Ψυχολογία

Αποκατάσταση και κοινωνικός έλεγχος Franco Basaglia

ΜπαζάλιαΌταν μιλάμε για αποκατάσταση του ψυχικά πάσχοντος δεν μπορούμε να αναφερόμαστε αποκλειστικά και μόνο στις τεχνικές της αποκατάστασης, αλλά και στις βάσεις που στηρίζεται το οικοδόμημα και το εποικοδόμημα, από τις οποίες αυτές οι τεχνικές αποκτούν νόημα. Το ζήτημα της αποκατάστασης του ψυχικά πάσχοντος λοιπόν αφορά περισσότερα επίπεδα:

1) Το ατομικό επίπεδο, δηλαδή τον ασθενή και την ασθένειά του.

2) Το θεσμικό επίπεδο, ή το εποικοδόμημα μέσα στο οποίο ο ασθενής είναι περιορισμένος. Δηλαδή την επιστημονική κωδικοποίηση της ασθένειας, η οποία είναι έμμεσα συνδεδεμένη με τον καθορισμό των ορίων της κανονικότητας που παραβιάζονται από την όποια παθολογική συμπεριφορά. Επίσης, τη σχέση που το άτομο δημιουργεί με αυτή την κωδικοποίηση, αλλά και το θεσμό μέσα στον οποίο η ασθένεια είναι περιγεγραμμένη, αφού προηγουμένως ονοματίστηκε και κωδικοποιήθηκε.

3) Το δομικό επίπεδο, δηλαδή τη στρατηγική σημασία που έχει η δομή του θεσμού μέσα στο κοινωνικό σύστημα, του οποίου είναι ταυτόχρονα και έκφραση.

Μιλώντας, λοιπόν, για αποκατάσταση και επανένταξη είναι απαραίτητο αυτά τα τρία επίπεδα να είναι συμπληρωματικά μεταξύ τους και με κοινούς στόχους. Με την έννοια ότι ο ασθενής πρέπει να βρει στο ψυχιατρικό θεσμό, που έχει αναλάβει τη θεραπεία του, την απάντηση στις ανάγκες που προκύπτουν από την ασθένειά του. Και στην κοινότητα, εκείνα τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για την αποκατάσταση και την κοινωνική επανένταξη.

Κοινωνία και ψυχική υγείαΌμως, αν εξετάσουμε στην πραγματικότητα το ρόλο του ασθενούς μέσα στο ψυχιατρικό θεσμό και το ρόλο αυτού του συγκεκριμένου θεσμού στη δυτική κοινωνία, φαίνεται καθαρά ότι αυτά τα τρία επίπεδα που αναφέραμε βρίσκονται σε ανταγωνισμό μεταξύ τους. Οι ανάγκες του ασθενούς μέσα στο ψυχιατρικό θεσμό βρίσκονται σε ανταγωνισμό με την οργάνωση και την ιδρυματική λειτουργία του ψυχιατρείου. Βέβαια, αυτή η λειτουργία είναι αναγκαία για την επιβίωση του ψυχιατρείου ως κοινωνικού θεσμού. Μία λειτουργία που βασίζεται κυρίως στην καταπίεση και στην ισοπέδωση του ατόμου. Η χρονιοποίηση της νόσου που αναπαράγεται και ανατροφοδοτείται στο ψυχιατρείο είναι ο κανόνας. Με την έννοια ότι οποιαδήποτε συμπεριφορά, η οποία επιβάλλεται από τον ψυχιατρικό θεσμό, επικυρώνει και επιδεινώνει την αντικειμενοποίηση και την έλλειψη ταυτότητας που προέρχεται από την ίδια την ασθένεια, μέσω της ολοκληρωτικής αντικειμενοποίησης του εγκλείστου και της ολοκληρωτικής ταύτισής του με τις καταστροφικές πρακτικές του ιδρύματος.

Δηλαδή το Άσυλο είναι μία πραγματικότητα όπου οι κανόνες του καταστρέφουν το άτομο εν ονόματι μίας οργανωτικής δομής που θα έπρεπε να λειτουργεί και να είναι ταγμένη για τη θεραπεία του ασθενούς.

Αλλά πέρα από κάθε οργανωτικού τύπου αιτιολογία, τελικά οι ανάγκες του ατόμου παραχωρούνται στην ιδρυματική οργάνωση του νοσοκομείου γενικότερα. Το ψυχιατρείο, όντας ένας από τους βασικούς πυλώνες του κοινωνικού συστήματος και της διατήρησης της δημόσιας τάξης, έχει και μία άλλη λειτουργία στρατηγικού τύπου που είναι ο αποκλεισμός και ο ρατσιστικός διαχωρισμός. Αυτό σημαίνει ότι σε μία εν πολλοίς ανομολόγητη φυλακτικού τύπου λειτουργία του Ασύλου -που βρίσκεται σε ξεκάθαρη αντίφαση με τους θεραπευτικούς σκοπούς του- υπεισέρχονται και διάφορα στοιχεία τα οποία έχουν ελάχιστη σχέση με την ασθένεια. Φτάνει να αναλύσουμε ποιος τελικά υπόκειται σ’ αυτές τις υποβόσκουσες κυρώσεις των θεσμών αυτών -αυτός που δεν μπορεί να διαχειριστεί μόνος του τις ασθένειές του και τις παρεκκλίσεις του, δηλαδή ο φτωχός- για να καταλάβουμε ότι η λειτουργία τους είναι ο σαφής κοινωνικός έλεγχος ατόμων που δεν ελέγχονται, αφού δεν συμμετέχουν στην παραγωγή.

Η ασθένεια, εν προκειμένω, χρησιμοποιείται ως ευκαιρία για μια πράξη αποκλεισμού που σχεδόν πάντα είναι χωρίς επιστροφή και τελικά επικυρώνει την παθολογική κατάσταση.

Η ιατρική ιδεολογία, η οποία τροφοδοτεί το θεσμό, είναι αναγκαία για να απορροφήσει στο πεδίο δράσης της αντιφάσεις που δεν ανήκουν αναγκαστικά στην αρμοδιότητά της, δίνοντας ένα τεχνικοεπιστημονικό χαρακτήρα στον κοινωνικό αποκλεισμό. Αυτό συμβαίνει στις χώρες που η τεχνολογική και βιομηχανική ανάπτυξη είναι τέτοια που επιτρέπει τον έλεγχο στις αποκλίνουσες και υπερβολικές συμπεριφορές μέσω του αποκλεισμού και της απομόνωσης, οι οποίες θα μπορούσαν να εμποδίσουν την ανάπτυξη της παραγωγής.

Ο ιδρυματισμός των «ατάκτων»

BurnaoutΟ ιδρυματισμός των «ατάκτων» με τον αντίστοιχο κοινωνικό στιγματισμό είναι στην πραγματικότητα ένα φαινόμενο που συνδέεται άμεσα με τη γέννηση της βιομηχανικής περιόδου και ιδιαίτερα με τη φάση της εξάπλωσής της. Δηλαδή, όταν προέκυψε η ανάγκη να κωδικοποιηθεί η διαφορετικότητα και να δημιουργηθούν γι’ αυτήν τα κατάλληλα ιδρύματα-θεσμοί (και οι αντίστοιχες επιστημονικές ιδεολογίες) χρειάστηκε να διαχωριστούν τα διαταρακτικά στοιχεία από αυτά που ήταν ενταγμένα στην παραγωγή. Από κείνη τη στιγμή τα όρια της κανονικότητας καθορίστηκαν σύμφωνα με τις ανάγκες της παραγωγής.

Συγκεκριμένα, διευρυνόταν ή στένευε η ανοχή του «διαφορετικού» σύμφωνα με τις ανάγκες που υπαγορεύονταν από τις διακυμάνσεις της βιομηχανικής ανάπτυξης. Έτσι, τα τελευταία είκοσι χρόνια παρατηρήθηκε γενικότερα ένας βαθμιαίος μετασχηματισμός της ψυχιατρικής, που αφορούσε τους θεσμούς και τις ψυχιατρικές τεχνικές σαν απάντηση στην αυξανόμενη οικονομική ανάπτυξη. Επιβεβαιώνοντας, με αυτό τον τρόπο, την απόλυτη ταύτιση θεσμών και θεραπευτικών τεχνικών με την κοινωνικο-οικονομική ανάπτυξη.

Η ιδρυματική πραγματικότητα είναι ένα ξεκάθαρο παράδειγμα. Το Άσυλο είχε σκοπό τον αποκλεισμό και την απομόνωση στην προκαπιταλιστική περίοδο. Η θεραπευτική Κοινότητα με τη σχετική απελευθέρωση των ιδρυματικών σχέσεων και με έμφαση στην επανένταξη και στην κοινωνική αποκατάσταση αναπτύχθηκε την περίοδο της καπιταλιστικής ανάπτυξης (π.χ. η γέννηση της κοινοτικής ψυχιατρικής στην Αγγλία έγινε αμέσως μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο). Τα κοινοτικά Κέντρα Ψυχικής Υγείας, που αναπτύσσονται τώρα στις Η.Π.Α. σε περίοδο ανεπτυγμένου καπιταλισμού, λειτουργούν ως εργαλείο που επεκτείνει προς τα έξω τον κοινωνικό έλεγχο των περιθωριακών και των αποκλινόντων από την κοινωνική νόρμα.

" Όχι στο ψυχιατρείο των φτωχών "

» Όχι στο ψυχιατρείο των φτωχών «

Όλες αυτές είναι θεσμικές απαντήσεις νεωτερικού τύπου (απομόνωση, αποκατάσταση, ολοκληρωτικός έλεγχος, ψυχιατρικοποίηση), οι οποίες από τεχνικής άποψης αντιστοιχούν πλήρως σε συγκεκριμένα οικονομικά αιτήματα. Γίνονται δε αποτελεσματικές, μόνο τη στιγμή κατά την οποία η οικονομική κατάστασή τους το απαιτεί. Που σημαίνει ότι αυτές οι τεχνικές συνεχίζουν να διατηρούν ανέπαφη -μολονότι παρουσιάζονται ως νεωτερικές- τη λειτουργία των ιδρυματικών θεσμών μέσα στο δεδομένο κοινωνικο-οικονομικό σύστημα, του οποίου είναι ταυτόχρονα και έκφραση. Και αυτό προς επικύρωση της τομεοποίησης ή του ολοκληρωτικού ελέγχου, σύμφωνα πάντα με τις εκάστοτε ανάγκες της παραγωγής.

Η διεύρυνση της ιδεολογίας φυλακτικού τύπου και στην ιατρική, όπως και η ενσωμάτωση κοινωνιολογικών θεωριών στο χώρο της ψυχιατρικής φροντίδας, είχε ως συνέπεια τη σταδιακή εισαγωγή κοινωνικών στοιχείων στη διαμόρφωση και στην αποκρυστάλλωση της ψυχικής νόσου. Επίσης, επεκτάθηκαν τα εργαλεία του κοινωνικού ελέγχου, που με τη σειρά τους μετατράπηκαν σε μεθοδολογίες και παρεμβάσεις τεχνικά εξειδικευμένες.

Οπότε η αποκατάσταση του ψυχικά πάσχοντος θα πρέπει να είναι η αποκάλυψη των ιδεολογιών που σταδιακά και μεθοδικά τη συγκαλύπτουν, διαμορφώνοντάς τη συγχρόνως κατ’ εικόνα και ομοίωσή τους. Δηλαδή η ασθένεια μετασχηματίζεται κάθε φορά απ’ αυτό που ήταν αρχικά -μία από τις ανθρώπινες αντιφάσεις ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο- σε κάτι που σιγά-σιγά κωδικοποιείται, για να ταυτιστεί με τον ιδρυματικό θεσμό, ο οποίος καταλήγει τελικά να την εκπροσωπεί.

Αυτό σημαίνει ότι κάθε φορά η ασθένεια αποκτά ένα κοινωνικό προσωπείο διαφορετικό, σύμφωνα με τις διάφορες ιδεολογικές εκλογικεύσεις που διαμορφώνουν τη θεραπεία και τη διαχείρισή της.

Χωρίς ποτέ να αμφισβητηθεί η χειραγώγηση που γίνεται στην ασθένεια σε κάποια συγκεκριμένα κοινωνικά επίπεδα, τα οποία επιτρέπουν ή εμποδίζουν την αποκατάσταση με κριτήρια που είναι εντελώς ξένα με αυτή.

Ο τελικός σκοπός της δικής μας δράσης, λοιπόν, δεν είναι ο αγώνας ενάντια στη ψυχική νόσο, ούτε η σχηματική διατύπωση ότι «η ψυχική νόσος δεν υπάρχει παρά μόνο σαν κοινωνικό παράγωγο», κάτι που θα μετέθετε το πρόβλημα της ασθένειας -που είναι βέβαια βιολογικό, ψυχολογικό και κοινωνικό ταυτόχρονα- σε μία άλλη στιγμή κοινωνικής οργάνωσης, όπου όλες οι ανάγκες θα μπορούσαν να ικανοποιηθούν.

Ο πραγματικός αγώνας θα πρέπει τώρα να αρχίσει να κατευθύνεται ενάντια στην ιδεολογία, η οποία προσπαθεί να συγκαλύψει κάθε φυσιολογική αντίφαση και παράγει μεθοδολογίες ελέγχου και διαχείρισης της ασθένειας, οπότε γίνεται κατάλληλη να χειραγωγεί σύμφωνα με τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα.

πρακτικά παραδείγματα…

Κανένας δεν μπορεί να ελέγχξει το μυαλό μουΠολλά πρακτικά παραδείγματα αποδεικνύουν ό,τι υποστήριξα μέχρι τώρα. Σε όλο τον κόσμο παρατηρήσαμε τα τελευταία είκοσι χρόνια προσπάθειες μετασχηματισμού του ιδρυματικού θεσμού στην ψυχιατρική. Παντού καταγγέλθηκε η βία του Ασύλου και υπήρξαν πρακτικές προσπάθειες απελευθέρωσης ή εξανθρωπισμού των Ασύλων. Όμως παραμένουν ακόμα μεμονωμένες περιπτώσεις που συνεχίζουν να διατηρούν ένα παραδειγματικό χαρακτήρα. Έτσι, ενώ απ’ τη μια μεριά είναι εύκολο να διατυμπανίζει κανείς ότι συντάσσεται με την πρωτοπορία και την αντίστοιχη ιδεολογία, ιδιοποιούμενος αρκετά γρήγορα ένα συγκεκριμένο λεξιλόγιο, από την άλλη η ασυλική πραγματικότητα παραμένει η ίδια.

Στην Ιταλία, παραδείγματος χάριν, το άνοιγμα στην κοινωνία -κάτι που είχε προταθεί σε διαφορετικές στιγμές σε άλλα κράτη με διαφορετικές παραδόσεις και πολιτισμικό επίπεδο διαφορετικό- κατάφερε να δημιουργήσει μία ρήξη μέσα στην παραδοσιακή ψυχιατρική κουλτούρα, τα αποτελέσματα της οποίας θα ήταν χρήσιμο να αναλύσουμε.

Η ψυχιατρική -συνδεδεμένη με μία αντίληψη λίγο πολύ θετικιστικού τύπου όσον αφορά την ψυχική ασθένεια, παρά την τυπική επιλεκτικότητα που τη χαρακτηρίζει- βλέπει με μεγάλη δυσπιστία τις κοινωνικές συνιστώσες της ψυχικής νόσου. Αυτό της επιτρέπει να διατηρεί το αντικείμενο της μελέτης της, φαινομενικά τουλάχιστον, κοινωνικά άσηπτο και ουδέτερο, εξασφαλίζοντάς της μία υποτιθέμενη επιστημονική αντικειμενικότητα.

Εναλλακτική ΨυχιατρικήΓια την πραγματιστική αγγλοσαξωνική κουλτούρα -απ’ όπου ξεκίνησαν τα καινούρια ψυχιατρικά κινήματα τύπου θεραπευτικής Κοινότητας- ήταν σχετικά εύκολο να δεχτεί έναν καινούριο προσανατολισμό στην ψυχιατρική ρίχνοντας τα τείχη της ασθένειας και των αντίστοιχων θεσμών που την περιέβαλλαν…

Αλλά στην Ιταλία μία παρόμοια προσπάθεια συνάντησε σε πρακτικό επίπεδο σημαντικά εμπόδια, παρόλο που οι αντιστάσεις και οι κατά καιρούς αρνητικές στάσεις μεταμφιέζονταν με τη μορφή σχεδιασμών, ιδεολογικών διακηρύξεων κ.λπ. Παρέμειναν, όμως, μέχρι σήμερα στο επίπεδο της απλής διατύπωσης αρχών. Ωστόσο, η αποδοχή αυτού του νέου προσανατολισμού στην ψυχιατρική προϋποθέτει και την αμφισβήτηση της παντοδυναμίας του ρόλου του γιατρού, που θεωρείται ο μοναδικός θεματοφύλακας και εγγυητής της υγείας του ασθενούς.

Τελικά χρειάζεται να θεωρήσουμε την υγεία κοινό αγαθό, στη διαχείριση της οποίας κάθε μέλος της κοινωνίας πρέπει να συμμετέχει.

Όταν λοιπόν γίνεται ξεκάθαρη η σχέση που υπάρχει ανάμεσα στην ψυχική νόσο και στο κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εμφανίζεται, συνυπάρχουν κοινωνικά και πολιτικά στοιχεία που καθορίζουν και το χαρακτήρα της νόσου.

Οπότε μία προσέγγιση αμιγώς τεχνοκρατική για την ψυχική νόσο -με την παραδοσιακή έννοια του όρου- αποκτά τη σχετική σημασία μόνο επιφανειακά. Αυτό δε που μένει να καθορίσουμε είναι η φύση του «κοινωνικού» στο οποίο αναφερόμαστε. Γιατί αν τη θεωρήσουμε σαν μία απλή ψυχολογική αλληλεπίδραση, που χειραγωγείται με εξειδικευμένες τεχνικές αγνοώντας το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων και της παραγωγικής διαδικασίας, τότε την περιορίζουμε και καταλήγουμε να μην αντιλαμβανόμαστε το παιχνίδι μέσα στο οποίο έχουμε εγκλωβισθεί.

Και έτσι οι καινούριες ψυχιατρικο-κοινωνικές τεχνικές, που γεννήθηκαν σε αντιπαράθεση με τη σκληρή ιδρυματική διαχείριση της ψυχικής νόσου, καταλήγουν στην πραγματικότητα ένας καινούριος τρόπος χειραγώγησης, που καλύπτει κάτω από ένα μεθοδολογικό μανδύα την έννοια του κοινωνικού ελέγχου. Και μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο προφανώς το παιχνίδι δεν αλλάζει.

Αυτό που συμβαίνει τελικά, είναι μία μεγαλύτερη ανακατανομή της πίττας ανάμεσα στους ψυχιάτρους και στους άλλους επαγγελματίες ψυχικής υγείας που δρουν στην κοινότητα, η δουλειά των οποίων παραμένει πάντα η ίδια: δηλαδή να διατηρηθεί η αξιοπιστία του ορισμού της κανονικότητας σταθερή μέσα στα σύνορα των τεχνικομεθοδολογικών ειδικοτήτων τους.

Οι νέες τεχνικές της αποκατάστασης γεννήθηκαν κυρίως μέσα από την άρνηση της ασυλικής πραγματικότητας, αλλά και σαν εκδήλωση των αντιφάσεων ανάμεσα στις θεωρητικές επεξεργασίες και στις ιδρυματικές πρακτικές. Στην αποκορύφωσή τους αυτές οι καινούριες τεχνικές παρουσιάζονται, από τη μια μεριά, ως κινήματα με πραγματικούς στόχους μέσα στο Άσυλο -όπου ο ασθενής ζει και ανατροφοδοτεί την αρρώστια του- και από την άλλη, ως κριτική απέναντι σε μια επιστήμη που κατέληξε να είναι ένα μεταφυσικό δόγμα, καταγγέλλοντάς την, καθώς είναι απούσα από οποιαδήποτε σχέση με το αντικείμενο της έρευνάς της.

Franco BasagliaΗ θεραπευτικότητα των νέων τεχνικών αποκατάστασης βασίζεται κυρίως στη ζωντάνια της διαλεκτικής διαδικασίας, στην οποία συμμετέχουν ενεργά όλα τα υποκείμενα και όλοι οι παράγοντες της ομάδας που εμπλέκονται στην αποκατάσταση. Δηλαδή η διαδικασία μετασχηματισμού βρίσκεται ακριβώς πάνω στο όριο της ελευθερίας και της νέας πρακτικής αντίληψης. Αντίθετα, τη στιγμή κατά την οποία οι νέες τεχνικές αρχίσουν να αποκρυσταλλώνονται, ως μία λειτουργική «επιστήμη» οργανωμένη με τα καινούρια της δόγματα και τους καινούριους μύθους, η ελευθερία που είναι αναγκαία για τη διαδικασία του μετασχηματισμού εξαφανίζεται, απαιτώντας από τον άρρωστο να ταυτιστεί ξανά με το καινούριο προσωπείο της ασθένειας που υπαγορεύεται από την καινούρια διαχείριση.

Στην Αγγλία, η υλοποίηση και η δογματική εφαρμογή των νέων τεχνικών αποκατάστασης κοινοτικού τύπου -πέρα από το γεγονός ότι εντάχθηκαν στο Εθνικό Σύστημα Υγείας μέσω του Νόμου για την Ψυχική Υγεία (National Act) του 1959- συνδέθηκαν επίσης με την ιδιαίτερη οικονομική κατάσταση που προέκυψε μεταπολεμικά και με την αυξημένη ζήτηση εργατών ιδιαίτερα εκείνη την περίοδο. Δηλαδή κατάφεραν να δημιουργήσουν θεσμούς που χρησίμευαν στην αποκατάσταση ασθενών σε μία κοινωνία, η οποία είχε ανάγκη από αποκατεστημένα άτομα. Ήταν μία «τεχνοκρατική» απάντηση απέναντι σε ένα οικονομικό πρόβλημα και αντιστοιχούσε πλήρως στις ανάγκες για τις οποίες μιλήσαμε στην αρχή.

Μία πραγματική συγκυρία ανάμεσα σε μία τεχνοκρατικού τύπου λειτουργία και στην κοινωνική δομή μέσα στην οποία λειτουργούσε.

Αντίθετα στην Ιταλία, η αποκατάσταση του ψυχικά πάσχοντος πέρασε από αγώνες μέσα στο Άσυλο (αγώνες που ξεκίνησαν από την πρακτική καταγγελία της βίας που ασκούνταν, μέχρι το ξεσκέπασμα της ψυχιατρικής και της ιδεολογίας της) για να επιβάλουμε ένα καινούριο πρόσωπο της ψυχικής νόσου, σε μια οικονομική συγκυρία όπου η παραγωγή δεν είχε ανάγκη από αποκατεστημένα άτομα.

ΆσυλοΟ αγώνας ενάντια στο ψυχιατρικό Άσυλο σε εμάς είχε μια ανταγωνιστική λειτουργία απέναντι στο κοινωνικό σύστημα μέσα στο οποίο εντασσόταν και το Άσυλο. Αναδεικνύοντας πρακτικά αντιφάσεις, που καμία καθαρά «τεχνοκρατικού» τύπου λύση δεν θα μπορούσε να τις συγκαλύψει. Η πρωτοπορία λοιπόν των ειδικών με αυτό τον τρόπο είχε και μία πολιτική λειτουργία, προτείνοντας λύσεις που έβαζαν σε κρίση την ισορροπία του κοινωνικού συστήματος γενικότερα.

Ξεσκεπάζοντας τους υφιστάμενους μηχανισμούς, τη λειτουργία ιδεολογιών και θεσμών, ως παράγοντες προστασίας της δεδομένης κοινωνικοοικονομικής δομής. Ήταν τελικά μία πρόταση από τη μεριά των ειδικών, που προηγούνταν κάποιου οικονομικού αιτήματος και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο λειτουργούσε για να ξεσκεπάζει τον τρόπο με τον οποίο η ψυχιατρική ιδεολογία νομιμοποιούσε και επικύρωνε, με ένα τεχνικοεπιστημονικό τρόπο, τον ασυλικό ρόλο σ’ αυτόν που δεν ήταν χρήσιμος στη διαδικασία της παραγωγής.

Η νέα ψυχιατρική πρόταση, σ’ αυτή την περίπτωση, χρειάστηκε για να προσφέρει τη δυνατότητα να δημιουργηθούν απόψεις, γνώμες, κρίσεις και διάφορες δραστηριότητες, που όμως δεν μπορούσαν να υλοποιηθούν εξαιτίας της υπάρχουσας κοινωνικής δομής.

Γι’ αυτό μία εξειδικευμένη παρέμβαση, που προτίθεται να αγνοήσει το ρόλο του συγκεκριμένου κοινωνικοοικονομικού συστήματος μέσα στο οποίο δρα, οποιαδήποτε αλλαγή επιφέρει θα είναι φαινομενική, με την έννοια ότι θα επηρεάσει μόνο επιφανειακές καταστάσεις χωρίς να ακουμπάει τον πυρήνα του προβλήματος.

Κάθε φορά που προτείνεται μία εναλλακτική λύση σε ένα συγκεκριμένο πρόβλημα, βάζοντας σε αμφισβήτηση και τη θεραπευτική διαδικασία και την κοινωνική δομή, αυτή γίνεται αποδεκτή μόνο αν παρουσιασθεί ως μία πρόταση ενός εξειδικευμένου θεραπευτικού μοντέλου, δηλαδή μιας καινούριας λειτουργίας χρήσιμης στην επιφανειακή ανανέωση των θεσμών.

Χρησιμοποιεί δε ένα καινούριο επιστημονικό λεξιλόγιο, διατηρώντας όμως ανέπαφο τον πυρήνα του προβλήματος. Γι’ αυτό το λόγο όλες οι καινούριες δράσεις, που ξεκίνησαν μία πραγματική διαδικασία μετασχηματισμού του Ασύλου από τις παλιές δομές, θα μπορούσαν τουλάχιστον να ακολουθήσουν το δρόμο των μεταρρυθμίσεων που υποτίθεται ότι βαθμιαία θα αλλάξουν και τις δομές, μέσα από θεσμικές και ιδεολογικές αλλαγές.

Όμως, αν η αναπαλαιωμένη επιστημονική ιδεολογία -μέσω γενικόλογων διατυπώσεων μεταρρύθμισης- χρησιμοποιείται για να καλύψει την αδράνεια και την ακαμψία της βασικής δομής, η φαινομενική πρόοδος των διαφόρων θεραπευτικών τεχνικών, μέσω ενός υποτιθέμενου επιστημονικού ανοίγματος, καταλήγει σιγά-σιγά στο πρωταρχικό επίπεδο της κοινωνικής δομής που υποτίθεται ότι ήθελε να αλλάξει. Η αποκατάσταση ασθενών σε χώρες όπου το πρόβλημα της πλήρους απασχόλησης δεν έχει λυθεί είναι μία ψευδαίσθηση των ειδικών με ταυτόχρονη συρρίκνωση των ορίων της κανονικότητας.

Οπότε, έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση του αποκλεισμού των ατόμων που θεωρούνται ότι παρεκκλίνουν από τη γενική νόρμα, που αποτελεί χαρακτηριστικό στοιχείο της παλαιοκαπιταλιστικής πραγματικότητας. Τους «αποκατασταθέντες» η κοινωνία μας δεν ξέρει τι να τους κάνει. Ούτε ξέρει τι να κάνει με όλα αυτά τα άτομα που περιθωριοποιούνται ως «υπόλειμμα» από τον συγκεκριμένο τύπο της παραγωγής. Που σημαίνει ότι η τεχνικο-θεραπευτική δράση -η οποία δείχνει ικανή να αποκαταστήσει τον ψυχικά πάσχοντα (και αυτό είναι το καινούριο προσωπείο της ασθένειας)- δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και να υλοποιηθεί πρακτικά από τη σημερινή οικονομική μας κατάσταση.

Κοινωνία και Ψυχική ΥγείαΣτην Ιταλία, η ολοκληρωτική απουσία ενός προγραμματισμού πραγματικής ψυχιατρικής φροντίδας, πέρα από τις μικρές μεταρρυθμίσεις που τη μια μέρα παραχωρούνται και την άλλη αναιρούνται, είναι μία ξεκάθαρη απόδειξη των παραπάνω.

Το νόημα της αποϊδρυματικής εμπειρίας που έγινε σε έναν ψυχιατρικό θεσμό στην Ιταλία (αναφερόμαστε ιδιαίτερα στην εμπειρία του ψυχιατρείου της Gorizia απ’ όπου ξεκίνησε το κίνημα ενάντια στους ιδρυματικούς θεσμούς για τους οποίους μιλήσαμε) ήταν η κατανόηση της αδυναμίας -μέσω βέβαια μίας πρακτικής- που υπήρχε για μια μονόπλευρη παρέμβαση μέσω τεχνοθεραπευτικών μεθοδολογιών. Αφού, από τη μια μεριά, δεν μπορούσαν να προχωρήσουν, γιατί αναστέλλονταν από τη γενικότερη κοινωνική δομή, η οποία αρνείτο αυτές τις θεραπευτικές μεθοδολογίες και από την άλλη, αυτοκαταστρέφονταν μέσα από τις νέες στερεοτυπικές πρακτικές και δυναμικές από τις οποίες γεννήθηκε αρχικά η θεραπευτικότητά τους.

Με αυτούς τους όρους, το πρόβλημα της αποκατάστασης του ψυχικά πάσχοντος -με το σχετικό πρόβλημα του ανοίγματος ή του κλεισίματος των Ασύλων και ως εκ τούτου, του βαθμού καταπίεσης ή ανοχής με τον όποιο γίνεται η διαχείρισή τους- δεν συνδέεται άμεσα τόσο με την παρουσία ή απουσία του παθολογικού γεγονότος, όσο με τη μεγαλύτερη ή μικρότερη ανάγκη των διαθέσιμων εργασιακών αποθεμάτων που έχει ανάγκη η παραγωγή, δηλαδή από τη μεγαλύτερη ή μικρότερη ζήτηση της αγοράς. Έως ότου δεν θα υπάρχει το οικονομικό κριτήριο απορρόφησης των περιθωριακών μειοψηφιών, η παρέμβαση των ειδικών της ψυχιατρικής θα παραμένει σαν μία δυνατότητα απραγματοποίητη σε πρακτικό επίπεδο. Και τότε τα όρια της κανονικότητας θα παραμένουν αμετακίνητα στο σημείο στο οποίο ο αποκλεισμός και η αποκατάσταση συμπίπτουν ταυτόχρονα και με τρόπο ισοδύναμο.

Η συζήτηση για τις διάφορες τεχνικές της αποκατάστασης και η προτίμηση κάποιων αντί άλλων σημαίνει ότι περιοριζόμαστε σε ένα επιφανειακό επίπεδο, αποδεχόμενοι παθητικά το κοινωνικό παιχνίδι που μας καθορίζει και ορίζει επίσης και την ουσιαστική σημασία της δράσης μας, αντιστρέφοντας τους στόχους μας.

Κοινωνία και ψυχική υγείαΗ θεραπεία μεταμορφώνεται σε έλεγχο και η φροντίδα σε μία μορφή καταπίεσης και κυριαρχίας. Οι τεχνικές θα έπρεπε να χρησιμεύουν για να ανταποκριθούν στις βασικές ανάγκες του ατόμου. Όμως αφού περάσει η αρχική περίοδος του μετασχηματισμού μεταπίπτουν αυτόματα σε μία νέα κατάσταση, όπου προσπαθούν να ανασυντάξουν τις ανάγκες του ασθενούς και να ορθολογικοποιήσουν ιδεολογικά τον μετασχηματισμό που έγινε. Που σημαίνει ότι οι απαντήσεις που δίνονται απομακρύνονται ακόμα μια φορά από τις ανάγκες. Και ακόμα μια φορά μετασχηματίζονται σε ορισμούς και κωδικοποιήσεις όπου οι ανάγκες θα ταυτιστούν με αυτές. Και έτσι θα ενσωματωθούν, θα περιοριστούν, αφού δεν βρήκαν μία πραγματική απάντηση. Δηλαδή θα βρεθούν πάλι υπό έλεγχο.

Στην περίπτωση της ψυχικής νόσου η ανταπόκριση στις ανάγκες του ατόμου είναι ακόμα περισσότερο αμφιλεγόμενη, δεδομένου ότι συμπτώματα και δημόσια τάξη είναι πάντα στενά συνδεδεμένα. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η ασθένεια έχει χάσει την πρωταρχική της σημασία. Γίνεται αντικοινωνικότητα, επικινδυνότητα, προσβολή της δημοσίας αιδούς, και σαν τέτοια καταλήγει αντικείμενο κοινωνικού αποκλεισμού που χρειάζεται με κάποιο τρόπο να οργανωθεί και να χειραγωγηθεί.

Αφού λοιπόν η αντικοινωνικότητα και η αλλοτρίωση των ατόμων αυξάνουν, προκύπτει αναγκαία και η διεύρυνση του ψυχιατρικού ελέγχου, ο οποίος θα επιτευχθεί ιδεολογικοποιώντας και τονίζοντας ιδιαίτερα την αντικοινωνικότητα της ψυχικής νόσου. Οι μέθοδοι και οι τεχνικές που είχαν επεξεργασθεί μέσα στο Άσυλο βγαίνουν τώρα έξω, στην ευρύτερη κοινωνία, όπου η αντικοινωνικότητα και η αλλοτρίωση αναπαράγονται και έτσι γίνονται τεχνικές κοινωνικού ελέγχου.

Οι ολοκληρωτικοί θεσμοί τείνουν ν’ ανοίξουν προς τα έξω, σε μία κοινωνία που είναι ολοκληρωτικά ιδρυματοποιημένη από κάθε μορφή ελέγχου και ολοκληρωτικών τεχνικών.

Το εργοστάσιο, το ψυχιατρείο, η φυλακή, το σχολείο, η οικογένεια, βρίσκονται όλα στο ίδιο θεσμικό επίπεδο, στο οποίο γίνεται προσπάθεια να εισαχθούν νέες τεχνικές χειραγώγησης. Τεχνικές που γεννήθηκαν στην προσπάθεια μιας καινούριας απάντησης στο ψυχιατρικό πρόβλημα. Και ενώ λοιπόν οι ολοκληρωτικοί θεσμοί μένουν φρικτές πραγματικότητες, όπως άλλωστε ήταν πάντα -με καταπιεστική ή ανεκτική διαχείριση- οι νέες τεχνικές, πάνω στις οποίες βασίζεται η αποκατάσταση της ψυχικής νόσου, επικεντρώνονται πάνω στην ελεγχόμενη επικοινωνία, πάνω στο «reaching of a consensus» στη χειραγώγηση της ομάδας και έτσι εξάγονται ως καινούρια εργαλεία χειραγώγησης των μαζών.

Κοινωνία και Ψυχική ΥγείαΕν κατακλείδι, ο εστιασμός της δράσης μας και των τεχνικών μας δεν μπορεί να είναι αγώνας απέναντι στην ψυχική αρρώστια σαν μία αφηρημένη οντότητα, αλλά πρέπει να προσανατολισθεί και να θεωρήσει την αρρώστια σαν μία αντίφαση. Οπότε και την αποκατάσταση σαν απάντηση σ’ αυτήν ακριβώς την αντίφαση. Αντίφαση η οποία δεν μπορεί να καλυφθεί ή να μετασχηματισθεί επιφανειακά από νέες επιστημονικές ιδεολογίες. Ακριβώς επειδή δεν καταφέρνουν να ανταποκριθούν στο ψυχιατρικό πρόβλημα, αναγκαστικά μετασχηματίζονται σαν ένας καινούριος περιορισμός είτε υπό μορφή κωδικοποίησης της αρρώστιας, είτε υπό μορφή κωδικοποίησης της αποκατάστασης.

Αυτό που πρέπει να προσπαθούμε και να συνεχίζουμε να αποδεικνύουμε στην καθημερινή πρακτική μας είναι ότι η ζωή μας βασίζεται και καθορίζεται από ιδεολογίες, στην υπηρεσία και στη στήριξη της άρχουσας τάξης και εις βάρος των υπολοίπων. Ο αγώνας, λοιπόν, είναι ενάντια στην ιδεολογία που τείνει να παράγει διάφορες μεθοδολογίες απέναντι στις φυσικές αντιφάσεις, για να εμποδίσει μια πραγματική αντιμετώπιση αυτών. Οι ειδικοί, οι επαγγελματίες, δεν μπορούν να είναι οι μοναδικοί πρωταγωνιστές στην αποκατάσταση και στη φροντίδα του ασθενούς. Τα υποκείμενα αυτής της αποκατάστασης πρέπει να είναι τόσο ο ασθενής όσο και ο υγιής. Όπου ως πρωταγωνιστές του μετασχηματισμού της κοινωνίας στην οποία ζουν μπορούν να γίνουν και πρωταγωνιστές μιας επιστήμης, της οποίας οι τεχνικές θα χρησιμοποιούνται για την προστασία τους και όχι εναντίον τους. Εάν η κοινωνία συνεχίσει να βασίζεται στα προνόμια των ολίγων, στην καταπίεση, στην κατάχρηση εξουσίας και στη λογική του κεφαλαίου, κάθε τεχνική θα μεταφράζεται αναπόφευκτα σε καταπίεση, βία και θάνατο των περισσοτέρων.

(Αναδημοσίευση από την περιοδική έκδοση του ΑΠΘ «Κοινωνία και Ψυχική Υγεία». Το άρθρο με τίτλο «Riabilitazione e controllo sociale» περιλαμβάνεται στο βιβλίο: Basaglia, F. (1982). Scritti II, 1980, Dall’ apertura del manicomio alla nuova legge sull’ assistenza psichiatrica. Torino: Gulio Einaudi, μετάφραση Αστρινάκης Γιώργος).

Κατηγορίες:Ψυχολογία

Tagged as: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s