Στη ρίζα του αετού

Τα πρώτα σκιρτήματα

Απόσπασμα από το μυθιστόρημα της Βαγγελιώς Καρακατσάνη

«Στη Ρίζα του αετού», Εκδόσεις Ραδάμανθυς

Το Μανολιό ξεχώριζε από μικρός. Όπου γινόταν φασαρία, όπου σκαρώνονταν διαολιές μέσα κι αυτός. Όπου πολεμούσε το δίκιο με το άδικο, μέσα κι αυτός. Αδύνατος, σβέλτος, ντόμπρος κι ετοιμόλογος, μαύρος-κατράμι από τον ήλιο, με ματιά αετίσια. Η αλήθεια είναι ότι «έκοβε το μάτι του» από νωρίς. Κι ακόμη πιο πολύ το μυαλό του. Αυτό το ήξεραν όλοι κι έτσι δεν του πήγαιναν κόντρα. Σωματική δύναμη δεν είχε μεγάλη για να τον φοβούνται, μα στην πραγματικότητα τον έτρεμαν. Η μεγάλη του δύναμη βρισκόταν στις λέξεις και στο πείσμα του. Στη δεύτερη τάξη του γυμνασίου ρώτησε μια φορά ο καθηγητής της Φυσικής: «ποιος μπορεί να σημαδέψει δύο σημεία που η απόστασή τους να δίνει ένα μέτρο;» Βγήκαν δυο-τρεις μαθητές στον πίνακα. Έκαναν δυο σημάδια ο καθένας. Πήρε ο καθηγητής το μέτρο για να μετρήσει. Μα το μέτρο… πουθενά! Το Μανολιό κατάλαβε το παιχνίδι και σηκώθηκε πάνω.

«Κύριε, κύριε… εγώ θα κάνω το μέτρο», φώναξε.

«Περίμενε λίγο, Μανόλη».

Ο καθηγητής, για να μην επηρεαστεί ο μαθητής που ήταν στον πίνακα από τους άλλους, τράβηξε ένα θρανίο έτσι που να το βλέπουν όλοι. Αμέσως μετά, του έδωσε την κιμωλία και είπε: «Εδώ, πάνω στο θρανίο θα κάνεις τα σημάδια». Πήρε την κιμωλία, σημάδεψε μία γραμμή και πριν καλά-καλά προφτάσει να τελειώσει τη δεύτερη, ακούει τον καθηγητή να φωνάζει: «Μπράβο!». Πήρε ο καθηγητής το μέτρο, για να επιβεβαιώσει την πείρα του κι έπεσαν μέσα και οι δυο. Το μέτρημα έδωσε το σωστό αποτέλεσμα με λίγα χιλιοστά απόκλιση. Ανάθεμά το και να του έκοβε από τότε, να διάβαζε λίγο. Μα πού μυαλό για διάβασμα! Ο νους ήταν στις κοπάνες.

15025566_10209964952534023_952159356623451163_o

Στη ρίζα του αετού – Βαγγελιώ Καρακατσάνη

Στο μπιλιάρδο έκανε πρακτική στη Γεωμετρία και τη Φυσική. Βιβλίο δεν άνοιγε. Βαριόταν είναι η αλήθεια να διαβάζει, αλλά ήταν καλός ακροατής. Παρακολουθούσε τις παραδόσεις των μαθημάτων κι η μνήμη του συγκρατούσε σαν σφουγγάρι τα μαθήματα. Έτσι, με λίγο διάβασμα πριν από τα διαγωνίσματα, κατάφερνε να περνά την τάξη. Μέχρι που συνέβη το περιστατικό με τον καθηγητή των Μαθηματικών. Ένα συμβάν που τον αφύπνισε. Αφού λοιπόν σκέφτηκε καλά τι προτιμούσε, επέλεξε τα μαθήματα της θετικής κατεύθυνσης στα οποία τα πήγαινε περίφημα. Εκείνη την εποχή, ήταν σε ισχύ το σύστημα με τις τέσσερις δέσμες και το Μανολιό διάλεξε την πρώτη, μαζί με όλα τα ξεφτέρια της τρίτης τάξης.

Ο φιλόλογος είχε βρει το τρόπο να τους φέρνει όλους βόλτα! Ψηλός, κοκκινοτρίχης, άνετος έμπαινε σα μάγκας στην τάξη και δήλωνε: «Όποιος θέλει να κάνει μάθημα να μείνει». Ξεκαθάριζε τα πράγματα, έπαιρνε την κιμωλία και ξεκινούσε την παράδοση. Μόλις όμως γυρνούσε την πλάτη, οι μαθητές τον προκαλούσαν κάνοντας φασαρία. Ο καθηγητής άφηνε ήρεμα την κιμωλία στον πίνακα. Καθόταν αργά στην καρέκλα της έδρας. Έβαζε το ένα πόδι πάνω στο άλλο. Έβγαζε το κομπολόι, διαφορετικό κάθε φορά, κι άρχιζε να χτυπά ρυθμικά τις χάντρες. Σκυμμένος καθώς κοιτούσε το κομπολόι στα δάκτυλά του, έλεγε: «Όποιος δεν θέλει να κάνει μάθημα να φύγει έξω. Θα περιμένω πέντε λεπτά».

«Κοπάνα θα κάνουμε, κύριε;» ρωτούσαν κάθε φορά τα παιδιά.

«Θα υπογράψετε στο παρουσιολόγιο και θα φύγετε χωρίς απουσία για να κάνουμε κι εμείς τη δουλειά μας», απαντούσε.

Στο μάθημά του, στην αρχή, έμενε μόνο ο Γιώργος. Γι’ αυτό και οι συμμαθητές τον έλεγαν «φυτό». Οι υπόλοιποι σηκώνονταν ο ένας μετά τον άλλο στη σειρά. Υπόγραφαν σιγά-σιγά, μην αποσπάσουν την προσοχή του καθηγητή τους από το κομπολόι. Άνοιγαν αθόρυβα την πόρτα κι έβγαιναν έξω ρίχνοντας πίσω ένα πονηρό βλέμμα καθώς έφευγαν τρέχοντας. Πήγαιναν στην αυλή. Έβρισκαν τη γυμνάστρια και της ζητούσαν ευγενικά να τους δανείσει μια μπάλα. Την έπαιρναν κι έπαιζαν ποδόσφαιρο. Έτσι κυλούσε ο χρόνος, ώσπου χειμώνιασε και δεν μπορούσαν να παίζουν όποτε ήθελαν. Δεν έβρισκαν κάτι άλλο να κάνουν που να τους ευχαριστούσε κι έμεναν στο μάθημα. Μοίραζαν τις θέσεις μέσα στην τάξη όπως έκαναν και στο γήπεδο. Συγκέντρωναν την προσοχή τους στο παιχνίδι κι έπαιζαν περίφημη μπάλα. Έτσι, σιγά-σιγά η ομάδα ξεχώρισε και στα γράμματα.

Το Μανολιό ήταν το μυαλό και η ψυχή της ομάδας. Χωρίς αυτόν τα πράγματα επαναλαμβάνονταν μονότονα, τόσο που στο τέλος κάθε ώρας ο Γιώργος, το «φυτό», παρακολουθούσε μονάχος το μάθημα. Μαζί όμως με τον κατεργάρη μαθητή το «παιχνίδι» κυλούσε γρήγορα και ζωντανά. Κάθε στιγμή γεννούσε εκπλήξεις που τσάκιζαν τη ρουτίνα της καθημερινότητας.

Ο πιο αστείος από τους καθηγητές ήταν ο θεολόγος, που ήταν αναγκασμένος να αποκρούει ασταμάτητα τα πειράγματα της τάξης. 

«Γιατί, κύριε, να πιστέψω ότι ο Χριστός είναι ο μόνος αληθινός θεός; Αν ήσασταν βουδιστής δεν θα βάζατε στη θέση του Χριστού το Βούδα;» τον ρώτησε μια φορά.

Ο θεολόγος μόλις τ’ άκουσε, έχασε τα λόγια του. Το πρόσωπό του κοκκίνισε. Τ’ αυτιά του έβγαζαν καπνούς. Μιλούσε ασταμάτητα. Έτσι, όταν ήρθε η στιγμή ν’ αλλάξει ταχύτητα, θόλωσε μάλλον το μυαλό του απ’ τη φλυαρία και δεν έδωσε έγκαιρα εντολή στο στόμα. Αποτέλεσμα ήταν να μείνει ανοιχτό το στόμα του για κάμποση ώρα. Πήρε ο Μανολιός ένα χαρτί, έγραψε πάνω τη λέξη: «ο χάσκας» κι ώσπου να κλείσει ο θεολόγος το στόμα του, είχε κάνει κύκλο το ραβασάκι και του είχε βγει τ’ όνομα. 

Δυο απλές σταράτες κουβέντες συνοδευόμενες από ένα ερωτηματικό ξεστόμισε το Μανολιό, μα χτύπησε το κουδούνι χωρίς να πάρει απάντηση. «Θα συνεχίσουμε στο επόμενο μάθημα», είπε ο θεολόγος νομίζοντας πως την είχε γλυτώσει.

«Πίστευε και μη! Ερεύνα! Έτσι λέει η λαϊκή ρήση. Με το κόμμα στο μη», του είπε βγαίνοντας έξω το Μανολιό.

«Όχι», επέμεινε ο θεολόγος. «Δεν υπάρχει κόμμα», είπε προτείνοντας στα παιδιά να πιστεύουν, χωρίς να αναζητούν λογικές αποδείξεις.

Ο θεολόγος ήταν νιος, μ’ ένα κεφάλι σαν καρπούζι χωρίς κουκούτσι. Δεν μπορούσε με τίποτα να διαχειριστεί την κατάσταση ή για να το διατυπώσουμε καλύτερα, η κατάσταση δεν μπορούσε να διαχειριστεί το θεολόγο. Ίσως πάλι να του ταίριαζε περισσότερο η συγγραφή χριστιανικών κειμένων και οι κατηχήσεις.

παιδιάΗ αλληλοεκτίμηση βέβαια ήταν… αμοιβαία, όπως διαπίστωνε το Μανολιό στα τρίμηνα με τις βαθμολογίες. Με εννέα θα αποφοιτούσε εάν δεν έγραφε τις απαντήσεις που ήθελε ο φλύαρος καθηγητής του στις εξετάσεις. Έτσι πήρε ένα δωδεκάρι κι ησύχασε αυτός, ησύχασε κι ο θεολόγος, που βρήκε η ψυχή του ατίθασου μαθητή του, έστω και στο τέλος της χρονιάς, τον ίσιο δρόμο. Το Μανολιό όμως αδιαφορούσε για τους βαθμούς. Το δικό του θεό άλλωστε, τον είχε βρει. Τον σεβόταν, τον βοηθούσε, τον συμβούλευε κι όταν χρειαζόταν τον γλίτωνε!  Ναι, τον γλίτωνε! Όπως τότε που γίνονταν οι μαθητικές εκλογές και τον έσωσε από τα χέρια των λύκων! Απ’ τα χέρια των συμμαθητών του, που ήθελαν να εκλεγούν ντε και καλά στο δεκαπενταμελές. Εκείνη τη μέρα, όλοι έπιαναν το Μανολιό προσπαθώντας να τον πείσουν να είναι υποψήφιος. Όχι πως θα έκανε τίποτα σπουδαίο, αλλά να… είχε πρωτοστατήσει στον αγώνα, για να πάρουν οι μαθητές τα βιβλία της δέσμης. Όλα τα τμήματα είχαν πρόβλημα με τα βιβλία, με τη θέρμανση, με τις μπάλες και με τα σπασμένα παράθυρα. Βλέπετε, το σχολείο ήταν ένα τεχνικό λύκειο στο οποίο μαθήτευαν τα φτωχόπαιδα. Εδώ είχε μαζευτεί η… αλητεία! Έτσι λέγανε πολλοί. Εδώ όμως ξεκίνησε ο αγώνας.

Στην αρχή έκαναν λευκή αποχή. Βολική λύση για όλους, αφού ούτε απουσίες έπαιρναν ούτε και στο μάθημα συμμετείχαν.  Η ομάδα διέδωσε γρήγορα το νέο στο σχολείο και δεν χρειάστηκε πολύς χρόνος για να σταματήσουν όλες οι τάξεις τα μαθήματα δηλώνοντας έμπρακτα τη συμπαράστασή τους. Καθώς έληγε η προθεσμία που είχαν δώσει στο διευθυντή του σχολείου, ο οποίος τους απειλούσε φωνάζοντας: «άμα γράψετε… γράψτε με», αποφάσισαν να κάνουν το επόμενο βήμα.

Μαζεύτηκαν λοιπόν όλοι οι μαθητές της πρώτης δέσμης κι αφού συζήτησαν διεξοδικά το θέμα αποφάσισαν πως ήταν λίγοι. Έπρεπε να μπουν κι άλλοι στον αγώνα για να καταφέρουν να γίνουν πολλοί και να φτάσουν ψηλά. Να γίνουνε πολλοί. Και να φτάσουν ψηλά! Η συνέλευση του σχολείου οργανώθηκε εύκολα αφού τα περισσότερα τμήματα δεν έκαναν μάθημα. Οι προτάσεις έπεφταν η μία πίσω απ’ την άλλη. Ο καθένας έλεγε το μακρύ του και το κοντό του. Κάποια στιγμή ένας μαθητής έριξε την ιδέα να πάνε όλοι μαζί στη διεύθυνση της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και οι πιο πολλοί συμφώνησαν.

«Πόσο μπορούμε να τους πιέσουμε εμείς, ένα σχολείο μόνο του;» είπε το Μανολιό. «Και τ’ άλλα σχολεία έχουν πρόβλημα με τα βιβλία. Να πάμε να τα ξεσηκώσουμε». 

«Να κάνουμε κατάληψη», έριξε ένας μαθητής την ιδέα και συμφώνησαν. Ανέλαβαν λοιπόν, όσοι είχαν κάποιο μηχανάκι, να φύγουν και να πάνε στα υπόλοιπα σχολεία για να οργανώσουν τις καταλήψεις και τον αγώνα τους. Στην πορεία το Μανολιό ηγήθηκε στις κινητοποιήσεις χωρίς να του δώσει κανείς το χρίσμα. Ή μάλλον τού το έδωσαν, όταν πήγε η ομάδα στο σύλλογο των καθηγητών για να ζητήσει τη συμπαράστασή τους. Μαζεύτηκαν όλοι οι μαθητές στην αυλή του σχολείου.

Μπήκαν μπροστά τα παιδιά της πρώτης δέσμης με αρχηγό τον Μανολιό και πήραν το διάδρομο που οδηγούσε στην αίθουσα των καθηγητών. Φουριόζοι, όπως ήταν, μπήκαν μέσα. Ζήτησαν από το σύλλογο των καθηγητών λίγο χρόνο για να τους εκθέσουν τα αιτήματά τους.

Οι πιο πολλοί καθηγητές σκέφτονταν το μεροκάματο. Ειδικά μία καθηγήτρια των οικονομικών μαθημάτων, αφού πρώτα ενημέρωσε τους μαθητές για όλο τον οικογενειακό της προϋπολογισμό, κατέληξε ως εξής: «Οι μαθητές είναι μικροί και δεν ξέρουν από έξοδα κι από υποχρεώσεις. Τα βρίσκουν όλα έτοιμα! Εγώ πάντως, ώρα για αγώνες και κουραφέξαλα, δε θέλω να χαθεί».

φωτο

φωτογραφία από τα «Αντιτετράδια της Εκπαίδευσης»

Ε, και να ήξερε τι τραβούσαν αυτά τα παιδιά για να πάνε στο σχολείο να μάθουν γράμματα! Αλλά δεν ήξερε. Υπέθετε… Έπαιρνε ως μέτρο τα δικά της κοπέλια, που δε γνώριζαν από βάσανα και δουλειά. Τα παιδιά της φτωχολογιάς δεν έχουν για μέτρο το επιθυμητό, μα το πραγματικό. Αντί να ξαποσταίνουν στη σκιά του σπιτιού τους, στηρίζονται στις δικές τους πλάτες. Στα δικά τους χέρια. Από μικροί παίρνουν μαθήματα από τη ζωή, για τη ζωή: Και λογιστικά μαθαίνουνε νωρίς και αριθμητική κι ανάγνωση. Αλλά μπορεί να δει η κλώσα πέρα απ’ τα αυγά της;

«Κουραφέξαλα είναι τα βιβλία;» αποκρίθηκε με μεστή φωνή το Μανολιό και συνέχισε: «Χωρίς αυτά, πώς θα κάνουμε μάθημα; Για πόσο καιρό ακόμα θα μας κάνετε επαναλήψεις;»

Έτσι, χωρίς καλά–καλά να το καταλάβει, ορίσθηκε εκπρόσωπος του σχολείου στα μέσα «ενημέρωσης» κι όπου αλλού χρειαστεί.

«Και ποιος δεν θέλει να σταματήσει η κατάληψη;» είπε στο τοπικό ραδιόφωνο, μα ήταν σα να μην το πίστευε κανένας.

Κι όμως. Την ίδια μέρα που μοιράστηκαν τα βιβλία, σταμάτησε η κατάληψη. Ο αγώνας είχε αποτέλεσμα κι επενδύθηκε σε ατέλειωτες ώρες πάνω απ’ τα βιβλία. Γιατί έτσι έπρεπε να γίνει. Να συναγωνιστούν με ίσους όρους τους συμμαθητές τους από τα Γενικά Λύκεια που έκαναν φροντιστήρια και ιδιαίτερα. Ή τουλάχιστον να προσπαθήσουν. Πάντως, όσο διαρκούσε η κατάληψη ήταν συνέχεια φορτισμένος. Κάθε βράδυ άκουγε τις συμβουλές του παππού του στο τηλέφωνο και την επόμενη ημέρα τις  ακολουθούσε. Έκανε κι ορισμένες παρασπονδίες, όμως, παρά τις αδυναμίες του, μια χαρά τα κατάφερε μ’ ετούτο το φορτίο. Το βαρύ φορτίο της προβολής των αιτημάτων σε φίλους κι εχθρούς. Από τότε φαινόταν πως οι πλάτες του ήταν για πλασμένες να σηκώνουν μεγάλα φορτία.

Στο τέλος της κατάληψης ήπιε πικρό ποτήρι, καθώς κάποιοι από τους συμμαθητές του νόθευσαν τα αποτελέσματα των μαθητικών εκλογών, για να τον αποκλείσουν από το μαθητικό συμβούλιο σαν ανταμοιβή. Έτσι κατάφεραν πέντε-έξι εκλεγμένοι με νοθεία, να πάνε την πολυήμερη εκδρομή χωρίς να πληρώσουν φράγκο για τα εισιτήριά τους. Τα είχανε συμφωνήσει με τους τουριστικούς πράκτορες, για να τους δώσουν τη δουλειά.

«Δεν πειράζει, Μανολιό», είπε ο δάσκαλος όταν του μίλησε για τη νοθεία. «Δε βγάζεις άκρη με όλους αυτούς! Εσύ, το χρέος σου το έκανες. Στο στόχο σου, Μανολιό! Εκεί να ξημεροβραδιάζεται η έγνοια σου. Στο στόχο».

Στην εκδρομή έγινε ο χαμός. Μόνο το Μανολιό δεν το ευχαριστήθηκε. «Ανάθεμά το», σκεφτόταν. «Να κάτεχα πως θα πήγαινα στην άλλη άκρη της Ελλάδας για να δω τους συμμαθητές μου να αντιγράφουν τα Εγγλεζάκια, δεν το περίμενα».

Βαγγελιώ Καρακατσάνη, «Στη Ρίζα του αετού»

Εκδόσεις Ραδάμανθυς

Το μυθιστόρημα της Βαγγελιώς Καρακατσάνη είναι μια κραυγή ενάντια στο στίγμα για τη ψυχική νόσο και τον κοινωνικό αποκλεισμό.

Για παραγγελίες του βιβλίου συμπληρώστε τη φόρμα επικοινωνίας ή καλέστε στο 6983091058

Δώρο τα έξοδα αποστολής

Τιμή βιβλίου: 13,00 ευρώ (περιέχει και το ΦΠΑ 6%)

Είπαν για το βιβλίο:

Ελένη Γιακουμάκη, υποδιοικήτρια της 7ης ΥΠΕ Κρήτης:

Η ρίζα του αετού δεν ήταν για μένα μόνο ένα ανάγνωσμα που γλύκανε τη ψυχή μου και με συντρόφεψε σε ώρες που είχα ανάγκη την παρέα ενός καλού βιβλίου , αλλά που με έκανε  να αναρωτηθώ για  τις αξίες της ζωής και τη δύναμη της θέλησης, που με έβαλε απέναντι από  τον ίδιο τον εαυτό μου, μαλώνοντας με για όλα όσα θεωρώ δεδομένα και αδιαπραγμάτευτα, που με έκανε να έχω νοσταλγικά  συναπαντήματα με κομμάτια της προσωπικής επαγγελματικής μου ζωής αναγνωρίζοντας  στοιχεία από φωτεινούς ανθρώπους που συνάντησα.

Αντώνης Λιοδάκης, Ψυχίατρος, Διευθυντής του Κέντρου Ψυχικής Υγείας Ρεθύμνου:

Η τέχνη σαν μια δύναμη ανατροπής, διάρρηξης της σημερινής πραγματικότητας, σαν ένας αέρας αναπνοής, σαν χάδι παιδικότητας και αθωότητας, σαν πουλί της άνοιξης, μας βάζει στο μακρύ ταξίδι της συνάντησης με τον εαυτό μας. Η τέχνη εμπεριέχεται σε κάθε ανθρώπινη δραστηριότητα. Η τέχνη σε όλες τις εκφάνσεις βρίσκεται σε άμεση συνάρτηση με τη ζωή, συνδέει το παρελθόν με το παρόν και οδηγεί στο μέλλον και γίνεται η καλύτερη γέφυρα επικοινωνίας με τους άλλους. Μέσα από το βιβλίο της Βαγγελιώς Καρακατσάνη, νιώθουμε, βιώνουμε, αισθανόμαστε αυτή τη γιορτή επικοινωνίας και ο άνθρωπος, που μέχρι τώρα θεωρείτο περισσεύων άνθρωπος, ίσως να αποτελεί τις σημαδούρες να στέκεται αυτός ο κόσμος. Εκφράζει τις ελπίδες, τα όνειρα, τους στόχους μας, γι αυτό μπορούμε εύκολα να δούμε  και τις θεραπευτικές της ιδιότητες.

Φρόσω Μαρκοδημητράκη, Ψυχολόγος, επιστημονικός υπεύθυνος ξενώνα Αλκυονίδα:

Στον κεντρικό ήρωα, το Μανολιό συναντάμε την ενδελεχή παρατήρηση, της συνεχή μάθηση και στοχασμό, τη βαθιά ευαισθητοποίηση, την αξιοπρεπή αγάπη για τον άνθρωπο, την απέραντη αγάπη για την οικογένεια, την αστείρευτη αγάπη για τη μάνα, την αναζήτηση των δικών του προτύπων. Προτάσσει πάντα τα στήθη του που γεμίζουν πόνο μα και πείσμα για να κατακτήσει το μερίδιο που του αναλογεί από τη ζωή. Μ’ αυτό που βλέπουμε κατ’ επανάληψη είναι η ακατάπαυστη και ακούραστη προσπάθεια του Μανολιού να ξεπεράσει τον εαυτό του να κάνει την υπέρβαση του, θα τα καταφέρει άραγε;

Τζανάκης Μανόλης, Επίκουρος Καθηγητής του τμήματος Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης: 

Οι όροι με τους οποίους ο Goffman, όπως και η Καρακατσάνη, προσεγγίζει την ψυχική ασθένεια δεν είναι σε καμιά περίπτωση ιατρικοί αλλά κοινωνικοί. Αυτό ακριβώς αποτελεί και την διαφορά με την ψυχιατρική συμπτωματολογία. Δεν είναι δηλαδή το σύμπτωμα που μας ενδιαφέρει αλλά ο τρόπος που γίνεται αντιληπτή η συμπεριφορά του ατόμου από τον περίγυρο. Τόσο ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζεται η ψυχική ασθένεια (εγκλεισμοί/ δια βίου φαρμακευτική αγωγή) όσο και το στίγμα που την περιβάλλει αναγκάζει τους οικείους του ατόμου που πάσχει να προσπαθούν να τον συγκρατήσουν μέσα στην κοινότητα. Αυτή όμως ακριβώς η συγκράτηση επιφέρει κάποιες συνέπειες στους οικείους του και ο στόχος τόσο του Goffman όσο και του μυθιστορήματος της Καρακατσάνη είναι να αναδείξει την σημασία που έχουν τα συμπτώματα στην ζωή των άλλων. Η συμπεριφορά ενίοτε διασαλεύει την τάξη. Αυτό αναγκάζει τους οικείους του να προσπαθούν συνεχώς με παραινέσεις και προτροπές να τον επαναφέρουν στη θέση του, δηλαδή να τον διαχειριστούν.

Άννα Τριχοπούλου, Δρ Κοινωνιολογίας, πρώην Υποδιοικήτρια 7ης ΥΠΕ Κρήτης:

Το συγγραφικό έργο της Βαγγελιώς Καρακατσάνη, αποτελεί γεγονός εκπαιδευτικής σημασίας για τους αναγνώστες σε ζητήματα ευαισθητοποίησης, θετικής στάσης και αποδοχής της διαφορετικότητας, έτσι όπως με την πένα της αποτυπώνονται στο χαρτί η ψυχική και κοινωνική οδύνη για τη ψυχική νόσο αλλά και η προοπτική. Αποτελεί επίσης μήνυμα αισιοδοξίας και απόδειξη πίστης στη δυνατότητα του ανθρώπου να ζήσει μια ζωή με αξιοπρέπεια, αναπτύσσοντας τις εσωτερικές του δυνάμεις. Η συγγραφέας περιγράφει με μαεστρία δύσκολες καταστάσεις με μια μοναδική ευαισθησία, ευελιξία και αισιοδοξία. Ερευνά τον άνθρωπο και το ψυχισμό του, δοκιμάζει τις αντοχές του, ενώ με την τελική έκβαση ισορροπεί, κοινωνώντας με κάθε αναγνώστη το μήνυμα πως Διέξοδος Υπάρχει σε κάθε τούνελ της ζωής.

Ευγενία Χουρδάκη, ψυχίατρος, διευθύντρια του ψυχιατρικού τμήματος του Βενιζέλειου  Νοσοκομείου Ηρακλείου:

Μέσα από την εικόνα του μαχητή της θάλασσας παρουσιάζεται όλο το φάσμα των ανθρώπινων συναισθημάτων και αξιών: θυμός, αγωνία, απόγνωση, παραίτηση, αποδοχή, αφύπνιση, δημιουργική αντίδραση με προορισμό τη χαρά, την ηρεμία, την ισότητα και τη δικαιοσύνη. Το στοιχείο της τραγικής ειρωνείας τονίζει την απρόοπτη εμφάνιση της νόσου που ο ήρωας μάταια προσπαθούσε να αποφύγει σε όλη του τη ζωή, ενώ η συγγραφέας μας δίνει τη δυνατότητα να επεκτείνουμε ως αναγνώστες συμβάλλοντας σε μεγαλύτερη ενεργή συμμετοχή και προβληματισμό.

                    Λίγα λόγια για τη συγγραφέα

Η Βαγγελιώ Καρακατσάνη κατάγεται από το Μοχό και ζει στις Αρχάνες κοντά στο Ηράκλειο της Κρήτης. Είναι Αρχιτέκτων Τοπίου ΤΕ, πρόεδρος του Σωματείου ενάντια στο στίγμα και την προκατάληψη για τις ψυχικές διαταραχές «Υπέρβαση»,  Αντιπρόεδρος του Συλλόγου Γυναικών Αρχανών και δραστήριο μέλος του Συλλόγου Φίλων Τέχνης Αρχανών. Εργάστηκε ως δημοσιογράφος σε διάφορα έντυπα. Ανέπτυξε πλούσια κοινωνικοπολιτική και συνδικαλιστική δράση από τα φοιτητικά της χρόνια ενώ διετέλεσε Πρόεδρος του Δ.Σ. της Ένωσης Ιδιωτικών Υπαλλήλων Νομού Ηρακλείου.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s