Τον Μιχάλη τον γνώριζα, και σήμερα είναι πολύ δύσκολο για εμένα να μιλήσω για αυτόν. Ο Μιχάλης δεν είναι εδώ μαζί μας, αλλά αισθάνομαι μια ενέργεια στο χώρο σα να είναι δίπλα μας. Δυστυχώς δεν είχα καταφέρει να τον αποχαιρετήσω σχεδόν ένα χρόνο νωρίτερα, όταν έφυγε για το μακρύ ταξίδι. Ένα μήνα πριν το φευγιό του, μιλούσαμε και δεν πίστευα πως αυτή θα ήταν η τελευταία συζήτησή μας. Σαράντα μέρες μετά το φευγιό του, κατάφερα να γράψω λίγα λόγια, για να περιγράψω τις πολλές σκέψεις και συναισθήματα που με είχαν περικυκλώσει.
«Υπάρχουν φιλίες που γεννήθηκαν όταν οι δεκαετίες πια είχαν περάσει. Δεν έχουν να θυμούνται κοινές παιδικές σκανταλιές, κοινά εφηβικά όνειρα ή φοιτητικά ξενύχτια, έχουν όμως να θυμούνται, όμορφες συζητήσεις και προβληματισμούς για την κοινωνία του χθες και του σήμερα. Έτσι κι εμείς, γνωριστήκαμε μέσα από τον εκδοτικό οίκο Ραδάμανθυς, τότε που είχα την μεγάλη τιμή να μιλήσω για το βιβλίο σου «Μια σταγόνα δάκρυ», όταν το παρουσίασες εδώ στα Χανιά. Ήρθαν κι άλλες τέτοιου είδους συνεργασίες και σ’ ευχαριστώ γι’ αυτό, όπως και για πολλά ακόμη. Σ’ ευχαριστώ για τις όμορφες κουβέντες μας, τροφή για σκέψη πάντα… Σ’ ευχαριστώ για την στήριξη και την ενθάρρυνση στα δικά μου συγγραφικά βήματα. Κρατώ στα χέρια μου το βιβλίο σου «Χώμα κόκκινο», και διαβάζω σ’ ένα από τα διηγήματα που τόσο όμορφα έχεις γράψει, για τις χρωματιστές βάρκες, σε κάποια ακτή της Αφρικής, όπου τοποθετούσαν τους νεκρούς για το στερνό ταξίδι. Και την ίδια ώρα σκέφτομαι εσένα και πόσο όμορφα θα παρουσίαζες και θα το συνέδεες με τον Αχέροντα ποταμό. Είμαι σίγουρη πως θα έλεγες για τον βαρκάρη που παίρνει της ψυχές στον Άδη, θα εξηγούσες με τον μοναδικό δικό σου τρόπο ότι «Άχος» σημαίνει λύπη, στεναχώρια, κι από εκεί πήρε το όνομά του ο ποταμός. Και πόσο μας στεναχώρησες βρε Μιχάλη… Ήσουν μεγάλος δάσκαλος Μιχάλη, και καλός φίλος. Έφυγες και σκέφτομαι εσένα και το πόσο όμορφα, εύστοχα και καυστικά σχολίαζες την επικαιρότητα. Έφυγες και σκέφτομαι το δυσαναπλήρωτο κενό που άφησες στην όμορφη οικογένειά σου. Έφυγες και στο νου μου έρχονται συχνά οι συζητήσεις μας. Έφυγες Μιχάλη «Έτσι Ξαφνικά», και είχες να δώσεις ακόμη τόσα, είχες να πάρεις ακόμη τόσα… Θα είσαι πάντα φίλος αγαπημένος, ακόμη κι αν έφυγες, είσαι εδώ, είσαι μέσα στην ψυχή όλων εμάς που σε αγαπάμε και σε εκτιμάμε, ζεις στις καρδιές μας. Σχεδόν σαράντα μέρες από το φευγιό σου…».
Το τελευταίο του βιβλίο, «Έτσι Ξαφνικά», δεν μπορούσα να το διαβάσω, δεν είχα τη δύναμη να το ανοίξω. Το κοιτούσα και με κοιτούσε και αυτή η σιωπή έσπαγε τα αφτιά μου. Όταν επιτέλους κατάφερα να το διαβάσω, σχεδόν ένα χρόνο μετά το φευγιό του Μιχάλη, κατάλαβα πόση δύναμη είχε ο φίλος μου και πόση δύναμη κατάφερε να μου δώσει. Ακόμη κι από εκεί, το όποιο εκεί…. Κατάφερε να μου δείξει το δρόμο και να με συμβουλέψει, να γίνει μια ακόμη φορά στήριγμα και οδηγός. Ο Μιχάλης μας λείπει, μας λείπει!! Λείπει στους φίλους τους, στην οικογένειά του, στους αναγνώστες του. Τον έχουμε όμως πάντα, μέσα στη σκέψη και στην καρδιά μας, τον έχουμε κοντά μας διαβάζοντας τα βιβλία του. Και με όλα αυτά που συμβαίνουν γύρω μας, πολλές φορές σκέφτομαι, πως θα τα σχολίαζε ο Μιχάλης, τι θα έγραφε; Σίγουρα θα έγραφε πολλά και εύστοχα!
Καλή αντάμωση φίλε μου!!
Με αγάπη Κων/να Χαριτάκη.
