Γιάννης Μανούσακας – Πίσω από τα κάγκελα – Στην πρώτη γραμμή του αγώνα – Ακροναυπλία 1940

Απόσπασμα από το βιβλίο του Γιάννη Μανούσακα «Ακροναυπλία – Θρύλος και πραγματικότητα», Εκδόσεις Ραδάμανθυς

…Στο μεταξύ παρακολουθούσαμε που ο φασισμός συμπλήρωνε τους εξοπλισμούς του και προετοίμαζε το μεγάλο γιουρούσι του∙ και στα δημοκρατικά κράτη, αν και αργοπορημένα, γιατί πίστευαν να βάλουν το Χίτλερ να ξεσκίσει τον κομμουνισμό, ο πυρετός της αντίστασης ανέβαινε. Στη χώρα μας η ηγεσία, φιλοαγγλική απ’ το Βασιλιά της, με το στρατό του Μουσολίνι στα σύνορα της Ηπείρου, δεχόταν την επίσκεψη του Ήντεν και του Ντιλ και μοίρα εγγλέζικων αντιτορπιλικών αγκυροβολούσε κάτω απ’ το στρατόπεδό μας. Ο λαός της Ελλάδας, που δέχτηκε την τορπίλα του Μουσολίνι κατάστηθα, ένιωθε τον κίνδυνο να την περιζώνει. Δημοκράτης ως το κόκαλο, στενάζοντας επί τέσσερα χρόνια κάτω απ’ το φασιστικό ζυγό, δεν είχε λυγίσει. Μα ο πόλεμος ερχότανε. Η χώρα μας, από στιγμή σε στιγμή, μπορούσε να δεχτεί την επίθεση του ιταλικού φασισμού. Ο φασισμός της Ελλάδας κρατούσε εμάς τους αντιφασίστες κλεισμένους σε στρατόπεδο χωρίς δίκη, χωρίς κατηγορία. Η διατροφή μας, κακή ως τώρα, άρχισε με την ακρίβεια που φέρνει ο πόλεμος κι η προετοιμασία του, να γίνεται χειρότερη. Πολλά βράδια δειπνούσαμε με τσάι και λίγο ψωμί ή με μια ντομάτα ή με ένα μικρό σταφύλι. Η ομάδα μας ζητούσε αύξηση του επιδόματος. Η κυβέρνηση Μεταξά ζητούσε από εμάς δήλωση μετανοίας. «Υποτάσσεστε ή πεθαίνετε!».

Σ’ αυτές τις γεμάτες αγωνία, κρίσιμες για τη ζωή της Ελλάδας, μέρες η καθοδήγηση του στρατοπέδου δεν έβαλε το καθήκον και δεν οργάνωσε ν’ αγωνιστεί η ομάδα μας για να πάρει τέλος η κράτησή μας. Δε θυμάμαι να έγιναν ατομικές ή ομαδικές αναφορές ή εκδηλώσεις στις κιγκλίδες με φωνές που θα έφερναν σε δύσκολη θέση την κυβέρνηση και τη μοναρχία. Γιατί σε κείνη την ανησυχία του λαού, κι αν ακόμη μας ντουφεκούσε κει μέσα, όπως έκανε παλαιότερα, θα ήτανε σε βάρος της, κι η απελευθέρωσή μας θα γινόταν ζήτημα των λαϊκών δυνάμεων και θα έκαναν ένα έστω βήμα.                                                                                    

Εκείνο τον καιρό, κατά ένα αστείο τρόπο, οι αντιφασίστες της Ακροναυπλίας τοποθετήθηκαν σε δυο μεγάλα ρεύματα. Σ’ αυτούς που «εύχονταν» την νίκη των Αγγλογάλλων και σ’ εκείνους που θέλανε τη νίκη της φασιστικής Γερμανίας. Το δεύτερο ρεύμα είχε πολύ λίγους οπαδούς, αλλά από ψηλάφισμα φαινόταν να είχε μαζί του την καθοδήγηση. Όλη η υπόθεση ξεκινούσε αστεία. Οι συζητήσεις στην αρχή ήτανε φιλικές. Τα ρεύματα λεγόταν αγγλόφιλο το ένα, γερμανόφιλο το άλλο. Όπως όμως μαθαίναμε, και μες στον ελληνικό λαό, από αντίδραση στην κοσμοκράτειρα ιμπεριαλιστική Αγγλία, αυτά τα ρεύματα υπήρχαν.

Εμένα, αυτές οι συζητήσεις απ’ την πρώτη στιγμή που πήρε να φουντώσουν στην ομάδα μας, με στεναχωρούσαν. Είχα κλειστεί στον εαυτό μου και δε συζητούσα. Είμαστε κομμουνιστές, με ιδεολογία δική μας, με οράματα δικά μας∙ δίναμε τη ζωή μας για την επικράτησή τους πάνω στη γη. Δεν ανήκαμε ούτε στην ιδεολογία της αστικής τάξης ούτε στην ιδεολογία του φασισμού. Η καθοδήγηση δεν έπαιρνε θέση με ανακοίνωσή της, οι κομματικές ομάδες δεν συνεδρίαζαν να συζητηθεί το θέμα. Ώσπου μια Κυριακή, κάτω στο προαύλιο, λύθηκε το αίνιγμα: βγήκε ο Τράγκας, που πάντα έπαιζε τους σατιρικούς ρόλους, και παράσταινε έναν Εγγλέζο νικημένο, απαθλιωμένο με δίχως αποικίες, να κλαίει τη μοίρα του: «Τι να γκίνω, αν ντε έκω μπανάνα / κατά το πίπας καπνό / ο πατέρας μου ήτανε πλούσιο / κι εγκώ τα είμαι πτωχό».

Έτσι το λοιπόν πληροφορούμαστε πως η καθοδήγηση ευχότανε τη νίκη του χιτλερικού στρατού. Ύστερα, σιγά-σιγά, άρχισε να καλλιεργείται μες στην ομάδα μας, κατά ένα τρόπο σκεπασμένο, ότι δεν αποκλειότανε μια συμμαχία Ρωσίας-Γερμανίας. Πέφτανε σ’ αυτό το λάθος, για το λόγο ότι είχε υπογραφτεί το σύμφωνο μη επιθέσεως του Ρίμπερντοπ-Μολότωφ, κι ακόμη επειδή, με την εισβολή των χιτλερικών δυνάμεων στην Πολωνία, κατάλαβε η Ρωσία εδάφη που της είχαν αφαιρεθεί όταν ήταν νικημένη και σ’ επανάσταση, κατά τον πρώτο πόλεμο∙ εδάφη, που κιόλας δυνάμωναν την άμυνά της ενάντια ακριβώς του χιτλερικού φασισμού. Είχαμε όμως την ατυχία οι καθοδηγητές μας να είναι οι πιο αμόρφωτοι και με δίχως το πνεύμα του στρατοπέδου μας. Ανίκανοι να κάνουν μια ανάλυση τι είναι στην ουσία του ο εθνικοσοσιαλισμός και τι ζητά να κάνει στον κόσμο ο κομμουνισμός. Ότι αυτά τα δυο, παρά το σύμφωνο μη επίθεσης κι εμπορικών συναλλαγών, που ήτανε συμφωνίες ανάγκης, τα χώριζε μια άβυσσος κι ότι αργά ή γρήγορα θα ‘ρχόντανε σε σύγκρουση. Τα μέλη της καθοδήγησης δε διάβαζαν∙ κι αν διάβαζαν, δεν αφομοίωναν τίποτα. Έμεναν ανιστόρητοι, γιατί απορροφούσε όλη τη σκέψη τους η διατήρησή τους στην εξουσία. Εδώ τα είχανε καταφέρει μια χαρά. Είχανε στεριωθεί καλά. Κι όσο οι άνθρωποι είχαν σκεφτεί ν’ αλλάξουν το Θεό τους, άλλο τόσο κι η ομάδα μας, ύστερα απ’ τη νίκη τους στη διαπάλη, σκεφτόταν ότι μπορούσε να τους κουνήσει. Είχανε λοιπόν την ευκολία τους να μελετάνε και να σκέφτονται για τα γεγονότα, όπως εξελίσσονταν, σαν θέλανε. Αυτή η λαθεμένη εκτίμηση θα τους κάνει να οδηγήσουν την ομάδα μας και σ’ άλλα, τρισχειρότερα, λάθη. Γιατί η καθοδήγησή μας δε θα καταλάβει τι γίνεται στον κόσμο, μέχρι τότε που οι χιτλερικές στρατιές θα εισβάλουνε στο ρωσικό έδαφος. Ακόμη, η καθοδήγηση ήταν αντίθετη με το ενενήντα στα εκατό των μελών της ομάδας και για το ποιος έχει τις πιο πολλές ευθύνες, οι Αγγλογάλλοι ή ο άξονας Μουσολίνι-Χίτλερ, για το άναμμα του β’ παγκοσμίου πολέμου στη γη και για το χαρακτήρα του. Η καθοδήγηση έβλεπε ίδιες ευθύνες των αντιπάλων. Τα μέλη της ομάδας είχαν αντίθετη γνώμη, όχι γιατί ξεχνούσανε το ρόλο του αγγλογαλλικού ιμπεριαλισμού στον κόσμο και στη χώρα μας και τις ευθύνες του για το δυνάμωμα του φασισμού, μα βλέπανε και τη μεγάλη τους διαφορά στο θέμα της δημοκρατίας, και μάλιστα όχι στάσιμα μα με προοπτική. Καθένας θα μπορεί να σκεφτεί πως η ομάδα θα έπρεπε να τους εξοστρακίσει απ’ την καθοδήγησή της, να τους έχει αποβάλει από μέσα της. ΄Αλλα όμως ήτανε τότες, που δεν είχε γίνει ακόμη η συμμαχία των δημοκρατικών χωρών με τη Ρωσία, τα κριτήρια. Κι εξάλλου, όπως το έχω ξαναπεί, μετά τη νίκη τους στη διαπάλη, ήταν ακούνητοι.

Γιάννης Μανούσακας – Ακροναυπλία. Θρύλος και πραγματικότητα – ΡΑΔΑΜΑΝΘΥΣ

Την άνοιξη του 1940 οι στρατιές του Χίτλερ σάρωσαν σε λίγες βδομάδες μέσα το στρατό της Γαλλίας, και μόλις που γίνηκε κατορθωτό, ίσως από λάθος των Γερμανών, να σωθεί απ’ τη Δουγκέρκη ένα εκστρατευτικό σώμα των Άγγλων… Θυμάμαι που στα μάτια μου κατέβηκαν πολλές φορές καυτά δάκρυα. Σαν είσαι κρατούμενος, πώς αλλιώς θα ξεσπάσεις;

Αγαπούσα τη Γαλλία, αγαπούσα το Παρίσι. Το είχα αγαπήσει απ’ τους Άθλιους του Ουγκώ κι απ’ την ιστορία. Λάτρευα την πολιτεία των επαναστάσεων, την πολιτεία της Κομμούνας, το σύγχρονο Παρίσι με την πιο λεπτή στον κόσμο κουλτούρα του. Μα κι όλη η ομάδα μας πένθησε, μ’ ένα πένθος βουβό, μα βαθύ, ως τις ψυχές. Από τώρα και πέρα, η Ακροναυπλία, σαν σχολή, άρχισε σιγά-σιγά ν’ αδυνατίζει, από αιτία την παρακολούθηση της νέας πολιτικής κατάστασης και τις συζητήσεις γύρω απ’ αυτή.

Αυτόνε τον καιρό διαβάστηκε ένα άρθρο γύρω απ’ την πολιτικοστρατιωτική παγκόσμια κατάσταση∙ κι όπως μας είπαν, είχε γραφτεί απ’ το γενικό γραμματέα του Κόμματος Ζαχαριάδη που βρισκόταν στη φυλακή της Κέρκυρας. Το άρθρο, κοντά στ’ άλλα, έλεγε ότι «οι καπιταλιστές έκλεισαν τον πολιτισμό τους μέσα σε μπόμπες και τις πυροδοτούνε». Σημείωνε ότι η Δουγκέρκη έδειξε, μια που οι Γερμανοί δεν μπόρεσαν να καταστρέψουν το εκστρατευτικό σώμα των Εγγλέζων, ότι η δύναμή τους άρχισε να παίρνει την κάτω βόλτα… Στη συνέχεια, έκανε μια ανάλυση για την οικονομία των αντιπάλων, σαν τη βάση που θα καθόριζε την έκβαση του πολέμου. Δεν ξέρω πώς ήρθε το άρθρο αυτό, αν ήταν δημοσιευμένο σε έντυπο ή αν ήταν χειρόγραφο. Θυμάμαι μόνο ότι το πνεύμα του άρθρου αυτού σκόρπισε κάποιο φως κι έδωσε κάποια ελπίδα, ύστερα απ’ την τόση απογοήτεψη που μας έφερε η συντριβή, μέσα σε λίγες βδομάδες, της δημοκρατικής Γαλλίας κι απ’ τη θέση της κομματικής επιτροπής μας που, το λιγότερο, έβλεπε τους αντιπάλους ίδια κι όμοια. Αυτό το καλοκαίρι ως το φθινόπωρο, θα το περάσουμε με οδύνη. Κάναμε μάλιστα και μια μικρή διακοπή στα μαθήματά μας.

Ύστερα απ’ το πένθος που είχε φέρει στο λαό της Ελλάδας ο τορπιλισμός της «Έλλης», το ελληνικό έθνος κι εμείς μέσα σ’ αυτό το σπίτι αρχίσαμε να συνειδητοποιούμε ότι ο πόλεμος κι η υποδούλωση χτυπούσε τις πόρτες της χώρας μας. Σε λίγο οι Ιταλοί φασίστες μάς ζητάνε κάποιο Νταούκ Χότζα που βρέθηκε δολοφονημένος και το λόγο για το σκότωμα κάποιου γερακιού που γίνηκε πάνω στο συρματόπλεγμα των συνόρων.

Το βασικό αίτημα της ομάδας μας αυτόνε τον καιρό δεν ήταν, όπως θα ‘πρεπε, το αίτημα της απελευθέρωσής μας. Θυμάμαι καθαρά ότι εκείνο που πιο πολύ απασχολούσε την καθοδήγησή μας ήταν να πάρει τέλος η απαγόρεψη της εφημερίδας, για να μαθαίνουμε τα νέα. Κι ο διοικητής του στρατοπέδου υπομοίραρχος Φωτόπουλος, «παραβιάζοντας» την απαγόρεψη, έβγαζε απ’ την τσέπη του τη δική του εφημερίδα, δίνοντάς την στην επιτροπή μας. Μαθαίναμε κι άλλα νέα, που όταν δεν ξέραμε από πού μας έρχονταν και τα λογαριάζαμε της αρβύλας, τα λέγαμε «τραντσόσεαν», απ’ το όνομα του γερμανικού πρακτορείου που την περίοδο αυτή του Γκαίμπελς είχε βαλθεί να κάνει το γάλα μαύρο. Καλά νέα όμως μαθαίναμε από επισκεπτήρια που είχαν οι Αθηνοπειραιώτες σύντροφοί μας: ο λαός είχε κερδίσει ακόμη πιο πολύ θάρρος∙ δε φοβότανε τώρα τους χαφιέδες της δικτατορίας. Μάθαμε ότι ο αρχηγός του γενικού επιτελείου του ελληνικού στρατού είχε πει, κι έφτασε να διαδοθεί στον ελληνικό λαό, ότι, «όταν θα μας επιτεθεί η Ιταλία, ο στρατός μας θα ρίξει λίγες ντουφεκιές για την τιμή των όπλων». Στο στρατόπεδό μας γίνονταν πολλές συζητήσεις και νιώθαμε αυτόνε τον καιρό όλο και πιο πολύ να μας πιέζει το κλουβί μας. Θυμάμαι που είχαμε διαβάσει κάποιο άρθρο κι ύστερα, χωρίς να σηκωθούμε απ’ τα κρεβάτια που είμαστε καθισμένοι, πιαστήκαμε σε συζήτηση. Δε θυμάμαι άλλο, εκτός ότι παίρνοντας το λόγο ο σύντροφος Λεβογιάννης -κομματικός υπεύθυνος του θαλάμου- είπε τούτες τις λέξεις: «Αν μας επιτεθούν οι Ιταλοί, θ’ αρχίσουν βέβαια να κατεβαίνουν προς τα κάτω…».

Του Λεβογιάννη η γνώμη ήταν βέβαια η γνώμη της κομματικής επιτροπής. Ωστόσο, πρέπει να πω πως, παρ’ ότι εμείς οι Γραικοί δεν είχαμε καμιά εκτίμηση στους φρατέλους σαν πολεμιστές, με τους φανφαρονισμούς του Μουσολίνι για τα δώδεκα εκατομμύρια τις λόγχες του και με τις ως τα τότες στρατιωτικές επιτυχίες του στην Αφρική, κλονιζόμαστε λίγο, αλλά δεν μπορώ να πω ότι η καθοδήγηση κόλλησε στην ομάδα μας την ηττοπάθειά της.

Θυμάμαι που εκείνο το πρωινό τ’ Ανάπλι ήταν βρεγμένο, μουντό και ψυχρό. Οι αντιπρόσωποί μας ανέβηκαν απ’ το γραφείο του διοικητή, κρατώντας από μια εφημερίδα για τον καθένα θάλαμο. Μα πριν ανοιχτούνε τα φύλλα, είχε κιόλας κυκλοφορήσει το νέο: «Οι Ιταλοί φασίστες παραβίασαν τα σύνορα της πατρίδας μας». Με το διάβασμα της εφημερίδας, νεκρώθηκε ο θάλαμος, σώπασε το στρατόπεδο -θυμάμαι που στεκόμουνα κατά την έξοδο του θαλάμου. Ήμουνα ιδρωμένος, κρύωνα και νόμιζα ότι δεν πατούσα, ότι το κορμί μου δεν ήταν υλικό, όταν ο Γιώργης Σιαμόπουλος, καθισμένος σταυροπόδι πάνω στο κρεβάτι του, φώναξε: «Γιατί κάνιτε έτσι, ωρέ σύντροφοι;… Οι στρατιώτες μας θα τους κυνηγήσουν τους φασίστες∙ τους ξέρω εγώ τους μακαρονάδες».

Πήγα κατά κει. Σταμάτησα μπροστά του. Φορούσε το μαύρο σακάκι και στο τσεπάκι του κρεμόταν, όπως πάντα, ένα λευκό μεταξωτό μαντίλι: «Λες, σύντροφε Γιώργη να;…». «Ναι» μου λέει «μη φοβάσαι κι άσε να λένε. Θα τους γαμήσουνε τη μάνα οι στρατιώτες μας των φρατέλων». Ύστερα ο γερο-Μακέ-δος κι ο Ευθυμιάδης, δημοτικοί σύμβουλοι της Καβάλας, παλιοί στρατιώτες στους πολέμους της Μακεδονίας και της Μικράς Ασίας κι άλλοι πολλοί πολεμιστές, ο Ρούτσης, ο Σουβατζόγλου, ο Διαμαντής, ο Γιαννόγκωνας, ο Βασδέκης, ο Μακρυποδάρας: «Θα τους νικήσουνε τα στρατιωτάκια μας!».

Όλοι τους ηλικιωμένοι, μπαρουτοκαπνισμένοι, παλιοί κομμουνιστές και ταλαιπωρημένοι, μιλούσαν για τους φαντάρους μας με τρυφερότητα, όπως όταν μιλούσαν για τα παιδιά και εγγόνια τους. Πλησίασε κι ο Λεβογιάννης στον κύκλο και άλλοι πολλοί σύντροφοι. Όταν διαλυθήκαμε για τις δουλειές μας, είχαμε γίνει αλλιώτικοι, είχαμε κάποια συγκρατημένη πεποίθηση. Δεν θυμάμαι το γιατί. Μα τώρα συμπεραίνω ότι πιστέψαμε πως δεν θα έκαναν οι φασίστες «περίπατο» για την Αθήνα και για τη στιγμή εκείνη αυτό μας έφτανε. Όταν ανακατευτήκαμε στο προαύλιο, είδαμε ότι και στους άλλους θαλάμους ακριβώς το ίδιο αισιόδοξο πνεύμα είχε επικρατήσει, κι ας πίστευε η καθοδήγησή μας ότι το φασιστικό κόμμα φανάτισε και διαπαιδαγώγησε τον ιταλικό λαό, αλλάζοντας το χαρακτήρα, την ψυχοσύνθεσή του και το πάθος του για τα έργα της ειρήνης.

Ψάχνω τη μνήμη μου να βρω και να μην παραλείψω τίποτα απ’ ό,τι καλό είχε η κομματική επιτροπή και το στενό απαράτ που μ’ αυτό κυβερνούσε το στρατόπεδο, γιατί τους θυμάμαι με καλοσύνη, γιατί σχεδόν όλοι έχουν πεθάνει κι όλοι υπόφεραν, όπως όλα τα μέλη της ομάδας, τις πίκρες και τις στερήσεις του στρατοπέδου. Την επόμενη μέρα, πρωί 29 του Οκτώβρη, συγκεντρωθήκαμε κατά μεγάλες ομάδες. Διαβάστηκε ένα υπόμνημα και ζητούσε η καθοδήγησή μας να πούμε τη γνώμη μας και να το υπογράψουμε. Πήρα το λόγο και βιαστικός είπα: «Δεν έχει ψεγάδι, θα το υπογράψω».

Ούτε άλλος κανείς στο θάλαμο, κι όσο θυμάμαι σ’ όλο το στρατόπεδο, έφερε αντίδραση ή άλλη γνώμη. Μ’ αυτό ζητούσαμε να μας δώσει τη δυνατότητα η κυβέρνηση του Μεταξά και κάτω απ’ τις διαταγές της να πάμε στην πρώτη γραμμή του μετώπου να υπερασπιστούμε το έδαφος της πατρίδας. Το υπόμνημα δεν άφηνε υπαινιγμό, δεν έβανε όρους, δεν έκανε παράπονα ότι επί χρόνια κρατιόμαστε άδικα, ότι βασανιστήκαμε… Λιτά και όμορφα, με πολλή αξιοπρέπεια, μ’ όλους τους τύπους στην επίσημη κρατική γλώσσα, έθετε το εθνικό μας αίτημα. Κρίμα που ένα τέτοιο ντοκουμέντο-αριστούργημα, χάθηκε! Γιατί δεν είδα ποτέ πουθενά να δημοσιευτεί, όπως το γράμμα του Ζαχαριάδη∙ τούτο ήταν ασύγκριτα ανώτερο.                             

Περιμέναμε απάντηση. Πίεζε η ομάδα μας το διοικητή να μας τη φέρει. Κάναμε άλλο υπόμνημα, ζητώντας απάντηση στο πρώτο. Τέλος, ήρθε στη διοίκηση του στρατοπέδου απ’ το Υπουργείο Ασφαλείας ένα έγγραφο: έπρεπε λέει να κάνουμε ατομικές δηλώσεις μετανοίας κι έτσι θα μέναμε λεύτεροι να πολεμήσουμε το φασισμό. Έλεγε ακόμη ότι «η κυβέρνηση Μεταξά διεξάγει αγώνα μέχρι τη συντριβή του ιταλικού έθνους, ενώ οι κομμουνιστές αγωνίζονται μόνον εναντίον του φασισμού». Δε δέχτηκε κανένας μας την προσφορά του φασισμού: να σηκώσουμε τα χέρια στο φασισμό, για να πολεμήσουμε το φασισμό. Εδώ η Κυβέρνηση μάς πρότεινε ό,τι μας είχαν προτείνει οι δήμιοι του Μανιαδάκη, όταν μας είχαν περάσει τα πόδια στη φάλαγγα και τα μάτωναν με τη σιδερόβεργα. Όμως εμείς επιμέναμε κι η μια αναφορά μας πίσω απ’ την άλλη πήγαινε στην Κυβέρνηση.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΜΑΝΟΥΣΑΚΑΣ – ΑΚΡΟΝΑΥΠΛΙΑ :: Ραδάμανθυς

Θέλω τώρα να μιλήσω για κάτι που συνέβη κοντά στα τέλη του Γενάρη ή αρχές του Φλεβάρη που, όπως έχω προσέξει, αυτό έχει μείνει σαν μυστικό. Ακόμη, έχω εξακριβώσει ότι δεν το έμαθαν όλα τα μέλη της ομάδας: ανακοινώθηκε τότες στις κομματικές γκρούπες ότι ήρθε ο αρχηγός Αγγελέτος, διοικητής της Ειδικής Ασφάλειας, σταλμένος απ’ την Κυβέρνηση Μεταξά. Σ’ επιτροπή μας μες στο γραφείο του διοικητή του στρατοπέδου, είπε ότι είναι σταλμένος απ’ την Κυβέρνηση του Μεταξά να συζητήσει πάνω στα υπομνήματα και τις αναφορές μας. Η επιτροπή μας του είπε και προφορικά τις απόψεις της, προσθέτοντας ότι με την απελευθέρωσή μας ο αγώνας του λαού μας θα έχει όφελος, ακόμη την πιο θερμή υποστήριξη του παγκόσμιου αντιφασιστικού κινήματος και, πιο πέρα, της Σοβιετικής Ένωσης. «Μακάρι να μας βοηθήσει η Σοβιετική Ένωσις», είπε ο στρατηγός, διαβεβαιώνοντας την επιτροπή μας ότι θα εισηγούτανε στην Κυβέρνηση, «με θέρμη», την απελευθέρωσή μας.

Ήταν ο καιρός που ο στρατός μας είχε αρχίσει από το πολύ βάρος και το βαρύ χειμώνα να κουράζεται, να ‘χει πολλές απώλειες, ν’ αρρωσταίνει, να μένει δίχως εφόδια. Πιστεύω ότι, αν ο Μεταξάς δεν πέθαινε, θα μας άφηνε, γιατί και το καθεστώς του τώρα σ’ αυτήνε την κοσμοχαλασιά δεν κινδύνευε άμεσα απ’ το κίνημά μας. Η ομάδα μας εξακολουθούσε να ζητάει με τα χαρτιά ως το τέλος τη λευτεριά μας, για να πάμε στο μέτωπο.

Τη μέρα που μας επιτέθηκε η Ιταλία, βομβαρδίστηκε η Κέρκυρα και πολλές άλλες πολιτείες της Ηπείρου. Απ’ τα παράθυρα είδαμε και μάθαμε ότι κάνανε καταφύγια στ’ Ανάπλι και σ’ όλες τις πολιτείες και τα χωριά του κράτους, όπως διαβάζαμε. Μια μέρα πέρασε από δω ένα υδροπλάνο εγγλέζικο. Οι χωροφύλακες που το πέρασαν για ιταλικό, το άρχισαν στο ντουφεκίδι κι όπως μάθαμε το βάρεσαν σε πολλές μεριές της ατράκτου.

Απ’ τις πρώτες μέρες του πολέμου ζητήσαμε να μας δώσουν τα υλικά να κατασκευάσουμε καταφύγιο. Με τα πολλά, ξεφορτώθηκαν στον Ψαρομαχαλά τραβέρσες, καδρόνια, σανίδια κι εμείς τ’ ανεβάζαμε στα 333 σκαλιά. Θα πω εδώ, σαν σε παρένθεση, ότι μια γυναικούλα που μας κοιτούσε να φορτώνουμε τα υλικά, ρώτησε μια άλλη τι θα κάνουμε τόσα σανίδια και τ’ ανεβάζουμε εκεί πάνω. «Θα τους χτίσουνε καταφύγιο» της είπε η άλλη. «Καταφύγιο, ορίστε! Και δεν τους ρίχνουνε μια μπόμπα να τους κάψουν!». Κι άλλες φορές είχαμε ακούσει τέτοια, μα εμείς ξέραμε πως δεν είμαστε τρεις κι ο κούκος, πως γίναμε χιλιάδες, δεκάδες χιλιάδες, εκατοντάδες χιλιάδες κι είμαστε σίγουροι και για εκατομμύρια. Κι αλήθεια, δεν πέρασε ούτε χρόνος και τούτη η εργατογειτονιά τ’ Αναπλιού γίνηκε πολύ φιλική για το στρατόπεδό μας.

Το καταφύγιο το χτίσαμε, κολλώντας το σε μια οχτιά του λόφου, που στο πλευρό του, κατά την κορυφή, είναι χτισμένη η φυλακή μας. Ύστερα κυλήσαμε πάνω από τη σκεπή πέτρες και χώματα, σκάβοντας απ’ το λόφο. Δεν ήτανε τίποτα. Και μια χειροβομβίδα αν έπεφτε από αεροπλάνο, θα το τρυπούσε, μα το ‘χαμε παρηγοριά.

Στο μεταξύ, οι στρατιώτες μας κυνήγησαν τους Ιταλιάνους. Στο στρατόπεδο άναβε η συζήτηση∙ κι όπως το δίχως άλλο γινότανε παντού, γέμισε κι εδώ ο τόπος στρατηγούς, που κάναν επιθέσεις, στρατηγικούς ελιγμούς… Τους Ιταλούς θα τους πετούσαν σε λίγο στη θάλασσα. Κι οι εφημερίδες δεν πήγαιναν πίσω. Το στρατό μας τον πήγαιναν στη Ρώμη. Η καθοδήγησή μας είχε τη γνώμη ότι ο ιταλικός στρατός δεν πολεμάει, γιατί τον τράβηξαν σε πόλεμο επιθετικό κι ότι το κομμουνιστικό κόμμα της Ιταλίας, παρά την εικοσάχρονη παρανομία του, δούλεψε για την ήττα του φασιστικού στρατού της Ιταλίας. Το πρώτο το δέχονταν οι πάντες, το δεύτερο όχι, γιατί οι Ακροναυπλιώτες ξέρανε τις μεγάλες δυσκολίες. Στην πλειοψηφία της, στην ομάδα μας και πιο πολύ σε μας, τη νεότερη γενιά των κομμουνιστών, δεν άρεσε η τέτοια αντι-υλιστική εξήγηση που ήθελε να μας μπάσει στο μυαλό η καθοδήγηση. Δε βλέπαμε σε τι εξυπηρετούσε. Καθετί το ψεύτικο, εμείς που αγωνιζόμαστε για την αλήθεια, το θεωρούσαμε βλαβερό και ξένο απ’ την ηθική του κομμουνισμού. Βασικά πιστεύαμε πως η τέτοια στάση του ιταλικού στρατού καθορίστηκε απ’ τον πατριωτισμό, τον αντιφασισμό και τη δημοκρατικότητα του Έλληνα στρατιώτη και της μάζας των δημοκρατικών αξιωματικών του. Αν ο Έλληνας στρατιώτης δεν πολεμούσε με τόσο πάθος, οι ιταλικές μεραρχίες, που κουρελιάζονταν τώρα στα χιονισμένα βουνά της Αρβανιτιάς, θα έκαναν τον «περίπατό» τους για την Αθήνα, όπως περίμενε η ηγεσία τους, μα κι η ανώτερη ηγεσία του δικού μας στρατού.          

Ωστόσο, απ’ τη στιγμή που οι Εγγλέζοι δεν είχαν τη δυνατότητα να εφοδιάσουν τη χώρα μας, που η φασιστική κυβέρνηση του Μεταξά είχε αφήσει απαράσκευη, με κάθε λογής εφόδια και με αεροπορική κάλυψη, οι Ιταλοί, λόγω των ατελείωτων εφεδρειών τους, θα έπαιρναν, όσο κι αν αυτό θ’ αργούσε, την πρωτοβουλία. Ο χρόνος ήτανε σε βάρος του στρατού μας. Αυτά πίστευε η μάζα των μελών της ομάδας, όσο διαβάζαμε για τις χιλιάδες νεκρούς, κρυοπαγημένους και τραυματισμένους στρατιώτες μας. Με την αποβίβαση του αγγλικού εκστρατευτικού σώματος αναθαρρήσαμε, μα ωστόσο οι γερμανικές μεραρχίες πλημμύρισαν τη Βαλκανική και το σκλάβωμα της πατρίδας μας φάνηκε να ζυγώνει.

Στο μεταξύ, το πένθος όλο και πύκνωνε στο στρατόπεδό μας. Στο μέτωπο είχαμε αδέρφια, παιδιά, συγγενείς, φίλους. Η μοίρα θέλησε να στερήσει και από μένα τον πιο μικρότερο αδελφό, που ήτανε κι ο πιο καλός μου φίλος. Δάσκαλος το επάγγελμα κι έφεδρος αξιωματικός, βρέθηκε απ’ τις πρώτες μέρες του πολέμου στην πρώτη γραμμή. Μα ήταν και κάτι που το περίμενα. Ήταν φανατικός αντιφασίστας, μάλιστα σαν μαθητής της τρίτης γυμνασίου, στην αβασίλευτη δημοκρατία, είχε περάσει μια δίκη για τα πολιτικά.

Να τι προηγήθηκε, όταν έμαθα το χαμό του. Ένα χάραμα τινάχτηκα ορθός. Ύστερα κάθισα στο κρεβάτι μου να δω τι συνέβη. Ο ένας απ’ τους διπλανούς μου, ο Γιάννης Καραθανάσης, είχε ξυπνήσει. «Τι έπαθες;» με ρώτησε. Του διηγήθηκα στα γρήγορα τούτο τ’ όνειρο: έβλεπα ένα δαμάλι σφαγμένο, που το κατακόκκινο αφρισμένο αίμα του το ρουφούσε ένα ψιλοκομμένο στεγνό χώμα. Πιο κει μάλωνε ο πατέρας με τη μητέρα για το ποιος θα ‘χει τα δυο μικρά απ’ τα οχτώ παιδιά τους. Τέλος, ο πατέρας που τώρα κι ένα χρόνο είχε πεθάνει, είπε βιαστικά στη μητέρα μου: «Καλά, πάρε συ τη Θεοφίλη κι εγώ το Γιώργη» κι εξαφανίστηκε. Όταν τέλειωσα τη διήγησή μου, έβγαλα το μοναδικό τσιγάρο μου, που μ’ αυτό, κόβοντάς το στα έξι θα περνούσα τη μέρα μου, το μοίρασα στη μέση κι ανάψαμε. «Δεν είναι καλό τ’ όνειρο σου… Να δούμε όμως..» είπε ο Καραθανάσης.

Σε λίγο άνοιξε ο θάλαμος και μας μέτρησε ο χωροφύλακας, κι αμέσως φάνηκε ο κράχτης της ομάδας στην πόρτα. Φώναξε τ’ όνομά μου κι ανέμισε ένα γράμμα. «Δεν έχει καλά νέα, Καραμπίνη» του είπα «έτσι δεν είναι;». Κάτι πήγε να πει, μα γύρισε κι έφυγε αναστενάζοντας. Απ’ το σκισμένο φάκελο διάβασα τρεις λέξεις. Ο Γιώργης είχε σκοτωθεί, κι ένας ανιψιός μου, τραυματίας, μου έγραφε την είδηση. Αυτός ο θάνατος μού στοίχισε πάρα πολύ. Ήταν ένας άντρας ψηλός, δυνατός, με μάτια που όλο γελούσαν. Δούλευε σ’ ελαιοτριβείο, όταν ειδοποιήθηκε ότι άνοιξε η διδασκαλική ακαδημία. Στις εξετάσεις ήρθε τρίτος. Έκανε ασβεστοκάμινο, όταν ειδοποιήθηκε να παει για τη σχολή αξιωματικών. Πάλι κι εκεί μπήκε κι αποφοίτησε απ’ τους πρώτους. Ήταν αγαπητός, προσεκτικός. Γεννημένος ηγέτης. Ήταν ο πρώτος άνθρωπος που είδα με τόσο μεγάλη μυϊκή δύναμη, που να έχει τόση επιτηδειοσύνη και τόσο δυνατό μυαλό.

Είχα πέσει άρρωστος∙ και να έχω και την κομματική επιτροπή, σ’ αντίθεση μ’ όλους τους φίλους μου, μ’ όλο το στρατόπεδο, να λέει πως είναι ψέματα, ότι η Ασφάλεια είχε γράψει το γράμμα για να με κάνει να κάνω δήλωση… Μου ήρθε να πλαντάξω με τη μικροκεφαλιά της ηγεσίας μας, όταν μου είπαν εκείνες τις απρέπειες. Ευτυχώς που οι εφημερίδες δημοσίεψαν τη φωτογραφία του σχετικά γρήγορα. Έτσι μ’ άφησαν ήσυχο στο πένθος μου. Χτυπούσαν όμως τα νεύρα όλων μας εκείνες οι καχυποψίες της ηγεσίας μας να βλέπει παντού τα δάχτυλα του εχθρού και «προβοκάτσιες»∙ κι εκεί που πραγματικά χρειαζόταν ν’ ανοίγει σαράντα μάτια, σφαλούσε κι εκείνα τα δυο που είχε.

Όσο περνούσε ο καιρός, οι σύντροφοι, με την παρακολούθηση της κατάστασης στον κόσμο και του πολέμου μας στην Αλβανία, κουράζονταν. Σιγά-σιγά τα μαθήματα σταμάτησαν ολότελα. Καμιά διάλεξη, κανένα διάβασμα ομαδικό εφημερίδας, κανένα άρθρο παράνομο, όσο κατάφερνε η καθοδήγηση να μπάσει απ’ τη φοβερή εκείνη παρακολούθηση της Ασφάλειας. Το στρατόπεδο που δεν έμοιαζε με τον εαυτό του, μα με ανώτερη σχολή, ξαναβρήκε τη μουντή όψη της φυλακής. Πάει και το δικό μου πρόγραμμα μόρφωσης, που ήταν να καταχτήσω σε δυο χρόνια τις γνώσεις του γυμνασίου και ν’ αρχίσω μια ξένη γλώσσα, τη γαλλική. Τα πολιτικά μαθήματα τα ‘χα περάσει μες στον πρώτο χρόνο. Εκείνα τα καημενούλια ήταν λίγα και σταράτα. Κάμποσες συνταγές δίνανε. Σ’ εκείνη τη δίψα μου τα ρούφηξα νεράκι. Στο μεταξύ, ο πόλεμος ακρίβηνε πιο πολύ ακόμη τη ζωή. Το γραφείο της ομάδας, κάτω απ’ αυτή την κατάσταση, λιγόστευε το ψωμί. Χαμήλωσε κι αδυνάτισε το καζάνι. Πεινούσαμε, κι η ομάδα δε θεωρούσε πρέπον να πιέσουμε την κατάσταση πολύ γι’ αύξηση του επιδόματος, σε καιρό που ο πόλεμος χρειαζόταν όλο και πιο μεγάλο μερτικό απ’ τις κρατικές δαπάνες. Έτσι, κάναμε αναφορά, μα μόνο για να εκθέσουμε την άθλια κατάσταση του στρατοπέδου μας.

Εξώφυλλο βιβλίου με τίτλο 'Ακροναυπλία' του Γιάννη Μανουσάκα. Απεικονίζεται ένας άνδρας σε προφίλ που κοιτάζει προς τη θάλασσα, με ορατό το κάστρο του Ακροναυπλίου στο βάθος.
Γιάννης Μανούσακας – Ακροναυπλία

Σχολιάστε