Μιχάλης Τζανάκης – Κώστας Καρυωτάκης, Ανοιξιάτικο δείλι, 1928 – (video) Με τα φτερά των βιβλίων ταξιδεύουμε

Η εκπομπή «Με τα φτερά των βιβλίων ταξιδεύουμε» (103) στο molto-radio.com ήταν αφιερωμένη στο έργο του Μιχάλη Τζανάκη «Κώστας Καρυωτάκης, Ανοιξιάτικο δείλι, 1928», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ραδάμανθυς. Εκτός από την παρουσιάση του βιβλίου, ακούγονται η ομιλία του Μιχάλη Μαραγκάκη σε εκδήλωση στα Χανιά για τον συγγραφέα, αποσπάσματα από το έργο, απόσπασμα από συνέντευξη του Μίκη Θεοδωράκη για τον Καρυωτάκη, και η προαναγγελία για τη θεατρική διασκευή του βιβλίου που θα ανέβει τον Μάρτιο, στο πλαίσιο των 10 χρόνων ύπαρξης των Εκδόσεων Ραδάμανθυς. Η εκπομπή μεταδίδεται κάθε Τρίτη 8-9 και παρουσιάζει ο Χρήστος Τσαντής. Ακούστε την εκπομπή εδώ:

Σήμερα παρουσιάζουμε το βιβλίο «Ανοιξιάτικο δείλι, 1928» του Μιχάλη Τζανάκη, που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Ραδάμανθυς. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερο έργο, που κινείται ανάμεσα στη λογοτεχνία, τη βιογραφική αφήγηση και τη δραματοποίηση, και μας μεταφέρει στο πιο σκοτεινό και καθοριστικό έτος της ζωής του Κώστα Καρυωτάκη: το 1928.

Για τον Μιχάλη Τζανάκη

Ο Μιχάλης Τζανάκης δεν ήταν μόνο συγγραφέας. Ήταν, πρώτα απ’ όλα, άνθρωπος βαθιά σκεπτόμενος, ευαίσθητος και ανήσυχος. Και για όσους τον γνωρίσαμε από κοντά, ήταν φίλος – με την αληθινή έννοια της λέξης. Δεν μιλούσε ποτέ για τη γραφή του με έπαρση. Αντίθετα, την αντιμετώπιζε με ευθύνη. Πίστευε ότι η λογοτεχνία δεν είναι χώρος προβολής, αλλά χώρος δοκιμασίας: της σκέψης, της ηθικής στάσης του ανθρώπου απέναντι στον κόσμο. Ίσως γι’ αυτό και τα κείμενά του δεν χάιδευαν.

Ο Μιχάλης είχε έναν ήσυχο τρόπο να μπαίνει στα δύσκολα. Μπορούσε να μιλήσει για την Ιστορία, για το κράτος, για την εξουσία, για την ήττα και τη μοναξιά, χωρίς ποτέ να υψώσει τη φωνή του. Κι όμως, τα λόγια του έμεναν. Γιατί είχαν βάρος. Γιατί προέρχονταν από έναν άνθρωπο που δεν φοβόταν να κοιτάξει κατάματα τα πράγματα.

Το Ανοιξιάτικο δείλι, 1928 δεν είναι απλώς ένα βιβλίο για τον Καρυωτάκη. Είναι, με έναν τρόπο, κατάθεση του ίδιου του Τζανάκη: της αγωνίας του για τον άνθρωπο που συνθλίβεται, της δυσπιστίας του απέναντι στους θεσμούς, της βαθιάς του συμπόνιας για όσους δεν χωρούν εύκολα στον κόσμο.

Όσοι τον γνωρίσαμε, ξέρουμε ότι αυτό το βιβλίο δεν γράφτηκε από απόσταση. Γράφτηκε με εσωτερική συγγένεια. Ο Μιχάλης δεν έβλεπε τον Καρυωτάκη ως φιλολογικό θέμα, αλλά ως άνθρωπο που περπάτησε μόνος, πλήρωσε ακριβά την ευαισθησία του και τελικά άφησε πίσω του μια φωνή που ακόμα μας αφορά. Σήμερα, που ο ίδιος δεν είναι πια μαζί μας, τα βιβλία του και η θεατρική τους συνέχεια μάς θυμίζουν κάτι πολύ απλό και πολύ δύσκολο μαζί: ότι κάποιοι άνθρωποι δεν φεύγουν πραγματικά, όσο οι λέξεις τους συνεχίζουν να μας κοιτούν κατάματα.

Το «Ανοιξιάτικο δείλι» δεν είναι μια απλή βιογραφία. Είναι μια λογοτεχνική ιχνηλάτηση των τελευταίων περίπου διακοσίων ημερών του ποιητή – από την Αθήνα και την Πάτρα έως την Πρέβεζα, τον τόπο όπου η ζωή και η ποίηση του Καρυωτάκη θα συναντηθούν οριστικά. Μέσα από σκηνές καθημερινότητας, εσωτερικούς μονολόγους, επιστολές και ιστορικά τεκμήρια, ο συγγραφέας επιχειρεί να φωτίσει όχι μόνο τον θάνατο, αλλά κυρίως τη διαδρομή.

Ο Καρυωτάκης παρουσιάζεται εδώ όχι ως σύμβολο ή «καταραμένος ποιητής», αλλά ως άνθρωπος: δημόσιος υπάλληλος σε διαρκή δίωξη, ερωτευμένος και απογοητευμένος, πολιτικά και ηθικά ασφυκτιών μέσα σε μια κοινωνία σκληρή, μικρή και συχνά εχθρική προς την ευαισθησία. Η Πρέβεζα του 1928 δεν λειτουργεί απλώς ως τόπος, αλλά ως ατμόσφαιρα: υγρασία, μιζέρια, γραφειοκρατία, κοινωνική υποκρισία – όλα όσα θα γεννήσουν ποιήματα όπως το εμβληματικό «Πρέβεζα».

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και ο διάλογος του έργου με τη μεταγενέστερη πρόσληψη του Καρυωτάκη: η μουσική, οι μελοποιήσεις, η επίδρασή του σε νεότερες γενιές. Το βιβλίο δείχνει πώς ένας ποιητής που παρεξηγήθηκε, έγινε τελικά σημείο αναφοράς – όχι μόνο για τη λογοτεχνία, αλλά για μια ολόκληρη στάση ζωής. Με γλώσσα ρέουσα, δραματουργική ένταση και σεβασμό στα ιστορικά δεδομένα, το «Ανοιξιάτικο δείλι, 1928» απευθύνεται τόσο στον αναγνώστη που γνωρίζει τον Καρυωτάκη, όσο και σε εκείνον που θέλει να τον συναντήσει για πρώτη φορά – μακριά από σχολικά στερεότυπα. Ένα βιβλίο για την ποίηση, τη μοναξιά, την κοινωνική ασφυξία, αλλά και για το τίμημα της ευαισθησίας. Ένα βιβλίο που δεν ζητά απαντήσεις, αλλά μας καλεί να σταθούμε – έστω για λίγο – μέσα σε εκείνο το ανοιξιάτικο δείλι του 1928.

Μιχάλης Τζανάκης

Ο Καρυωτάκης και η εποχή του

Ο Κώστας Καρυωτάκης έζησε και έγραψε σε μια από τις πιο ταραγμένες περιόδους της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Η δεκαετία του 1920 είναι μια εποχή βαθιάς συλλογικής διάψευσης. Η Μικρασιατική Καταστροφή, οι χιλιάδες πρόσφυγες, η φτώχεια, η πολιτική αστάθεια, δημιουργούν ένα κλίμα κοινωνικής κόπωσης και ηθικής αποσύνθεσης. Το όραμα της «Μεγάλης Ιδέας» έχει καταρρεύσει και στη θέση του κυριαρχεί η ανασφάλεια, η μικρότητα και η γραφειοκρατική βία του κράτους.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο Καρυωτάκης δεν είναι απλώς ποιητής∙ είναι δημόσιος υπάλληλος, εγκλωβισμένος σε ένα σύστημα μεταθέσεων, πιέσεων και εξευτελισμών. Η εργασία του δεν του προσφέρει κοινωνική καταξίωση, αλλά καθημερινή φθορά. Το κράτος, αντί να στηρίζει, συνθλίβει. Και η επαρχία λειτουργεί συχνά ως τόπος ασφυξίας, ελέγχου και ηθικής καταδίκης του διαφορετικού.

Αυτό ακριβώς το ιστορικό και κοινωνικό περιβάλλον είναι που μεταφέρει στο βιβλίο του ο Μιχάλης Τζανάκης στο «Ανοιξιάτικο δείλι, 1928». Ο συγγραφέας δεν αντιμετωπίζει την εποχή ως απλό φόντο, αλλά ως ενεργό παράγοντα της τραγωδίας. Η υγρασία της Πρέβεζας, τα ετοιμόρροπα σπίτια, οι κάργιες, η δυσωδία, η υπηρεσιακή ρουτίνα, οι μικρές κοινωνικές κακίες – όλα λειτουργούν συμβολικά και ρεαλιστικά μαζί. Είναι η ίδια η κοινωνία που «γράφει» πάνω στον ποιητή.

Στο βιβλίο, η εποχή περνά μέσα από τη σωματική και ψυχική εμπειρία του Καρυωτάκη: την εξάντληση, τη μοναξιά, τον σαρκασμό, την αίσθηση ότι δεν υπάρχει έξοδος. Ο Τζανάκης δεν εξιδανικεύει ούτε ψυχολογικοποιεί μονοδιάστατα. Δείχνει πώς ένα άτομο με υψηλή ευαισθησία συνθλίβεται μέσα σε έναν κόσμο που δεν αντέχει την αλήθεια, την ειρωνεία και την ηθική συνέπεια. Έτσι, το Ανοιξιάτικο δείλι γίνεται κάτι περισσότερο από αφήγηση ενός τέλους. Γίνεται πορτρέτο μιας εποχής σε αποσύνθεση, μέσα από το βλέμμα ενός ανθρώπου που δεν μπόρεσε – ή δεν θέλησε – να συμβιβαστεί μαζί της.

Ανοιξιάτικο δείλι Κώστας Καρυωτάκης

«Τι κράτος είναι αυτό;»

Παρότι το βιβλίο του Μιχάλης Τζανάκης μας μεταφέρει στο 1928, τα ερωτήματα που θέτει είναι απολύτως σύγχρονα. Ένα από τα πιο ηχηρά είναι ακριβώς αυτό που γράφει και στο βιβλίο: «Τι κράτος είναι αυτό;»

Ο Κώστας Καρυωτάκης παρουσιάζεται ως δημόσιος υπάλληλος που βιώνει ένα κράτος: αυθαίρετο και τιμωρητικό, γραφειοκρατικό μέχρι απανθρωπιάς, πολιτικά κυνικό και ηθικά αδιάφορο, ανίκανο να προστατεύσει, αλλά εξαιρετικά ικανό να εξουθενώνει. Οι συνεχείς μεταθέσεις, οι υπηρεσιακές διώξεις, η στοχοποίηση, οι φήμες, η ηθική επιτήρηση της ιδιωτικής ζωής, θυμίζουν έντονα μηχανισμούς εξουσίας που δεν ανήκουν μόνο στο παρελθόν. Ο Καρυωτάκης δεν συνθλίβεται από ένα μεμονωμένο πρόσωπο, αλλά από ένα σύστημα.

Ο Τζανάκης περνά αυτή την επικαιρότητα όχι με ευθείες καταγγελίες, αλλά μέσα από: την καθημερινή ταπείνωση του ανθρώπου από τον θεσμό, τη μικρότητα της τοπικής εξουσίας, την αίσθηση ότι το κράτος δεν υπηρετεί τον πολίτη, αλλά τον υποψιάζεται. Και εδώ βρίσκεται το καίριο σημείο: το βιβλίο δεν μιλά μόνο για ένα κράτος του Μεσοπολέμου, αλλά για κάθε κράτος που αποτυγχάνει να είναι δίκαιο, διαφανές και ανθρώπινο.

Γι’ αυτό και η ανάγνωση σήμερα γεννά αυθόρμητα την αίσθηση ότι «κάτι γνωρίζουμε από όλα αυτά». Η αποξένωση του πολίτη, η αναξιοκρατία, η διοικητική βία, η απαξίωση της ευαισθησίας και της κριτικής σκέψης – όλα αυτά κάνουν το «Ανοιξιάτικο δείλι» ένα βιβλίο ιστορικό μεν, αλλά βαθιά επίκαιρο. Χωρίς να φωνάζει, χωρίς να διδάσκει, το βιβλίο αφήνει τον ακροατή και τον αναγνώστη να αναρωτηθεί μόνος του: μήπως τελικά το ερώτημα «τι κράτος είναι αυτό;» δεν έπαψε ποτέ να μας αφορά;

Για παραγγελία του βιβλίου δείτε εδώ:

Ο Μίκης, ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου και ο Καρυωτάκης

Ο Μίκης Θεοδωράκης υπήρξε από τους πρώτους που είδαν στον Κώστα Καρυωτάκη όχι τον «ποιητή της παραίτησης», αλλά έναν βαθιά πολιτικό και ηθικό δημιουργό. Για τον Θεοδωράκη, ο Καρυωτάκης δεν ήταν ένας μελαγχολικός αυτόχειρας, όπως συχνά παρουσιάστηκε, αλλά ένας άνθρωπος που ασφυκτιούσε μέσα σε ένα άδικο κράτος και μια υποκριτική κοινωνία. Ένας ποιητής που πλήρωσε ακριβά την αδυναμία του να συμβιβαστεί. Η ειρωνεία, ο σαρκασμός και η πίκρα του δεν ήταν αδυναμία χαρακτήρα, αλλά στάση αντίστασης.

Ο Μίκης αντιμετώπισε τον Καρυωτάκη ως έναν πρόδρομο της σύγχρονης κοινωνικής κριτικής. Γι’ αυτό και πίστευε πως η ποίησή του δεν ανήκει στο παρελθόν, αλλά συνομιλεί διαρκώς με το παρόν – με την εξουσία, τη γραφειοκρατία, τη μικρότητα των θεσμών, την απαξίωση της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Αυτή ακριβώς η ανάγνωση άνοιξε τον δρόμο ώστε η ποίηση του Καρυωτάκη να περάσει από τη σελίδα στη μουσική και να ακουστεί από ένα ευρύτερο κοινό. Η μελοποίηση και η ερμηνεία του ποιήματος «Πρέβεζα» από τον Βασίλη Παπακωνσταντίνου έδωσε φωνή σε έναν ποιητή που για χρόνια είχε παρεξηγηθεί.

Ο Θεοδωράκης πίστευε βαθιά ότι όταν η ποίηση συναντά τη μουσική, επιστρέφει στον λαό. Και ο Καρυωτάκης, μέσα από αυτή τη συνάντηση, έπαψε να είναι «ο ποιητής της ήττας» και έγινε ο ποιητής της ανυπότακτης ευαισθησίας. Ίσως γι’ αυτό σήμερα ο Καρυωτάκης ακούγεται πιο επίκαιρος από ποτέ: γιατί, όπως θα έλεγε και ο Μίκης, δεν ηττήθηκε ο ίδιος – ηττήθηκε ο κόσμος που δεν μπόρεσε να τον αντέξει.

Από το χαρτί στη σκηνή

Η θεατρική διασκευή του βιβλίου Κώστας Καρυωτάκης «Ανοιξιάτικο δείλι, 1928» αποκτά έναν ιδιαίτερο συμβολισμό, καθώς παρουσιάζεται τη χρονιά που οι Εκδόσεις Ραδάμανθυς συμπληρώνουν δέκα χρόνια δημιουργικής παρουσίας στον χώρο του βιβλίου και του πολιτισμού. Δέκα χρόνια εκδοτικής διαδρομής που δεν περιορίστηκαν μόνο στο χαρτί. Οι Εκδόσεις Ραδάμανθυς επέλεξαν από νωρίς να λειτουργήσουν ως ζωντανός πολιτιστικός πυρήνας: χώρος παρουσιάσεων, συζητήσεων, μουσικών και – πλέον – θεατρικών πειραματισμών. Η πειραματική σκηνή που έχει στηθεί στον πολυχώρο των εκδόσεων δεν είναι απλώς ένα ακόμα θεατρικό εγχείρημα. Είναι η φυσική συνέχεια μιας φιλοσοφίας που θέλει το βιβλίο να συνομιλεί με τις άλλες τέχνες.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η θεατρική μεταφορά του έργου του Μιχάλης Τζανάκης, που φωτίζει τα τελευταία βήματα του Κώστας Καρυωτάκης. Μια ιστορία βαθιά πολιτική, υπαρξιακή και επίκαιρη, που βρίσκει στη μικρή, πειραματική σκηνή τον ιδανικό της χώρο: χωρίς απόσταση, χωρίς ασφάλεια, σχεδόν πρόσωπο με πρόσωπο με τον θεατή.

Τη θεατρική διασκευή υπογράφουν ο Παναγιώτης Ζαφείρης και η Άννα Γεωργούλη, η οποία αναλαμβάνει και τη σκηνοθεσία. Η προσέγγισή τους δεν αντιμετωπίζει τον Καρυωτάκη ως ιστορικό μνημείο, αλλά ως ζωντανό, εκτεθειμένο άνθρωπο, σε σύγκρουση με το κράτος, την κοινωνία και τον ίδιο του τον εαυτό.

Στη σκηνή εμφανίζονται οι: Κυριάκος Τζεϊράνης, Ελένη Καποκάκη, Μιχάλης Μαραγκάκης, συνθέτοντας ένα σχήμα που κινείται ανάμεσα στον λόγο, τη σιωπή, τον εσωτερικό μονόλογο και τη συλλογική μνήμη. Έτσι, η παράσταση αυτή δεν είναι απλώς μια θεατρική διασκευή. Είναι εορταστική πράξη ουσίας: ένα βιβλίο που γίνεται θέατρο, ένας εκδοτικός οίκος που γίνεται σκηνή, και δέκα χρόνια δημιουργίας που αποδεικνύουν ότι ο πολιτισμός γεννιέται εκεί όπου οι τέχνες συναντιούνται.

Ο έρωτας του Καρυωτάκη με τη Μαρία Πολυδούρη

(και πώς ζει μέσα στο «Ανοιξιάτικο δείλι, 1928»)

Ο έρωτας του Κώστας Καρυωτάκης με τη Μαρία Πολυδούρη είναι από τις πιο φορτισμένες και παρεξηγημένες ιστορίες της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Δεν υπήρξε ποτέ ειδυλλιακός, ούτε «ρομαντικός» με την εύκολη έννοια. Ήταν ένας έρωτας ασύμμετρος, ανεκπλήρωτος και βαθιά τραυματισμένος από την πραγματικότητα. Γνωρίστηκαν ως νέοι δημόσιοι υπάλληλοι και ποιητές, σε μια εποχή που η ζωή δεν άφηνε πολλά περιθώρια για αυταπάτες. Ο Καρυωτάκης, ήδη καταπονημένος ψυχικά και σωματικά, φοβόταν τον γάμο, την κοινωνική δέσμευση, αλλά και το ενδεχόμενο να παρασύρει την Πολυδούρη σε μια ζωή φθοράς. Εκείνη, νεότερη, παθιασμένη, διεκδικητική, ήθελε έναν έρωτα απόλυτο, ακόμη κι αν ήταν καταδικασμένος.

Ο έρωτάς τους δεν τελείωσε με ρήξη, αλλά με αδυναμία. Και αυτή η αδυναμία έγινε πληγή που δεν έκλεισε ποτέ — ούτε για τον έναν ούτε για την άλλη. Στο «Ανοιξιάτικο δείλι, 1928», ο Μιχάλης Τζανάκης μεταφέρει αυτή τη σχέση χωρίς μελοδραματισμό και χωρίς εξιδανίκευση. Η Μαρία Πολυδούρη υπάρχει στο βιβλίο κυρίως ως απουσία που βαραίνει. Ως σκέψη, ως ενοχή, ως ανεκπλήρωτη υπόσχεση. Ο Καρυωτάκης τη μνημονεύει ως «δεσποινίδα» – ένας όρος που φανερώνει τρυφερότητα, απόσταση και αυτοπροστασία μαζί.

Η Πολυδούρη στο βιβλίο δεν λειτουργεί ως ρομαντική ηρωίδα, αλλά ως καθρέφτης του διχασμού του Καρυωτάκη: ανάμεσα στην επιθυμία και την άρνηση, ανάμεσα στη ζωή και την παραίτηση, ανάμεσα στον έρωτα και την ευθύνη. Ο Τζανάκης δείχνει καθαρά ότι αυτός ο έρωτας δεν ήταν η αιτία της αυτοκτονίας, αλλά ένας ακόμη κρίκος σε μια αλυσίδα πίεσης, μοναξιάς και ηθικής ασφυξίας. Κι όμως, είναι και το τελευταίο νήμα που τον δένει με τη ζωή. Η σκέψη της Πολυδούρη είναι από τα ελάχιστα σημεία όπου ο ποιητής διστάζει. Έτσι, στο «Ανοιξιάτικο δείλι», ο έρωτας δεν εμφανίζεται ως λύτρωση, αλλά ως το πιο ανθρώπινο εμπόδιο πριν το τέλος.

Ο Κώστας Καρυωτάκης δεν μας αφορά επειδή πέθανε νέος. Μας αφορά επειδή έζησε χωρίς να συμβιβαστεί. Μέσα από το «Ανοιξιάτικο δείλι, 1928» του Μιχάλη Τζανάκη, από τον έρωτά του με την Πολυδούρη, από τη σύγκρουσή του με το κράτος και την κοινωνία, από τη θεατρική διασκευή που ανεβαίνει σήμερα σε μια πειραματική σκηνή, ο Καρυωτάκης επιστρέφει όχι ως μύθος, αλλά ως ζωντανό ερώτημα. Και αυτό το ερώτημα βρίσκει χώρο του στη σκηνή των Εκδόσεων Ραδάμανθυς, που γιορτάζουν δέκα χρόνια δημιουργίας, επιλέγοντας όχι την ασφάλεια, αλλά τη συνάντηση των τεχνών, του λόγου και της σκέψης.

Ίσως τελικά αυτό να είναι και το νόημα αυτής της εκπομπής: να θυμηθούμε ότι η ποίηση δεν γράφεται για να παρηγορεί, αλλά για να ενοχλεί, να φωτίζει και να αντέχει στον χρόνο. Από το 1928 μέχρι σήμερα, το ερώτημα παραμένει ανοιχτό. Κι όσο παραμένει, ο Καρυωτάκης είναι ακόμα εδώ.

Χρήστος Τσαντής

Εκπομπή «Με τα φτερά των βιβλίων ταξιδεύουμε»

Τρίτη (και) 13 Ιανουαρίου 2026

Σχολιάστε