Κοινωνία και Πολιτική

Κριτική του φιλελευθερισμού Σ. Σωμερίτης*

 

(Απόσπασμα ανέκδοτης εργασίας για την εξέλιξη της Δημοκρατίας – όπως δημοσιεύτηκε το 1934 στο περιοδικό Σοσιαλιστική Επιθεώρηση, τεύχος 9-10).

 

Φιλελευθερισμός. Δημοκρατία. Με τί συνδέονται; Από τί χωρίζονται; Για το σημερινό άνθρωπο, που συνήθισε σε μια άλλη αντίληψη του το πράγμα δεν είναι αμέσως αντιληπτό. Κι όμως, μόλις εκατό σαράντα χρόνια πίσω, μια από τις σημαντικότερες χώρες της Ευρώπης, η Γαλλία γνώριζε πρώτη το θριαμβευτικό και ασυγκράτητο ξέσπασμα τους. Δεν ήταν βέβαια αυτό που ξέσπασε τότε η σημερινή Δημοκρατία, όπως αναπτύχθηκε και εκδηλώνεται όλο και πιο έντονα κάτω από την επαναστατική πίεση του προλεταριάτου.

Δεν ήταν όμως ούτε ο σημερινός Φιλελευθερισμός, φθαρμένη έννοια χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο, χωρίς ζωντάνια, χωρίς αλήθεια. Έκρυβε τότε μέσα του τον πόνο από εκατομμύρια δυναστευμένους και ταλαιπωρημένους ανθρώπους από την κοινωνική ολιγαρχία των μεγάλων γαιοκτημόνων, την πολιτική καταπίεση του Μοναρχικού, απόλυτου και προσωπικού κράτους. Τον ζωντάνευε η ελπίδα για μια καινούργια ζωή. Τον ξεπετούσε το θάρρος που εμπνέει η πίστη στην κοινωνική ελευθερία, στην κοινωνική δικαιοσύνη, στην κοινωνική ισότητα.

μεσαίωναςΓια πρώτη φορά, ύστερα από την σκοτεινή περίοδο της μεσαιωνικής αμάθειας, της βίας και της αδικίας, ο Φιλελευθερισμός ύψωνε τον άνθρωπο — αστό, αγρότη ή εργάτη — αντιμέτωπο προς τους δυνάστες του, προς την εξουσία τους, την πολιτική και οικονομική οργάνωση τους τις πνευματικές και ηθικές αξίες τους.

Ο Φιλελευθερισμός; Εκατό σαράντα χρόνια πίσω μια καθολική Επανάσταση που τίναζε προς την ζωή και το φως όλους τους σκλάβους μια καθολική επανάσταση, που βρήκε το κίνητρο της και την αφετηρία της στις πρώτες μεγάλες κατακτήσεις τον ανθρώπου ενάντια στη Φύση, που μπόρεσαν να του δείξουν όλη την κρυμμένη δυναμικότητά του, όλη την πιθανότητα που είχε να ζήσει ελεύθερος και νικητής στις φυσικές δυνάμεις, που η θρησκευτική άγνοια και το συμφέρον των μεγιστάνων της γης του παρίσταναν μυστικές και ανυπότακτες στη θέληση και στη γνώση του.

Η Δημοκρατία; Η ριζική και αναγκαία συνέπεια του πρώτου. Η ολοκλήρωση του, όταν ο ίδιος υποτάχτηκε σε κείνους, που με το χρήμα τους έκαμαν δικό τους προνόμιο ό,τι δεν ήταν παρά η κατάκτηση του ανθρώπου και μόνον αυτού.

Να λοιπόν τι συνδέει και τι ξεχωρίζει Φιλελευθερισμό και Δημοκρατία. Γεννήθηκαν μαζί. Από τα 1830 ως τα 1848 ολόκληρη η Ευρώπη ξεπετιέται κάτω από την επίδραση τους. Ακριβώς, δηλαδή όταν η αστική επανάσταση ενάντια στο φεουδαρχικό κόσμο είχε περάσει πια το οξύτερο σημείο της, κι η επικράτησή της είχε εξασφαλιστεί.

Όμως την αρχή τους πρέπει να τη ζητήσουμε σε παλιότερα χρόνια. Στη Διακήρυξη του 1789, λίγο πρωτύτερα ακόμα στο Σύνταγμα των Ενωμένων Πολιτειών της Αμερικής. Λίγο αργότερα, στα 1792-1793, στη μεγάλη περίοδο της Συμβατικής Συνέλευσης στην Γαλλία ή στο κίνημα του Babeuf.

ΝαπολέωνΧωρίστηκαν γλήγορα όμως για να ακολουθήσει η κάθε μια το δικό της δρόμο και το δικό της πεπρωμένο. Ο Φιλελευθερισμός γίνεται η επίσημη ιδεολογική formula της αστικής τάξης στην πάλη της για να επικρατήσει και το ό,τι επιφανειακά είναι υπερταξικός δεν είναι αρκετό για να κλονίσει το παραπάνω συμπέρασμα.

Η αστική τάξη, πολεμώντας τον κλήρο και τη φεουδαρχική αριστοκρατία ήταν μοιραίο να αισθανθεί την ανάγκη να βάλει απέναντι στο θείο δίκαιο και την παράδοση, που τους στήριζε, μια πλατύτερη και ανώτερη ηθική βάση, ένα δίκαιο πιο δυνατό κι ακαταμάχητο, που θα μπορούσε να ενώσει μαζί της όλους τους αδικημένους. Δεν μπορούσε να βρει τίποτε άλλο πιο δυνατό από τη φυσική ελευθερία για κάθε άνθρωπο, που κανείς δε μπορεί να έχει το δικαίωμα να του καταπατεί και να του αρνηθεί.

Η υπερταξική αυτή ιδεολογία της ήταν αναγκαία. Μόνον μ’ αυτή έσβηνε κάθε εξωτερικό σημάδι ιδιοτέλειας για τον αγώνα της από όλες τις κοινωνικές τάξεις που δυναστεύονταν από την κοσμική κι εκλησιαστική αριστοκρατία τού 18ου αιώνα. Το ίδιο νόημα εκφράζει ο Jaurès όταν λέει: «η επαναστατημένη αστική τάξη για να πολεμήσει ασφαλέστερα υποχρεώθηκε να υψωθεί ως τον άνθρωπο. Το έκαμε, αν και κινδύνευε έτσι να ξεπεράσει το δικό της δίκαιο, να αναγγείλει την μακρινή ανατολή ενός καινούργιου. Σ’ αυτό το ταξικό θάρρος, στην τόλμη να ετοιμάσουν κυρίαρχα όπλα, που μπορούσε μιαν ημέρα να τους τα αντιστρέψει η ιστορία, κρύβεται το εσώτερο μεγαλείο των επαναστατημένων αστών. Σ’ αυτό κλείνεται η καθολική σημασία της Επανάστασης τους για μια ολόκληρη περίοδο της Ιστορίας».

φτώχεια στον μεσαίωναΈτσι ο φιλελευθερισμός, όπλο της αστικής τάξης στην πάλη για την ελευθερία της, πήρε μια γενικότερη σημασία. Έδωσε γενικές αξίες που στήριξαν κι ακόμα σε πολλά σημεία στηρίζουν τη ζωή μας. Να παραγνωρίσουμε το σημείο αυτό θα ήταν σημαντικό σφάλμα. Εδώ όμως ακριβώς αρχίζει ο ρόλος της Δημοκρατίας. Οι αξίες αυτές που έδωσε πρώτος ο Φιλελευθερισμός αν ζουν σήμερα, ζουν μόνο γιατί υπάρχουν μέσα στη Δημοκρατία. Η αστική τάξη τις δέχτηκε από μια ανάγκη. Τις πέταξε, όταν της ήταν πια περιττές και άχρηστες. Η Δημοκρατία, που τις συγκρότησε και τις έσωσε, δεν της ανήκει. Ανήκει σε κείνους που αγωνίζονται σήμερα ενάντια της: στους σοσιαλιστές εργάτες. Ό,τι θα πούμε παρακάτω θα στηρίζεται σ’ αυτή τη βασική, τη θεμελιώδη διάκριση ανάμεσα στις δυο αυτές έννοιες, που γεννημένες μαζί, προχώρησαν χώρια στη ζωή και χώρια ανδρώθηκαν και αναπτύχθηκαν μέσα σ’ αυτή.

                                                               *****
Σύμφωνα με το φυσικό δίκαιο, θεωρία του αστισμού που γεννιόταν, το Κράτος δεν είναι τίποτε άλλο παρά σύνολο από άτομα, που κυρίαρχα στα ηθικά και υλικά αγαθά τους, το συγκροτούν για να ρυθμίζει, χωρίς να επεμβαίνει, την άσκηση των δικαιωμάτων τους, που από τη φύση έχουν αναφαίρετα και για να προστατεύει τα συμφέροντά τους, που τα εκφράζουν.

Μας λέει ο Rousseau στο Κοινωνικό Συμβόλαιο:

«Κάθε μέλος της κοινότητας μπαίνει μέσα της, τη στιγμή που σχηματίζεται, ακριβώς όπως βρίσκεται στο χρονικό αυτό σημείο, μ’ ολόκληρες τις δυνάμεις του, που μέσα τους κλείνουν και τα υλικά αγαθά που του ανήκουν».

Και παρακάτω ξεκαθαρίζοντας τη σκέψη του προσθέτει:

«Σχηματίζεται έτσι μια φόρμα κοινής ζωής, που υπερασπίζει και προστατεύει μ’ όλη την κοινή δύναμη, το πρόσωπο και τα αγαθά κάθε μέλους της. Μ’ αυτήν ο καθένας, ενώνοντας τον εαυτό του με το σύνολο, υπακούει πάντα μόνο στον εαυτό του κι εξακολουθεί να μένει τόσο ελεύθερος όσο και πριν. Μ’ αυτό το πέρασμα από τη φυσική (δηλ. την ατομική) στην κοινωνική (δηλ. στην ομαδική) κατάσταση ο άνθρωπος παθαίνει μιαν αξιοπαρατήρητη μεταβολή. Γιατί μ’ αυτήν τη ζωή του την κυβερνά πια η Δικαιοσύνη και όχι το ένστιχτο κι οι πράξεις του αποχτούν το ηθικό περιεχόμενο, που πριν τους έλειπε. Ίσως με το κοινωνικό συμβόλαιο να χάνει ο άνθρωπος τη φυσική ελευθερία του και την αυτοδιάθεση, δηλ. να κάνει ό,τι θέλει και μπορεί να πετύχει. Κερδίζει όμως την πολιτική ελευθερία και ασφαλίζει την ιδιοκτησία του. Γιατί το κοινωνικό συμβόλαιο, καταστρέφοντας την ελευθερία του ανθρώπου μέσα στη φύση, βάζει στη θέση της τη φυσική και νόμιμη ελευθερία, που έρχεται να αναπληρώσει την ανισότητα μέσα στους ανθρώπους, που ενώ είναι άνισοι σε υλικές και πνευματικές δυνάμεις, γίνονται όλοι ίσοι με τη σύμβαση και το δίκαιο».

Να, ολοκληρωμένη η φιλελεύθερη θεωρία για το άτομο και για το Κράτος. Ύστερα απ’ αυτήν τι άλλο μένει στο Κράτος να είναι, όπως είπαμε πιο πάνω, παρά η συγκεντρωμένη δύναμη από ανεξάρτητες ατομικές θελήσεις, που έχει την υποχρέωση να τις σέβεται και να τις αφήνει ελεύθερες να ξετυλίγουν τις ικανότητές τους και να ασκούν τα δικαιώματα τους, όχι από ανοχή, μα απ’ αυτό τον κανόνα που του έβαλαν δημιουργώντας το;

άνθρωποςΚι η ερμηνεία όμως αυτή έχει στενή σχέση με την αντίληψη που είχε η εποχή για τη λειτουργία του φυσικού κόσμου. Όπως ορθά το παρατήρησε ένας σύγχρονος Γάλλος κριτικός, η ίδια ερμηνεία ισχύει και για το Κράτος και για τη φύση. Όπως λοιπόν σ’ αυτή, που μέσα της αντιμάχονται ελεύθερα, οι πιο αντίθετες και πιο εχθρικές, μα υποθετικά ίσες, δυνάμεις και βγαίνει μέσα από την πάλη τους η αρμονία της ζωής, έτσι και μες το κράτος ο ελεύθερος ανταγωνισμός από ίσα σε δικαιώματα άτομα πρέπει να οδηγεί στην κοινή θέληση, πού είναι ή λογική εύρεση τού κοινοί καλοί.

Ρομαντική και μεταφυσική άποψη, βεβαιότατα σφαλερή, αφού η πάλη ανάμεσα στις φυσικές δυνάμεις, στοιχείο της διαλεκτικής λειτουργίας στην εξέλιξη της ζωής, δεν είναι ελεύθερη, μα αντίθετα είναι υποταγμένη σε πολυάριθμους νόμους, που από ειδικότερο σε γενικότερο, τη ρυθμίζουν συνθετικά.

Όμως σ’ αυτή βρίσκεται το βαθύτερο φιλοσοφικό ξεκίνημα του φιλελευθερισμού. Βλέποντας μέσα στο κοινωνικό σύνολο, πολλαπλές και αντίθετες σε συμφέροντα δυνάμεις, ζητεί να τους βάλει τα λιγότερα εμπόδια που μπορεί, ακριβώς για να επιτύχει αυτό που κύρια ποθεί: να επικρατήσει πολιτικά η κυριότερη απ’ αυτές, η αστική τάξη.

Και το ίδιο αυτό συμφέρον τον σπρώχνει να βλέπει τις δυνάμεις αυτές όσο μπορεί πιο αποσυνθετικά. Έτσι στο σύνολο, μέσα σ’ ολόκληρη την Κοινωνία, δε βλέπει παρά άτομα, κι αυτά υψώνει. Τότε δημιουργήθηκε το φυσικό δικαίωμα του ατόμου να ζήσει και να υπάρξει. Τότε δημιουργήθηκε ο άνθρωπος, που έρχεται στον κόσμο με ορισμένα προσωπικά, αναφαίρετα και απαραβίαστα δικαιώματα, πιο παλιά κι από την Κοινωνία κι από το Κράτος. Τότε δημιουργήθηκε ο άνθρωπος-κέντρο όλων των πραγμάτων.

Γενικό άσμαΤο Κράτος, η Κοινωνία, υποτάσσονται στην πρωταρχική αυτή μονάδα, τον άνθρωπο, που το φωτοστεφανωμένο άγαλμά του υψώνεται πάνω στη χρυσωμένη βάση του ατομιστικού ναού. Η Ελευθερία λοιπόν που θεμελιώνει το Φυσικό Δίκαιο είναι ατομική, είναι δηλ. αναφαίρετο χαρακτηριστικό του ανθρώπου, σαν φυσικού όντος. Κι από αυτή την αρχή το άτομο αναγνωρίζεται απαραβίαστο στα προσωπικά δικαιώματα, που από τη Φύση έχει.

Κανένας δεν μπορεί να το εμποδίσει στην άσκησή τους. Είναι ελεύθερο στη σκέψη του και τη δράση του. Συμμετέχει στη διοίκηση των κοινών μ’ απόλυτη ισότητα με τους όμοιους του. Η ιδιοκτησία του δεν μπορεί ποτέ να του αφαιρεθεί και σαν θεωρητική αναγνώριση μιας οικονομικής ισότητας γίνεται δεκτή η αρχή, ότι ο καθένας μπορεί να αποκτήσει υλικά αγαθά, αρκεί να έχει τις φυσικές ικανότητες τις απαραίτητες για να το πετύχει. Και ακόμα σαν ολοκλήρωση σ’ όλη αυτή την ανεξαρτησία του αναγνωρίζεται δικαίωμα αναφαίρετο η άμυνα στην αυθαιρεσία και την καταπίεση.

Όλη αυτή η θεωρία τι άλλο δείχνει παρά μια πολιτική και μοναδική αντίληψη του ανθρώπου; Πολιτική σε τούτο, ότι προέχει η άξια του σαν πολίτη. Δεν εξετάζει αν έχει μες την Κοινωνία άλλες σχέσεις, κι αν μπορεί να αναπτύξει μες σ’ αυτήν άλλες δραστηριότητες. Την ενδιαφέρει μονάχα η θέση του απέ¬ναντι στο ως τότε κυρίαρχο Κράτος της προσωπικής Μοναρχίας. Κι οι όροι αντιστρέφονται. Γίνεται μετάθεση τής κυριαρχίας. Ο πολίτης είναι το αίτιο, το Κράτος το αποτέλεσμα. Στο Σώμα των Πολιτών, το Λαό, στο σύνολο των ίσων και ελεύθερων ανθρώπων που απαρτίζουν μια Κοινωνία, υπάρχει η Κυριαρχία κι απ’ αυτό μεταδίδεται στο Κράτος. Δημιουργείται από το πρώτο και σ’ αυτό οφείλει την ύπαρξή του.

Μοναδική, γιατί βλέπει το άτομο μονάδα μέσα στο κοινωνικό σύνολο. Η κοινωνική αντίληψη του ανθρώπου τής είναι άγνωστη. Τον παίρνει σαν κάτι χωριστό, σαν τον αριθμό ένα, δύναμη αυτόβουλη και ανεξάρτητη, που μόνη της επαρκεί στις ανάγκες της. Η κοινωνική αποσύνθεση γίνεται έτσι πλέρια. Η τάξη που έπαιξε τόσο σημαντικό ρόλο στα χρόνια του Μεσαίωνα και της Αναγέννησης εξαφανίζεται. Αυτό αποτελεί την πρώτη ικανοποίηση των επαναστατημένων αστών. Γιατί παύουν έτσι τα ταξικά προνόμια, που στήριζαν ως τότε μονοπωλιακά στην πολιτική εξουσία ορισμένες κοινωνικές ομάδες.

Ο μικρός πρίγκιπας συναντά τον Κύριο Καζαντζάκη στο δρόμο της αναζήτησης Χρήστος ΤσαντήςΜ’ αυτό τον τρόπο η κοινωνία μοιράζεται σε άτομα, χωρίς ταξική σύνδεση και συνοχή και στην πολιτική εφαρμογή φτάνουν να διαλύουν και τις corporations, τις επαγγελματικές δηλ. συντεχνίες του μεσαίωνα, που θεωρήθηκαν ότι περιόριζαν την οικονομική ελευθερία των μελών τους. Έτσι κάθε άνθρωπος αφήνεται μόνος στη ζωή για να ζήσει κι αναπτυχθεί ηθικά και υλικά, σύμφωνα με τις φυσικές του δυνάμεις, κι όσο αυτές του το επιτρέπουν.

Όμως το ό,τι υπάρχουν κάθε φορά αντικειμενικοί κοινωνικοί όροι, που εμποδίζουν σχεδόν απόλυτα την αρχή αυτή να πραγματοποιηθεί, ότι ένας κοινωνικός προκαθορισμός που γεννά η κατανομή των υλικών αγαθών και η συγκέντρωση από τους κατόχους τους της πολιτικής εξουσίας αφαιρεί από τα 90% των παιδιών του λαού και πριν ακόμα γεννηθούν, την πιθανότητα να πραγματοποιήσουν τις φυσικές ικανότητες, που αναμφισβήτητα έχουν, η φιλοσοφία αυτή δεν το βλέπει.

Παίρνοντας τον άνθρωπο καθαρά μεταφυσικά ξεφεύγει—θεληματικά ή όχι, θα το δούμε παρακάτω—από την κοινωνική πραγματικότητα. Κάνει έτσι την δημοκρατική αλήθεια που διακηρύσσει, μιαν αρχή χωρίς ουσιαστική σημασία, χωρίς κοινωνικό αντικαθρέφτισμα και γι’ αυτό χωρίς άμεσο αποτέλεσμα στη καθολική προσπάθεια της ανθρωπότητας, που αιώνια θα τη βαραίνει, για την βελτίωση και ανύψωσή της.

Ποιος θα μπορούσε να αρνηθεί ότι στο σημείο αυτό η ταξική αυταπάρνηση των επαναστατημένων αστών, σταμάτησε από ένα ριζικά αντίθετο ελατήριο: Την ταξική αυτοσυντήρηση; Μπορεί η διακήρυξη των δικαιωμάτων να κλείνει μέσα της τα σπέρματα της μελλοντικής Δημοκρατίας, που θα εκτείνει την ισότητά της από την πολιτική ως την οικονομική οργάνωση της κοινωνίας.

Όμως η αστική πολιτική πράξη από τα πρώτα της βήματα αρνήθηκε την αξία τους. Κι αυτό ακριβώς εκφράζει η φιλελεύθερη θεωρία, όταν δέχεται μέσα στα φυσικά και απαράγραφα δικαιώματα του ανθρώπου και την ιδιοκτησία.

Ο ίδιος ο Rousseau στο Κοινωνικό Συμβόλαιο, διατυπώνει την αρχή, που και παραπάνω ανέφερα:

«Κάθε μέλος της κοινότητας μπαίνει μέσα της, τη στιγμή που σχηματίζεται, ακριβώς όπως βρίσκεται στο χρονικό αυτό σημείο, με ολόκληρες τις δυνάμεις του, πού μέσα τους κλείνονται και τα υλικά αγαθά που του ανήκουν».

ΡατσισμόςΔεν θα τον παρακολουθήσω στους συλλογισμούς που κάνει για να αποδείξει πως με αυτό τον τρόπο ο άνθρωπος δεν αποξενώνεται από τα αγαθά του, που δεν αποχτά το κυρίαρχο κοινωνικό σύνολο, μα μένουν πάντα σ’ αυτόν, που έτσι νομιμοποιεί την κατοχή τους και την κάνει ιδιοκτησία, δηλαδή κατοχή αγαθών αναγνωρισμένη κι εγγυημένη από τον κυρίαρχο. Και θα τον ξαναβρώ στα τελευταία κεφάλαια του Κοινωνικού Συμβολαίου, που χωρίς να εκφράζει καθαρά κι ανεπιφύλαχτα την γνώμη του—νοιώθει τάχα την αντίφαση;—περιγράφει τα coinitia populi, που είχε οργανώσει στη Ρώμη ο Servius Tullius, και την ταξική διαίρεση του Ρωμαϊκού Λαού που έκαμε. Εκεί, σχολιάζοντας τον πολιτικό αποκλεισμό της έκτης αφήνει να φανεί όλη η αντιπάθεια του γι’ αυτήν, που την απαρτίζει η κατώτατη κοινωνική βαθμίδα των ακτημόνων, των ανθρώπων χωρίς σπίτι, των κουρελήδων, που αφού δεν είχαν τίποτε να υπερασπιστούν, δεν μπορούσαν ποτέ να αναγνωρισθούν πολίτες και στρατιώτες της πατρίδας.

Το πνεύμα του Rousseau το διατύπωσαν ειλικρινέστερα οι οπαδοί του. Έτσι λίγες μέρες ακόμη πριν πέσει η Bastille, τον Ιούνη του 1789, ο Camille Desmoulins γράφει:

«οι άνθρωποι που ενώθηκαν πρώτοι με τον κοινωνικό δεσμό ένιωσαν αμέσως πως η πρωτόγονη ελευθερία δεν θα άντεχε πολύ. Πως στις κατοπινότερες συνελεύσεις τους όλοι οι κάτοικοι δεν θα είχαν το ίδιο συμφέρον για να διατηρηθεί το Κοινωνικό Συμβόλαιο, που εγγυάται και ασφαλίζει την ιδιοκτησία. Γι’ αυτό ζήτησαν να αφαιρέσουν από την τελευταία κοινωνική τάξη την ικανότητα να το σπάσει. Μ’ αυτό το πνεύμα οι νομοθέτες βγάλανε από το πολιτικό σώμα την τάξη των ανθρώπων, που ονόμαζαν προλεταρίους, αφού μόνη τους χρησιμότητα ήταν να κάνουν παιδιά για να πληθαίνουν την κοινωνία. Γι’ αυτό τους περιόρισαν σε μια κεντυρία χωρίς επίδραση στις συνελεύσεις του Λαού. Απορροφημένη από τις ανάγκες της η κεντυρία αυτή, παρασιτική, δεν μπορεί ποτέ να κυριαρχήσει μες το Κράτος. Τα μέλη της νοιώθουν την κατάστασή τους κι απομακρύνονται από τις συνελεύσεις. Θα αντιμιλήσει ο υπηρέτης στον κύριο τον κι ο ζητιάνος σ’ αυτόν, που τον συντηρεί με την ελεημοσύνη του»;

ΣκίτσοΘα εξετάσουμε άλλοτε τις πολιτικές συνέπειες της αρχής αυτής. Για την ώρα μας αρκεί να διαπιστώσουμε την παραδοχή της. Και είναι πολύ σημαντική αυτή η διαπίστωση. Επιβεβαιώνει ό,τι ακριβώς κι άλλου έχει γραφεί: «Με την Επανάσταση η πολιτική υπεροχή δεν πέρασε στη Γαλλία σε μια λαϊκή πλειοψηφία, μα σε μια αστική και ιδιοκτητική αριστοκρατία». Και δυστυχώς πολλές φορές το σημείο αυτό έχει παρανοηθεί.

Είναι φανερό ότι η αστική τάξη, κατακτώντας έτσι την πολιτική εξουσία και δίνοντας τη θεωρητική διατύπωση των desiderata της, απόβλεπε στην κατάσταση που έτσι δημιουργούσε, σαν το μόνιμο πια καθεστώς, που θα ρύθμιζε μελλοντικά την ανθρώπινη ζωή. Δεν ένοιωθε μέσα της την πιθανότητα για μια μακρινότερη εξέλιξη και νόμιζε ότι η προσπάθειά της εξαντλούσε κάθε άλλη μεταβολή. Ικανοποιούνταν έτσι να θεωρεί τον εαυτό της άρνηση του φεουδαρχισμού, και θέση ενός καινούργιου πολιτισμού, στηριγμένου σε αξίες αιώνιες και απαράγραφες.

Θα ήταν ασυχώρετο πλάτεμα να επαναλάβω, ό,τι και πριν ακόμα έλαβα την αφορμή να τονίσω, ότι δηλαδή η Φιλοσοφία του Φυσικού Δικαίου, η πίστη στα ατομικά φυσικά δικαιώματα του ανθρώπου, ήταν μια ανάγκη πραγματική για την αστική τάξη, που όπως θα πούμε παρακάτω από αυτή την οικονομική της εξέλιξη βρέθηκε υποχρεωμένη να βάλει αντίθετα στο θείο δίκαιο και την παράδοση, κάτι πλατύτερο, ιστορικά βαθύτερο, μια ανώτερη παραγωγική αιτία, τη Φύση. Από τον ίδιο λόγο βρέθηκε υποχρεωμένη να κάμει σύμβολο στον αγώνα της την αντίθεση ανάμεσα στο άτομο—και το Κράτος. Γιατί έπρεπε και τα δύο να ελευθερωθούν από τα δεσμά που το παλιό καθεστώς τους είχε κάμει.

ΔεκεμβριανάΤο άτομο,— και στην περίπτωση αυτή εννοούμε συγκεκριμένα τον αστό— έπρεπε πριν από κάθε άλλο να σπάσει τις αλυσίδες, που είχε θέσει γύρω από την οικονομική του δραστηριότητα το φεουδαρχικό μονοπώλιο. Το Κράτος, η πολιτική εξουσία έπρεπε κατά τον ίδιο λόγο να χάσουν τον προσωπικό χαρακτήρα τους, να πάθουν μιαν αφαίρεση κι από το ορισμένο κυριαρχικό δικαίωμα του Ηγεμόνα, να γίνουν το αφηρημένο κυριαρχικό δικαίωμα της ολότητας, που υποτάσσει στην θέλησή της κάθε ειδικότερη θέληση κι αυτόν ακόμα τον Ηγεμόνα.

Έτσι οδηγήθηκε η αστική τάξη σε μια προσπάθεια που ο αντικειμενικός σκοπός της ήταν να αποσυνθέσει από την μια μεριά τις κοινωνικές δυνάμεις, στο κατώτατο δυνατό όριο, αντικαθιστώντας το μεσαιωνικό συνδικαλισμό με τον άνθρωπο, δύναμη αυτόβουλη κι αυτόνομη, να συνθέσει αντίστροφα το Κράτος, πλαταίνοντας την έννοια του με την υποκατάσταση στο Μονάρχη, άτομο—συνόλου, που δε θα είχε σκοπό του να επιβάλει αυθαίρετα τη θέλησή του, μα να αναζητεί λογικά το Κοινό Καλό.

Εκφράζεται βέβαια έτσι μια τυπική δημοκρατική αρχή, η αρχή του self government, της αυτοδιοίκησης, κι απ’ αυτήν γεννήθηκε η αστική κοινοβουλευτική Δημοκρατία. Γιατί φυσικά ο καινούργιος Μονάρχης, το Κυρίαρχο Σύνολο, για να εκφράσει τη θέλησή του, να ασκήσει τα κυριαρχικά δικαιώματά του, να διαδηλώσει τη Volonté Générale, έπρεπε να βρει ένα ομαδικό τρόπο για να τη φανερώσει ένα συλλογικό όργανο, που θα ήταν η αναπαράσταση και η προσωποποίησή του. Δε θα προχωρήσω τώρα περισσότερο για να αναλύσω την αντιπροσωπευτική θεωρία, που προσπάθησε να δικαιολογήσει αυτή την μεταβίβαση της εξουσίας από το υποθετικό Σύνολο στο Νομοθετικό Σώμα.

Πρέπει όμως πάλι να τονίσουμε ότι η νικήτρια αστική τάξη φανερά δε θέλει να δει καμιά άλλη δυνατή αντίθεση συμφερόντων μέσα στο Κράτος που οργανώνει, έξω από την αντίδραση αυτών που πριν κατείχαν την εξουσία. Την πάλη και τον αγώνα τούς βλέπει προς τα πίσω και όχι προς τα μπρος. Στη συνείδηση της η Διακήρυξη έχει λύσει κάθε δυνατό πρόβλημα.

Δεκέμβρης 1944Η ελευθερία, η ισότητα, η αδελφοσύνη βασιλεύουν ύστερα από αυτή μες την κοινωνία. Γιατί θα μπορούσε να δημιουργηθεί μια αντίθεση όχι πιά ανάμεσα στη φεουδαρχική και αστική τάξη, μα ανάμεσα σ’ αυτήν και τα κατώτερα λαϊκά στρώματα; Μετά το 1789 οι δυνατότητες της ζωής υπήρχαν ανοικτές για όλους τους ανθρώπους. Και το Κράτος χρωστά βέβαια να ασφαλίζει μέσα στους ανθρώπους την ισότητα, μα όχι και να θεραπεύει τη φυσική αδικία, την έμφυτη αδυναμία μερικών να πετύχουν στη ζωή. Υπεύθυνη γι’ αυτό είναι η Φύση, που σ’ άλλους δίνει περισσότερα, σ’ άλλους λιγότερα χαρίσματα.

Για μια στιγμή ίσως το μέλλον να δημιουργεί ένα αόριστο φόβο. Μας τον φανερώνει ο ίδιος ο Rousseau όταν μιλάει για τον αποκλεισμό της έχτης τάξης στην Αρχαία Ρώμη. Ο Camille Desmoulins, που και παραπάνω αναφέραμε, μας τον μεταδίδει πληρέστερο. «Οι ευγενείς, γράφει, δε συμφωνούν με την ιδέα να αποφασίζονται όλα από την πλειοψηφία. Τί θα γίνει λένε εάν η πλειονότητα ζητήσει τον αγροτικό νόμο (δηλ. την διανομή των γαιών); Θα πρέπει να υπακούσουμε; Οι αστοί κάπως στενοχωρημένοι απαντούν σ’ αυτό ότι η ιδιοκτησία είναι αναγνωρισμένη από το κοινωνικό συμβόλαιο, που είναι ανώτερο από την Κοινή θέληση. Και προσθέτω: ότι αφού στην πραγματικότητα οι ακτήμονες δε θα έχουν εκλογικά δικαιώματα, ποιοι θα βρίσκονταν να ψηφίσουν τον αγροτικό νόμο;»

Στη Συντακτική Συνέλευση αργότερα οι φόβοι αυτοί διατυπώνονται πιο ορισμένοι. Οι περισσότεροι αντιπρόσωποι συμφωνούν, όταν ψηφίζεται ο εκλογικός νόμος ότι «δε μπορούν όλοι οι πολίτες να αναγνωριστούν εκλογείς». Η καθιέρωση αντίθετα ενός περιορισμού χαρακτηρίζεται «σα σεβασμός που οφείλεται στην ιδιοκτησία, που συμπληρώνει την ιδιότητα του πολίτη». Έτσι ψηφίζεται ο εκλογικός νόμος, που περιόρισε σ’ ένα μικρό αριθμό τους πολίτες, που θα είχαν εκλογικά δικαιώματα. Όμως αυτό ήταν ο μόνος φραγμός για το μέλλον. Για μια στιγμή, μάλιστα, ύστερα από δύο χρόνια η Συμβατική Συνέλευση τον κατάργησε. Ενώ αντίθετα πολυάριθμοι υψώθηκαν οι φραγμοί προς την αντίδραση, πού ο κίνδυνός της φαινόταν περισσότερο άμεσος, περισσότερο χειροπιαστός.

Έτσι ολόκληρη η πολιτική οργανωτική προσπάθεια της αστικής τάξης γύρω απ’ αυτά τα σημεία στρέφεται. Να ασφαλίσει τα αποκτήματα της Επανάστασής της από μιαν αντιδραστική επιστροφή της ξεπεσμένης φεουδαρχίας, από ένα ξαναγύρισμα της πολιτικής εξουσίας στα χέρια της, με μιαν απόλυτη πεποίθηση στην αξία για το μέλλον της δημιουργίας της αυτής, που βλέπει πάντα δικό της. Θα έπρεπε να της κατηγορήσουμε την επαναστατική αυτή αισιοδοξία της; Δεν το πιστεύω. Απ’ τη δύναμη των πραγμάτων οι επαναστάσεις δεν έχουν την ικανότητα να φτιάξουν αλυσίδες για το μέλλον. Γκρεμίζουν το παρελθόν κι αυτός είναι ο κύριος σκοπός τους. Η επαναστατική αστική ιδεολογία δε μπορούσε να ξεφύγει τον κανόνα αυτό.

                                                          **************

*Ο Στρατής Σωμερίτης γεννήθηκε στην Καλκούτα το 1901 και πέθανε στην Αθήνα το 1978. Στέλεχος του Εκπαιδευτικού Ομίλου και του σοσιαλιστικού κινήματος εκλέχτηκε Γενικός Γραμματέας του Σοσιαλιστικού Κόμματος το 1932. Ήταν ο εκδότης του σοσιαλιστικού περιοδικού Σοσιαλιστική Επιθεώρηση, το οποίο ήταν το πρώτο θεωρητικό περιοδικό της ελληνικής σοσιαλδημοκρατίας. Το 1941 ήταν από τους ιδρυτές της Ένωσης Λαϊκής Δημοκρατίας (ΕΛΔ) και του ΕΑΜ. Στην διάρκεια της Κατοχής ήταν επικεφαλής του Τομέα Τύπου και Διαφώτισης της ΕΛΔ και υπεύθυνος της παράνομης εφημερίδας Μάχη. Το 1945 ίδρυσε μαζί με τον Αλέξανδρο Σβώλο και Ηλία Τσιριμώκο το Σοσιαλιστικό Κόμμα -ΕΛΔ και επανέκδωσε τη Σοσιαλιστική Επιθεώρηση. Υπήρξε ο ιδρυτής και Γενικός Γραμματέας της Ελληνικής Ένωσης Υπέρ των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (1961). Έπαιξε ενεργό ρόλο στο σοσιαλδημοκρατικό κίνημα των δεκαετιών ’50 και ’60 και υπήρξε ο Πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Δημοκρατικής Ένωσης το 1963. Το πραξικόπημα του 1967 τον βρήκε στο Παρίσι όπου ανέπτυξε αντιστασιακή δράση. Για το λόγο αυτό η Χούντα του αφαίρεσε την ιθαγένεια. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1974.
Έγραψε άρθρα στις εφημερίδες Μάχη και Σοσιαλιστική Φωνή και μελέτες για το σοσιαλισμό στο περιοδικό Σοσιαλιστική Επιθεώρηση καθώς και τα έργα Σύγχρονα Προβλήματα του Σοσιαλισμού (1934), Η Μισθωτή Εργασία και η Κοινωνική Ασφάλισή της (1934), το Σοσιαλιστικό Πρόγραμμα (1935), Λαϊκή Δημοκρατία και Σοσιαλισμός (1944), Η Μεγάλη Καμπή, Μέρος Α΄ (1975).

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s