Ο Μιχάλης Μαραγκάκης για το «Ανοιξιάτικο δείλι – Κ. Καρυωτάκης» του Μιχάλη Τζανάκη

Το Μιχάλη Τζανάκη δεν είχα την χαρά να τον γνωρίσω από κοντά, παρά μόνο μέσα από το έργο του. Θες η γεωγραφική απόσταση, θες το γεγονός ότι προηγήθηκε χρονικά στην καλλιτεχνική του δράση; Μικρή έχει σημασία.. Διότι το σώμα αποτελεί μέσο για την ανάδειξη του λόγου, του πνεύματος και των Υπέροχων πλευρών που έχει ο καθένας από εμάς. Όταν τις απιθώσουμε σε τούτη τη γη, στο μυαλό και στις καρδιές των ανθρώπων που συναντούμε καθημερινά ή που δε θα συναντήσουμε ποτέ, τότε το σώμα μπορεί να απέλθει από τούτη τη ζωή και ο άνθρωπος που το είχε μέχρι τη στιγμή του φευγιού, χρεωθεί, μπορεί να είναι ήσυχος ότι ο θάνατος δεν πήρε τίποτα παραπάνω από ένα κακοραμμένο σαρκί.

Διαβάζοντας το “Ανοιξιάτικο Δείλι” του Μιχάλη, διαπιστώνει κανείς τη δικαίωση του άνωθεν στόχου. Ο συγγραφέας, σε αυτό το ιστορικό του μυθιστόρημα – πιθανότατα εκεί θα το ενέτασσε κάποιος ειδικός στις μακροσκοπικές κατηγοριοποιήσεις βιβλίων – ξεκινάει με μία σύγχρονη ιστορία, πιθανόν αυτοβιογραφική πιθανόν όχι, που εντάσσει τον αναγνώστη/την αναγνώστρια στο πνεύμα του τι θα ακολουθήσει: μία μίξη ιστορικών στοιχείων με ένα μυθιστορηματικό ζουμ στις κορυφαίες σκηνές που εκτυλίχθηκαν στη ζωή του Καρυωτάκη τους τελευταίους μήνες της ζωής του. Από την έντονη, ασυμβίβαστη και διδαχτική συνδικαλιστική δράση του και τις εκδικητικές μεταθέσεις του από το κεντρικό κράτος και μάλιστα από συγκεκριμένο υπουργό μέχρι την Πολυδούρη σε ένα άλλο, μη ερωτικό ρόλο και τις τραγικές ώρες πριν την αυτοκτονία του.

Κάνοντας και εμείς το δικό μας ζουμ εντός του βιβλίου, καθηλωτικές είναι η σκηνή αγοράς του όπλου στην Πρέβεζα καθώς και η σκηνή του έντονου διαλόγου υπουργού Κύρκου – Καρυωτάκη. Σκηνές που αφομοιώνουν επιτυχώς πληροφορίες, λεπτομέρειες και την κουλτούρα της εποχής, αποδεικνύοντας την προεργασία και τη μελέτη του Μιχάλη πριν τη συγγραφή αυτή καθαυτή του βιβλίου.

Έτσι, ο αναγνώστης / η αναγνώστρια εισέρχεται και αυτός/ή στον ίδιο χώρο με τους πρωταγωνιστές – στο οπλοπωλείο ή στο γραφείο του Υπουργού – κάθεται σε μία καρέκλα και παρακολουθεί το διάλογο, τις ατάκες, τα ύφη τους, το μίσος ή το θαυμασμό, την απορία ή την άγνοια. Θέλει να αποτρέψει τον ποιητή από την αγορά του όπλου, θέλει να τον πείσει να το ξανασκεφτεί. Θέλει να πάρει το μέρος του υπαλλήλου Καρυωτάκη, θέλει να καταγγείλει, να ουρλιάξει για το άδικο. Δυστυχώς, οι ήρωες δεν μπορούν να ακούσουν. Συνειδητοποιώντας και ο αναγνώστης το οξύμωρο, μένει να διαβάζει τη συνέχεια του βιβλίου που μεταπηδά σε νέο κεφάλαιο και στην περιγραφή της καθημερινότητας του Καρυωτάκη λίγο καιρό πριν μετατεθεί στην Πρέβεζα.

Το τέλος του βιβλίου ακολουθεί την κορύφωση των τελευταίων ωρών του ποιητή και υπαλλήλου Καρυωτάκη. Ιστορικά γεγονότα και φανταστικοί διάλογοι που τα διανθίζουν, παίρνουν από το χέρι όλους εμάς που διαβάζουμε το βιβλίο και μας συνοδεύουν μέχρι το σημείο κάτω από τον ευκάλυπτο. Εμείς, έχοντας πάρει πλέον το μέρος του ποιητή μας, αντιδρούμε, τραβάμε με μανία από την άλλη, δε θέλουμε να πάμε προς τα εκεί, λες και με αυτόν τον τρόπο θα αλλάξουμε όσα έχουν ήδη καταγραφεί σχεδόν προ εκατονταετίας. Μοιραία, παραδιδόμαστε και διαβάζουμε συμβιβασμένα τη σκηνή γραφής της επιστολής αυτοκτονίας, την ίδια την επιστολή. Στο τέλος, σαν άπιστοι Θωμάδες, ψηλαφούμε την τρύπα στο ύψος της καρδιάς του ποιητή.

  • Δεν παίζεις σε ταινία, βλάκα, μη σε παραμυθιάζουν άλλο οι χολιγουντιανοί σεναριογράφοι που σκίζουν τη Γη λες και αυτή είναι λινή! Ο ποιητής αυτοκτόνησε, σου φωνάζει ο Μιχάλης λίγο πριν κλείσει με τον ίδιο τρόπο που ξεκίνησε αυτό το βιβλίο: με μία σύγχρονη ιστορία, πιθανόν αυτοβιογραφική πιθανόν όχι, που αποκλιμακώνει την ένταση και παραδίδει, εμάς που το διαβάζουμε, στην πραγματικότητα που πάντα θα ξεπερνά, θα υπερνικά, θα ξεφτιλίζει ενίοτε ακόμα και τη φαντασία του πιο ευφάνταστου σεναριογράφου.
Μιχάλης Τζανάκης
Ανοιξιάτικο δείλι Κώστας Καρυωτάκης

Σχολιάστε