Λογοτεχνία

Εις αύριον τα σπουδαία…

«Εις αύριον τα σπουδαία ή πως μαθαίνουμε να μεταθέτουμε τη ζωή για επόμενες δεκαετίες», θα μπορούσε να τιτλοφορείται κάθε πρωτοχρονιά για πολλούς από εμάς.
Η «ευθυμία» πολλές φορές γίνεται έθιμο, συνήθεια και κρυψώνα. Ένα πέπλο που κρύβει ανασφάλειες και φόβους, μιαν αυλαία, που σαν αφεθεί ελεύθερη να ανοίξει, θα φέρει στην επιφάνεια όλη την αγωνία και την αναμονή, όλο το πάθος για ανθρώπινη ζωή, χωρίς «ζητιανιά» και «παρακάλια», χωρίς υποχρεώσεις σε γραφεία σύγχρονων δουλεμπόρων, χωρίς τόκους και δανεικά χρόνια… πάντα με την ευγενική χορηγία της τράπεζας!
αντιτρετάδιαΤην ίδια στιγμή που γκρίζα σύννεφα απλώνονταν πάνω απ’ τη πόλη, έτοιμα να την πλημμυρίσουν απ’ άκρη σ’ άκρη, η Μαρία από το διπλανό διαμέρισμα απολάμβανε κάποιον ακόμα περιστασιακό έρωτα – φρόντιζε πάντα να την ακούμε όλοι αλλά δεν ξέρω γιατί… μου άρεσε αυτό, τη χαιρόμουν, μα και τη λυπόμουν παράλληλα – η χήρα ακριβώς από κάτω είχε φλομώσει όλη τη περιοχή στα λιβάνια, κόσμος μπαινόβγαινε στα γραφεία του πρώτου ορόφου, λογιστές και δικηγόροι που είχαν να λύσουν προβλήματα πολλά… το ασανσέρ ήταν χαλασμένο πάλι… η πολυκατοικία και τα χαμόσπιτα απέναντι – φωλιές της νέας προσφυγιάς. Η θέα μου απ’ το μπαλκόνι ήταν τα καλώδια για το ρεύμα κι εκείνα τα γκρίζα σύννεφα έτοιμα ν’ αρχινήσουν τη βροχή, στέγες και κάγκελα, κίνηση, θόρυβος και μυρωδιά σκουπιδιών, μια πόλη διόλου μαγική πλέον.

Πότε-πότε όμως άλλαζε ο τρόπος που την έβλεπα.

Το γκρίζο γινόταν, απλά, ένα… φυσικό χρώμα, εναρμονισμένο με τον καιρό και την εποχή, η Μαρία μπορεί και να ήταν ερωτευμένη, η χήρα κρατιόνταν όρθια από την πίστη και την ελπίδα της στο Θεό-σωτήρα, από τις αναμνήσεις της αγάπης της, από τις μυρωδιές του κορμιού του μακαρίτη και τους χυμούς που την είχε ποτίσει όσο ήταν κοντά της στη ζωή – το λιβάνι μου μύριζε όμορφα τότε – κόσμος τακτοποιούσε τις υποθέσεις του κι έβαζε τους λογαριασμούς, τις υποχρεώσεις και τις διάφορες νομικές αντιδικίες σε μία κάποια σειρά, ο ανελκυστήρας συνωμοτούσε για να μας θυμίσει πως δεν κάνει κακό να δοκιμάζουμε τις αντοχές μας στις σκάλες, το μικρό μου διαμέρισμα έμοιαζε μια φωλιά και τα χαμόσπιτα μετατρέπονταν σε καταφύγια για κατατρεγμένους, για κυνηγημένους ανθρώπους που προσωρινά, έστω, βρήκαν κατάλυμα. Τα καλώδια γίνονταν στασίδια των περιστεριών και τα σύννεφα… προάγγελοι της καταιγίδας, κομιστές της βροχής που ήταν ταγμένη να καθαρίσει δρόμους, στέγες και αυλές, για ν’ ανοίξει ο ουρανός έπειτα τις πύλες του στα χρώματα του ουράνιου τόξου. Τότε η πόλη έμοιαζε μαγική!

Εισαγωγή.. Χρήστος Τσαντής «Απόδραση» Οκτώβρης 2008 Μυθιστόρημα.

(στην τελική επεξεργασία).

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s