ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΜΑΡΙΑ ΞΕΝΟΥΛΗ (1957 – 1925) ΜΥΣΤΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΑ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ : 30 ΜΑΡΤΙΟΥ 2026 ΜΟΥΣΕΙΟ ΑΛΙΕΙΑΣ ΠΕΡΑΜΑ – ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΡΑΔΑΜΑΝΘΥΣ – ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ: ΚΡΥΣΤΑΛΙΑ ΠΑΤΟΥΛΗ & ΧΡΗΣΤΟΣ ΤΣΑΝΤΗΣ

Πόσο αδελφές μπορεί να είναι οι ψυχές; Πού συναντιούνται; Εδώ, στο Μουσείο Αλιείας, στο Πέραμα συναντηθήκαμε σήμερα για να τιμήσουμε ως αδελφή ψυχή μας, την Μαρία Ξενούλη:
Την εικαστικό από το Πέραμα
Την εκπαιδευτικό – παιδαγωγό του Μουσικού Σχολίου Ιλίου
Την ποιήτρια – συγγραφέα με τα Μυστικά ….
Την συνάδελφο
Τη φίλη
Την αδελφή
Τη θεία
Την εγγονή
Τη θυγατέρα
Την γονέα των μαθητών και των γονιών και παππούδων της
Τη Μαρία
Το Μαράκι μας
Τον ΆΝΘΡΩΠΟ!!!



Tόσες ιδιότητες σ’ ένα πρόσωπο! Σε μία Γυναίκα!!! Μία γυναίκα που τόσο με τη ζωή της όσο και με το έργο της δεν αναζήτησε μόνο αυτό που υπάρχει και είναι οφθαλμοφανές, μα αναζήτησε και έψαχνε καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής της να κατανοήσει αυτό που είχε συμβεί ή συμβαίνει όταν κανείς δεν κοιτάζει πια. Προσπαθούσε να δει κάτω από την επιφάνεια, την ουσία των πραγμάτων και διεκδίκησε την αγάπη, ακόμη και όταν εξαπατήθηκε, γιατί ήδη από τα γεννοφάσκια της ήξερε από ένστικτο πως το Α και το Ω στη ζωή βρίσκεται στο ΑΜΕΤΑΒΑΤΟ ρήμα «ΑΓΑΠΩ», και όχι μόνο ως έννοια, μα κυρίως ως πράξη ζωής στην καθημερινότητα, όπως η ίδια τη βίωνε μέχρι την τελευταία στιγμή της ζωής της, ως ΠΡΟΣΦΟΡΑ και ΘΥΣΙΑ όχι μόνο για τους δικούς της ανθρώπους, μα για τον συνάνθρωπο. Φιλοσοφική και βαθύτατη θεολογική στάση και άποψη ζωής της ΜΑΡΙΑΣ των ΧΡΩΜΑΤΩΝ και με γνώμονα αυτό ως εφόδιο στο σακίδιο με τα πολύτιμα της ψυχής της: «Αναζήτησε το Φως στην Σκιά» – «Η ψυχή αναζητά. Μοναχά μια μικρή γωνίτσα. Κράτησα. -Εκτεθειμένοι στο φως. Δεν βλέπουμε τίποτε. Εκτεθειμένοι στην αγάπη. Απατώμεθα. Μυστικό το φως. Λίγοι οι κατέχοντες».
Και η Μαρία της θάλασσας «αλλού αναζήτησε το φως και οι πίνακές της έγιναν συνώνυμοι της σοφίας της, ζωγράφιζε κάθε φορά, δραπετεύοντας από όσα την εγκλώβιζαν, για να βρει μία άλλη εικόνα, αφού οι πίνακές της και οι εικόνες τους περιέκλειαν το μυστήριο της ζωής και έτσι έγινε κάτοχος εν συνεχεία και των «Μυστικών», και ως ιεροφάντης και προφήτης του Φωτός, ζωγράφισε και με την ποίησή της και με γλώσσα λιτή, λυρική και κατανοητή, αφού για εκείνη ο λόγος δεν είναι μόνο μέσο επικοινωνίας αλλά και εργαλείο μαγείας και φορέας ηθικών αξιών, και εν συνεχεία και με τα Χειρόγραφά της αποκαλύπτει όσα της εκμυστηρεύτηκαν σαν κειμήλιο ζωής δικοί της άνθρωποι, η οικογένειά της, των οποίων γίνεται θεματοφύλακας, αφού διαμορφώνουν και την δική της προσωπικότητα. Μυστικά και τραύματα του εικοστού και του εικοστού πρώτου αιώνα, τριών γενεών – «Τα μυστικά μας. Παλιά, βαριά κληρονομιά ….Ποια γραμμή στον χάρτη να τραβήξω? Της ψυχής ή του μυαλού?» και ο μόνος δρόμος που της απομένει ….. να τα εξομολογηθεί με χρώματα, εικόνες και λέξεις και έτσι τα «Μυστικά της» γίνονται στίχοι, ποιήματα, απομνημονεύματα, αυτοβιογραφία, η πηγή του φωτός και η έμπνευση στο δρόμο της δικής της ζωής, στην προσπάθειά της να κατανοήσει όχι μόνο τον εαυτό της, τις ρίζες της μα και τον κόσμο τούτο. Βαθιά υπαρξιακή η αναζήτηση του εαυτού της μέσα από την ποίηση των εικόνων που ζωγραφίζει με χρώματα, με λόγια, λέξεις, συνδέοντας έτσι όλες τις μορφές της τέχνης …. Ενσωματώνει στην τέχνη της, μυστικά και τραύματα, χωρίς μελοδραματισμό, ενίοτε μελαγχολικά άλλοτε απαισιόδοξα, αλλά πάντα με ευαισθησία και με λυρισμό, και αναρωτιέται και αναζητά τη θέση της στο σύμπαν: «Ποια είμαι εγώ… Πού ήθελα να πετάξω… Με μαχαίρια στα φτερά; Τι περιμένω;» και ως έκπτωτος άγγελος διηγείται με χιούμορ όταν σε ηλικία δεκατριών χρονών το 1969 ανέλαβε την αποστολή, -παρεμπιπτόντως σ’ όλη της τη ζωή είχε κάθε φορά και από μία ΑΠΟΣΤΟΛΗ, με κυρίαρχη του ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥ ΚΑΙ ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΥ, – με την οκτάχρονη αδελφή της Σοφία να πάει τρία κιλά φρέσκα ψάρια στον καθηγητή του αδελφού τους στον Πειραιά, αποστολή που έγινε το εφαλτήριο για την πνευματική της αφύπνιση ….. «Την πρώτη φορά που πήγαμε, χαθήκαμε, δεν βρίσκαμε τη διεύθυνση που μας είχαν γράψει σ’ ένα χαρτάκι . Δύο νεαροί μας ρώτησαν: «Κορίτσια ψάχνετε κάτι; -Εεεε, να… απάντησα εγώ. Πού είναι αυτή η διεύθυνση; Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους κι έβαλαν τα γέλια. – Τι ζητάτε εσείς σε αυτό το σπίτι; Ξέρετε πού είναι; Ξαναρώτησα. –Να εκεί! Αλλά μένουν δύο αδελφές. – Α, ωραία, ευχαριστούμε, κι εμείς αδελφές είμαστε, τους απάντησα και ξαναέβαλαν τα γέλια. Απομακρυνθήκαμε βιαστικά από τους περίεργους νεαρούς, ακούγοντας από μακριά: «Να προσέχετε!».
Στο βιβλίο αυτό ζωγραφίζει την πληγωμένη ομορφιά της φύσης, των τοπίων, των ανθρώπων της, του εαυτού της, ξύνει πληγές, και παρά την αβεβαιότητά της που διαφαίνεται στο λόγο της από τα συνεχή υπαρξιακά και φιλοσοφικά ερωτήματα μας δείχνει τον δρόμο για την αναζήτηση.., υπενθυμίζοντάς μας ότι το κάθε τι θέλει ψάξιμο και ότι ο κάθε ελεύθερος άνθρωπος αναγεννιέται μόνο μέσα από την αυτοαμφισβήτηση και μέσα στην αντιφατικότητα της σύγχρονης πραγματικότητας. Κάθε έργο της, κάθε στίχος της, κάθε πίνακάς της θέτει συγχρόνως μία φιλοσοφική ερώτηση και μία θέση, έχοντας συνείδηση την τραγικότητα και της δικής της ύπαρξης. «Τι ψάχνεις; Τι θέλεις; Να ήταν άραγε σωστός… Ο δρόμος που πήραμε; Γιατί από την αγάπη δραπέτευσες; Ποια θέση να πάρω; Την ψυχή μου πού να εμπιστευτώ; Πώς να ορίσω τα σύνορα της χώρας μου; Πώς να ορίσω την αγάπη μου; Ποια γραμμή στον χάρτη να τραβήξω; Άραγε αυτή η χώρα Χώρεσε τα όνειρά μας; Η ελπίδα μου Θα γίνει το όριο ενός χάρτη; Τι περιμένω λοιπόν; Και ανοίγει το παράθυρο. Σ’ ένα ανελέητο παρόν… Στοχαζόμενη το μέλλον… Νύχτα βαθιά… Βουτηγμένη στο μπλε… Εκείνο το βαθύ μπλε.. Αγκάλιασε αυτούς… Τους εν δυνάμει ερωτευμένους.. Τους εν δυνάμει εραστές… Ήλιος δεν υπάρχει, μα ούτε και Σελήνη. Καιρός να κρυφτούμε.. Καιρός να προσευχηθούμε.. Τα παράθυρα κλείσε. Πάνω κάτω τρέχω. Και περπατώ περπατώ. Στην άδεια λεωφόρο κι εγώ τη σκιά μου ακουμπώ. Σ’ ολόκληρο το σύμπαν. Σκέφτομαι, σκέφτομαι. Ονειρεύομαι, εσένα, χωρίς εσένα. Κι εμένα μ’ εμένα. Κοιμήσου Μαρία των άστρων… Κοιμήσου Μαρία των λυγμών. Στην τέλεια σιωπή της νύχτας».
Τόσο οι πίνακές της όσο και το βιβλίο της με τα «Μυστικά» της είναι συνέχεια της ανθρώπου καλλιτέχνιδος που εκφράζει τον πόνο της ψυχής της «Αιώνια Θλιμμένη.. Αιώνια Λεηλατημένη.. Στον παρόντα χρόνο…. Ποιος τον χρόνο ορίζει; Τον τόπο καθορίζει; και τη θέση της στο κόσμο τούτο «Ένα παιδί τον δρόμο της δείχνει» ίσως ίσως οι μαθητές της, τα ανίψια της…. και «Κρατώντας το λουλούδι της Μοναξιάς της… Φωτίζει πέρα από τα όρια της», αφήνοντας το αποτύπωμά της ως άνθρωπος της προσφοράς …
Η ζωή της Μαρίας των χρωμάτων, των στίχων, της ποίησης, του βίου της και των Μυστικών δεν χωρούσε στην «ησυχία», αγωνίστηκε για να μετατρέψει τη Σκιά, το τραύμα και τον πόνο, σε Φως, ζωγράφιζε για να προλάβει όλα όσα χανόντουσαν καθημερινά από τη ζωή της, έγραψε για όσα καθόρισαν την ζωή της ως υπενθύμιση ότι και μία εύθραυστη ψυχή μπορεί να γίνει αιώνιο φως . Η ποίησή της, αν και η ίδια προέτρεπε τον εαυτό της λέγοντας: «Συγκρατήσου. Ρώτησες αν οι άνθρωποι…. Αντέχουν τόσο φως;» είναι όλα έκφραση μίας ψυχής γεμάτη ένταση, ανάγκη και αλήθεια… Η Μαρία μας αγωνιούσε να βρεθεί εκεί όπου ένιωθε γεμάτη από γνώσεις και ιδέες.
Η Μαρία του Περάματός μας και δεν είναι τυχαίος ο τόπος απ’ όπου ξεκίνησε το ταξίδι της ως ΠΕΡΑΣΜΑ στη ζωή της τέχνης για να συνεχίσει την πορεία της στο Παρίσι, την πόλη του Φωτός και να αποφασίσει να μεταλαμπαδεύσει το Φως της Τέχνης της που κουβαλούσε όλα τα σπέρματα της ιστορίας της στον χώρο της εκπαίδευσης και στο Μουσικό Σχολείου Ιλίου, ηλίου φαεινότερον, αφού η επιθυμία της εκφράστηκε και με τον ποιητικό της λόγο: «Θέλω και τα δέντρα να παίζουν Μουσική» για να επιστρέψει «Εκεί στο παρελθόν… που έγινε και εισιτήριο για το μέλλον, στο Πέραμα, στις 02-09-2025 όπου τα παιδιά της από το Μουσικό Σχολείο Ιλίου, ως άγγελοι με τη φωνή τους ένωσαν τα επίγεια με τα επουράνια, τραγουδώντας τον επιτάφιο ύμνο: «Μάνα μου, Μάνα» και τη Μαρία που η αγάπη όρισε την ύπαρξή της «Θυμάρι μύρισε» και το σώμα της ακίνητο εκεί να λάμπει σαν ήλιος, να φωτίζει τα χρόνια της Λήθης.. Να περιμένει… Χωρίς Ανάσα να «Αναμένει. Την επανασύνδεση. Να Προσμένει. Μια άλλη Άνοιξη»….
Μαρία των Χρωμάτων, των Εικόνων, των Ποιημάτων…. μπήκες σαν ήλιος «Ξαφνικά στη ζωή μας» και τα «Μυστικά» σου έγιναν τ’ άστρα της κληρονομιάς μας!!! Την Άνοιξη τούτη, που είναι σκληρός και ανάλγητος ο ήλιος και ο πόνος, με αγάπη σε θυμόμαστε, τόσες αδελφές ψυχές που συναντηθήκαμε εδώ απόψε!
Μακάρι να σταθούμε στο ύψος των δικών σου περιστάσεων… Για την ώρα παρακαλώ ας κρατήσουμε ενός λεπτού σιγή μπροστά στην φωτογραφία σου.
Και εδώ στου Ήχου την Σιωπή για μερικά δευτερόλεπτα σα να αφουγκραζόμαστε τον απόηχο της φωνής σου: «-Α, ωραία, ευχαριστούμε όλοι εμείς αδέλφια είμαστε…. Να προσέχετε…».
Πέραμα 30 Μαρτίου 2026
Μαρία Χατζηχριστοδούλου
