν πια μπει και το τελευταίο ασπρόρουχο στο κοφίνι και σκεπαστεί με το σταχτόπανο, έρχεται και η σειρά της Αλέκας να περιχύσει τα ρούχα με την αλισίβα για να γίνουν πιο λευκά. Ισορροπώντας στις μύτες των ποδιών της σκαρφαλωμένη σ’ ένα αγκωνάρι για να φτάνει, ρίχνει το υγρό με κυκλικές κινήσεις πάνω στο σταχτόπανο με μεγάλη προσήλωση προσέχοντας να μην της ξεφύγει κανένα σημείο. Η έκφρασή της είναι τόσο σοβαρή σαν να εξαρτάται από αυτήν το τελικό αποτέλεσμα της μπουγάδας. Ένα χαμόγελο θριάμβου φωτίζει το πρόσωπό της και κορδώνεται με καμάρι όταν ακούει τον έπαινο της μητέρας της:

-Μπράβο Αλέκα μου! Την ευχή μου να ‘χεις.

Αφήνουν το κοφίνι πάνω από το αυλάκι, δίπλα στη βρύση να στραγγίσουν τα νερά και η Ελένη κάθεται να ξεκουραστεί λίγο μαζί με τις κόρες της που έχουν βρει σκιά κάτω από μια γέρικη ελιά, και βγάζουν το κολατσιό τους από το καλάθι. Ψωμί, ελιές και λίγο παστό χοιρινό που τους έβαλε η μάνα τους για να τις ανταμείψει για τον κόπο τους. Τα τιτιβίσματα των πουλιών και των κοριτσιών και οι μυρωδιές της άνοιξης προσδίδουν στην ατμόσφαιρα μια αίσθηση ελευθερίας και γαλήνης που τη χαλαρώνει. Η Αλέκα χοροπηδάει γύρω τους ασταμάτητα παίζοντας μια με τις αδερφές της και μια με τα πουλιά. Όταν βαρεθεί πάει στη μάνα της και την ξαναρωτάει:

-Να κάμω μπάνιο τώρα; Δεν μας βλέπει κιανείς.

Η Ελένη που βλέπει πως δεν γλυτώνει από την επιμονή της κόρης της αποφασίζει να της κάνει το χατίρι.

-Εντάξει. Φέρε ένα στεγνό σεντόνι και άμε στη βρύση, της λέει και σηκώνεται με δυσκολία από τη θέση της κάτω από το δέντρο.

-Καίτη, έλα να με βοηθήσεις, να κρατάς το σεντόνι.

Εκείνη υπακούει απρόθυμα στης μάνας της την παράκληση κρατώντας το σεντόνι τεντωμένο σαν παραβάν μην τυχόν και τους δει κάποιος περαστικός. Η μικρή Αλέκα βγάζει το φορεματάκι της και μπαίνει μες τη γούρνα, τρομάζοντας τα πουλιά με τις τσιρίδες της καθώς η μάνα της της ρίχνει κρύο νερό στο κεφάλι και την πλάτη με το κανάτι.

-Έτσι είναι και η θάλασσα; ρωτάει.

-Η θάλασσα; Όϊ παιδί μου. Η θάλασσα είναι πιο μεγάλη και βαθιά, της απαντάει και τα μάτια της γίνονται πιο μαύρα κι απ’ το κάρβουνο.

-Και τι χρώμα είναι;

-Μπλε.

-Σαν τον ουρανό;

-Σαν τον ουρανό.

-Εσύ έχεις πάει στη θάλασσα;

-Κάμε ογλήγορα εδά μην έρθει κιανείς κι άσε τα πολλά-πολλά, της λέει η μάνα της και αφού την αφή-σει λίγο να παίξει για να το ευχαριστηθεί, τη σκουπίζει με το σεντόνι και την ντύνει.

-Άμε κάτσε στον ήλιο να στεγνώσουν τα μαλλιά σου, της λέει και πιάνει να συνεχίσει τη δουλειά της. Μαρίκα, έλα να συνεχίσομε, φωνάζει και ξανασκύβει πάνω από τη σκάφη.

Σαν τελειώσει η μπουγάδα απλώνουν τα ρούχα πάνω στους θάμνους και στα πιο χαμηλά κλαριά των δέντρων για να στεγνώσουν στον ήλιο. Τα σεντόνια τα απλώνουν σε ένα τεντωμένο σχοινί που έχουν στερεώσει ανάμεσα σε δυο ψηλά λιόδεντρα. Το ελαφρύ αεράκι που φυσάει και παίρνει την κάψα του μεσημεριού κάνει τη δουλειά τους πιο γρήγορη. Η Ελένη και η Μαρίκα αρχίζουν να φορτώνουν το γάιδαρο με τα σύνεργα που δεν χρειάζονται. Τα χέρια τους, τώρα πιο βαριά, δουλεύουν για να σηκώσουν το καζάνι στην πλάτη του ζώου. Ακολουθούν η σκάφη με την πλύστρα, ο κουβάς και το καλάθι του κολατσιού. Τέλος, ανεβάζουν και την Αλέκα που διαμαρτύρεται ότι κουράστηκε.

-Εγώ πηγαίνω σιγά – σιγά και η Καίτη γή η Παρασκιώ με ακολουθεί. Όντε στεγνώσουν να έρθει μια να πάρει το γάιδαρο, λέει η μητέρα τους και ξεκινάει το δρόμο της επιστροφής.

Μαρία Μπρα – Sultani – Από τη Μικρασία στην Κρήτη – ΡΑΔΑΜΑΝΘΥΣ

Εξώφυλλο βιβλίου με τίτλο "Sultani" της Μαρίας Μπρά, απεικονίζει μια βάρκα με πέντε ανθρώπους κάτω από έναν χρυσό ουρανό.
Μαρία Μπρα – Sultani – Από τη Μικρασία στην Κρήτη

Σχολιάστε