Μορφές της Ιστορίας

Η Ζωή εν Τάφω – Ειρηναίος Γαλανάκης

Ο Χριστός σημάδεψε την Κρήτη

Πάνω στις ράχες των βουνών και στις κορυφές των λόφων τα χωριά της Κρήτης. Σκόρπια και χωρισμένα σε μικρές γειτονιές ριζώνουνε τα σπιτάκια τους σε βράχους και χάνονται μέσα σε χαράδρες, που τις τραγουδούνε τα πουλιά και τα ρυάκια. Στη μέση ξεχωρίζει η εκκλησία με το καμπαναριό και ολόγυρά της πρίνοι και κυπαρίσσια σκεπάζουνε τους τάφους των πατέρων μας. Είναι τα κοιμητήρια της Κρήτης.

Ο θάνατος, που είναι για όλο το ανθρώπινο γένος τρομερός και αδυσώπητος, είναι και για την Κρήτη ένας μεγάλος χαλασμός. Ο Κόσμος είναι ένα δεντρί και μείς τα πωρικά του κι ο χάρος είναι Τρυγητής… λέγει ένας βαθύς ποιητικός μας στοχασμός. Κι η Κρήτη είχε πάντα μια γνωριμία και μια ιδιαίτερη εμπειρία με το θάνατο. Γιατί, πέρα από την αρρώστια και το φυσικό χαμό, οι συχνοί πόλεμοι, η σκλαβιά κι οι ακατάπαυστοι αγώνες για τη λευτεριά στο πολύπαθο και βασανισμένο νησί μας, κάνανε πραγματικά το χάρο τρυγητή και θεριστή μέσα στ’ όμορφο περιβόλι της ζωής.

Ηντάχετε γυρού -γυρού κι ειν’ η καρδιά σας μαύρη;

δεν τρώτε και δεν πίνετε και δεν χαροκοπάτε

πριν να ‘ρθει ο χάρος να μας βρει να μας εδιαγουμίσει...

Είναι ένα λυπητερό τραγούδι, που το τραγουδούσανε οι παπ­πούδες μας -κι εμείς ακόμη σήμερον- σε κάθε σύναξή τους κι αβιζέρνανε έτσι τον άνθρωπο να χαρεί τον όμορφο κόσμο, πριν έρθει ο θάνατος.

Κι όταν έρθει ο χάρος, η Κρήτη πληγώνεται, μοιρολογά και πενθεί. Ο Κρητικός είναι αισθηματίας κι ο θάνατος λαβώνει αγιά­τρευτα την καρδιά του. Μια καρδιά αφάνταστα φιλότιμη, τρυφερή και πιστή στα μεγάλα αισθήματα και στους ωραίους δεσμούς του ανθρώπου.

Η γυναίκα της Κρήτης μένει απαρηγόρητη στο θάνατο τού συζύγου, των παιδιών και των Αδελφών της και μένει το ίδιο πιστή και αφοσιωμένη στο δεσμό του γάμου και στο χρέος της Αγάπης. Ένα παλιό Ριζίτικο π’ ανιστορά την έγνοια των νεκρών για τον Απάνω Κόσμο, μιλάει γι’ αυτό το χρέος:

Ο Χριστός σημάδεψε την Κρήτη Ειρηναίος ΓαλανάκηςΜωρέ συ που κατέβηκες

απ’ τον ’Απάνω Κόσμο

είδες αν -νε κρατ’ ουρανός

κ’ αστέκει απάνω κόσμος;

άνε βαφτίζουνε παιδιά

κι α χτίζουν Μοναστήρια;

κι είδες άνε ξαναπαντρεύονται

παλληκαριών γυναίκες…

Η κόρη κόβει τις πλεξούδες της και τις βάζει πάνω στο φέρε­τρο και το μνήμα του αδελφού, του ξαδέλφου και τ’ αρραβωνιαστι­κού της, απαράλλακτα σαν τις πανάρχαιες παρθένες του Ομήρου, που θυσιάζανε τα μαλλιά τους στο θάνατο των παλικαριών. Και οι άντρες; Οι σιδερόκαρδοι κι ατρόμητοι λεβέντες της Κρήτης; Κι εκείνοι έχουνε πάντα έναν τρόπο να δείξουνε το πένθος και τη μαύρη θλίψη. Μένουνε ακούρευτοι από μαλλιά και γένια, φορούνε τα μαύρα πουκάμισα και σιμώνουνε στα γλέντια της Κρήτης αμίλητοι και πενθισμένοι. Οι καθρέπτες αναποδογυρίζουνε στο σπίτι του νεκρού, καναπέδες κι έπιπλα ντύνονται στα μαύρα κι έξω στην πόρτα της αυλής χαράζεται με μαύρο πανί ένας πένθιμος σταυρός.

Ο χάρος κούρσεψε τ’ αρχοντικό της Κρήτης και το βύθισε στο πένθος. Τα κλάματα είναι γοερά και τα μοιρολόγια θρηνούν σε πρόχειρους, αλλά ωραίους ταιριαστούς στίχους τη χαμένη ζωή και τους ωραίους δεσμούς της.

Η καμπάνα του χωριού σκορπίζει το πένθιμο χαμπέρι και κλαίει κι εκείνη τη ζωή που χάθηκε. Οι ζευγάδες σκολούνε από τ’ αλέτρια κι οι βοσκοί κατεβαίνουνε από τις Μαδάρες. Το σπίτι γεμίζει πενθισμένο κόσμο, οι αυλές ξεχειλίζουνε κι ακόμη έρχονται και φτάνουνε από μακρινά χωριά. Οι συγγενείς, οι φίλοι, οι σύντεκνοι, οι συμπέθεροι και οι άντρες χαμηλώνουνε τα μαύρα κρουσωτά μαντήλια στο κεφάλι τους. Η Κρήτη πενθεί όμορφα και σεμνά, βαθιά κι επιτήδεια.

Τ’ απομεσήμερο χαμηλώνει και οι καμπάνες συχνοσημαίνουνε και ειδοποιούν, πως πλησιάζει η ύστατη ώρα. Ο Σταυρός έρχεται να συνοδεύσει τη ζωή στον Τάφο. Κι ύστερα, όταν όλοι θα γυρίσουνε πίσω, ο Σταυρός θα μείνει εκεί χαραγμένος σ’ ένα ξύλο ή σε μια πέτρα, για να φυλάει τη ζωή στον ύπνο του θανάτου. Ως τη μεγάλη μέρα, που θα γίνει η Ανάσταση.

Η κηδεία ξεκινάει από το σπίτι, μεγάλη και θλιβερή παρέλαση. Μπροστά οι άντρες βαστούνε τη μακαρία. Βρασμένο στάρι, σταρένια κουλούρια, τυρί και κρασί. Ύστερα από την ταφή οι «καλεσμένοι» θα φάνε και θα συγχωρέσουνε. Στην εκκλησία ο πόνος θα βουβαθεί μια στιγμή, για ν’ ακουστεί στα πένθιμα τροπάρια η ματαιότητα της ζωής και η ελπίδα της αιωνιότητας. Όμως ο τελευταίος ασπασμός θα ξεσηκώσει πάλι σύθρηνο και θα ραΐσει τις καρδιές. Οι γυναίκες κλαίνε, οι άντρες μουγγρίζουνε σα θεριά λαβωμένοι απ’ τον αβάσταχτο πόνο του χάρου, «που διαγουμίζει τσι γενιές και ξεδιαλέγει τσ’ άντρες».

Στο νεκροταφείο ένα παλιό αραχνιασμένο προγονικό μνήμα ή ένας νιόσκαφτος λάκκος περιμένει το νεκρό. Η Κρήτη δεν έχει μάρμαρα και η ώρα του πολέμου δεν έδινε καιρό για τύμβους και μαυσωλεία. Ένας απλός λάκκος στο χώμα και πάνω του μια βουνίσια απελέκητη πλάκα. Μια βουνίσια απελέκητη πλάκα, που θα σκεπάσει τον αντρειωμένο, τη λυγερή και τον ομορφονιό της Κρήτης. Την ώρα που ο νεκρός κατεβαίνει στον Άδη και είναι σημαντικός ή καπετάνιος (κι η Κρήτη ήταν ως χθες ακόμη γεμάτη από αρχόντους και καπετάνιους), τα παλικάρια του χωριού θα ρίξουνε τουφεκιές και θα βροντήξουνε τα βουνά. Στην Κρήτη χαιρετούσανε πάντα μ’ άρματα και τουφεκιές στις τρεις μεγάλες κι επίσημες στιγμές στη ζωή του ανθρώπου, στη Γέννηση, στο Γάμο και στο Θάνατο.

Η πλάκα κύλησε βαριά πάνω από το μνήμα, ο νεκρός κατέβηκε στον Κάτω Κόσμο και οι ζωντανοί γυρίζουνε πίσω στη ζωή, κρατώντας στην πληγωμένη τους καρδιά παντοτινά τη θύμηση και την αγάπη του. Μια θύμηση και μια αγάπη, που θα γίνει μαύρος στεναγμός κι αγιάτρευτος πόνος.

Γιούχτας

Πολλά τραγούδια στην Κρήτη μιλούνε για το θάνατο μ’ έναν έντονο παγανιστικό και ειδωλολατρικό χρώμα,

Στον Ουρανό χορεύουνε

στον Νάδη κάνουν γάμο

κι εμπέψαν και καλέσανε

ούλους τσι πικραμένους…

και θα νόμιζε κανείς, πως η Χριστιανική πίστη δεν άγγιξε στο σημείο αυτό την ψυχή του Κρητικού. Όμως κι εδώ ο Χριστός σημάδεψε την Κρήτη. Ο Χριστός θα ‘ναι κι εδώ ο μεγάλος Παρηγορητής του θανάτου και η μοναδική ελπίδα για την Ανάσταση και την αιωνιότητα.

Σαράντα μέρες ο λύχνος θ’ ανάβει στο μέρος, που ξεψύχησε ο άνθρωπος και σαράντα μέρες οι μαυροφορεμένες γυναίκες θα θυμιάζουνε κάθε βράδυ το μνήμα και θ’ ανάβουνε το κερί και το καντήλι. Πάνω στις σαράντα μέρες θα γίνει το πρώτο μνημόσυνο κι ύστερα στα τρίμηνα, στα εξάμηνα, στα εννιάμηνα, στα χρόνια και στα «συναπαντήματα», το ίδιο πάλι θα γίνουνε λειτουργίες και κόλλυβα για την αγάπη των «κεκοιμημένων» και τη συχώρεση του Θεού. Σε κάθε λειτουργία ο παπάς θα σταματήσει μπροστά στην ωραία Πύλη και θα θυμίζει στο Θεό τα ονόματα «των πατέρων και αδελφών ημών» και κάθε Μεγάλη Παρασκευή ο Επιτάφιος θα στηθεί πάνω στα μνήμα τα του κοιμητηρίου, για να φέρει και σε κείνους το μήνυμα της «Ζωής εν Τάφω».

Εικονοστάσια κι εκκλησάκια θα στηθούνε σ’ όλη την Κρήτη εκεί που πέσανε οι γενναίοι των καιρών και τάματα και μιστά θα δοθούνε από τους ζωντανούς για την ανάπαυση και το συχώριο των αγαπημένων.

Ο Χριστός, που σημάδεψε την Κρήτη στη ζωή, θα τη σημαδέψει και στο θάνατο και θα κτίσει στα βουνά και στις πλαγιές της τα κάστρα του θανάτου, τα βουβά κοιμητήρια με τους πρίνους και τα κυπαρίσσια, με τις πεζούλες και τα χορταριασμένα μνήματα.

Κι ο Σταυρός, που θα στηθεί κατοπινά στα ήμερα χρόνια, θα διαλαλεί κι από την Κρήτη τη Spes Unica, τη μοναδική ελπίδα. Στη μεγάλη Ανάσταση των νεκρών και η Κρήτη θα είναι παρούσα…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s