Μελέτες

Κριτική προσέγγιση της μετά-Φροϋδικής Ψυχοδυναμικής σκέψης, με αφετηρία τη θεωρία της προσκόλλησης του J. Bowlby και της M. Ainsworth

Γράφει ο Χρήστος Τσαντής*

O S. Freud άνοιξε το δρόμο για μια βαθύτερη διερεύνηση της ανθρώπινης φύσης (Freud, 1993), των κινήτρων της ανθρώπινης συμπεριφοράς (Νασιάκου, 1982), ερχόμενος σε σύγκρουση με το συντηρητικό πλαίσιο της εποχής στην οποία εργάστηκε (Freud, 1996). Όσο ακόμα ζούσε ο Freud, αναπτύχθηκε μια διαπάλη με ορισμένους από τους βασικούς του συνεργάτες (Ferenczi, Rank, Jung, Adler, Reich), με συνέπεια να δημιουργηθεί ρήγμα (Freud & Jung, 2008) και να αναπτυχθούν ακόμη και νέες σχολές (Adler, 1974).

Οι διαφωνίες αφορούσαν κυρίως στην αμφισβήτηση της σημασίας που έδινε ο Freud στο ρόλο των σεξουαλικών κινήτρων και της επίδρασης τους στο ασυνείδητο, στην πολυπλοκότητα της ανθρώπινης φύσης, στον δια βίου χαρακτήρα της ανθρώπινης ανάπτυξης, στην επίδραση κοινωνικών και περιβαλλοντικών παραγόντων στον ψυχισμό, στο ρόλο και τις τεχνικές του θεραπευτή στη θεραπευτική σχέση. Ύστερα από τον θάνατο του Freud, η συζήτηση που αναπτύχθηκε, οδήγησε στην ενσωμάτωση, πολλών ιδεών των αποσχισθέντων συνεργατών του, σε μια σύγχρονη, διευρυμένη ψυχοδυναμική προσέγγιση, με ευρύτερη προοπτική (McLeod, 2003). Σε αυτόν το διάλογο μεγάλη υπήρξε και η συμβολή της K. Horney, του Η. S. Sullivan, που τόνισαν την βαρύτητα της κοινωνικής επίδρασης στην ανάπτυξη του ατόμου (Pervin & John, 2001).

Τα κύρια ρεύματα της μεταφροϋδικής ψυχοδυναμικής σκέψης

Φρόυντ_0002

Ενώ οι ψυχαναλυτές παλιότερα, βασίζονταν κυρίως σε αναμνήσεις των ενηλίκων από την παιδική τους ηλικία, η A. Freud κι η M. Klein εργάστηκαν με παιδιά κι εφήβους. Διεύρυναν το πεδίο εφαρμογής της ψυχαναλυτικής έρευνας επεκτείνοντας την ψυχοθεραπεία σε παιδιά και σε νέες κατηγορίες προβλημάτων. Χρησιμοποίησαν το παιχνίδι, αντί για τους ελεύθερους συνειρμούς των ενηλίκων, κρατώντας τις βασικές έννοιες της ψυχοδυναμικής (Freud, 1990).

Η προσέγγιση των αντικειμενότροπων σχέσεων που ανέπτυξε η Μέλανι Κλάιν, εστιάζοντας στα αντικείμενα (άνθρωποι) που είχαν ιδιαίτερη σημασία στη ζωή του θεραπευόμενου στην παιδική του ηλικία, αποκάλυψε ότι αυτές οι σχέσεις παίζουν πρωταρχικό ρόλο στην ψυχική ανάπτυξη, βάζοντας σε δεύτερη μοίρα την επίδραση ασυνείδητων βιολογικών ορμών και της λίμπιντο (Segal, 1995).Αυτές οι σχέσεις επιδρούν σε μέρη και πλευρές του εαυτού, στις σχέσεις με τους άλλους στην ενήλικη ζωή (Καλατζή-Αζίζι & Αναγνωστόπουλος, 1988). Χαρακτηριστική είναι η φράση που χρησιμοποίησε ο D. W. Winnicott (1976), πως «το μωρό δεν υπάρχει μόνο του, αλλά ουσιαστικά είναι μέρος μιας σχέσης».

Σχετικά πρόσφατη είναι και η εργασία της Alice Miller η οποία βασισμένη σε δικές της έρευνες-με επιρροές από τον Winnicott – ανέδειξε τη σημασία του ψυχικού τραύματος κατά την παιδική ηλικία και τις επιπτώσεις του στην ενήλικη ζωή, δίνοντας μάλιστα και μια ψυχολογική ερμηνεία κοινωνικών και πολιτικών γεγονότων της σύγχρονης ιστορίας (Miller, 2010).

Ένα άλλο από τα βασικά ρεύματα σκέψης της μεταφροϋδικής ψυχοδυναμικής είναι η «ψυχολογία του Εγώ», με βασικούς εκφραστές τους: Alexander, Hartmann, Erikson, Mahler, Bettelheim, Kohout, Kernberg.

Ο Alexander με επιρροές από τον Ferenczi, υπέδειξε νέες τεχνικές στη θεραπεία, ενώ ο Hartmann ανέδειξε τη σχέση του Εγώ με το περιβάλλον θέτοντας σε δεύτερη μοίρα τις ενδοψυχικές συγκρούσεις (Bourdin, 2005).

Ο Erikson μίλησε για τα ψυχοκοινωνικά στάδια ανάπτυξης της προσωπικότητας, δίνοντας βάρος στο ίδιο το προτσές της αναπτυξιακής διαδικασίας, θεωρώντας πως σε κάθε φάση της ζωής του ο άνθρωπος καλείται να απαντήσει σε μία αναπτυξιακή κρίση, όπου αλληλεπιδρά με τον κοινωνικό περίγυρο (Erikson, 1975).

Η Mahler προσεγγίζει τη συναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού συμπληρώνοντας την Klein, ξεπερνά τη βιολογική θεώρηση της ανθρώπινης φύσης που υιοθετούσε η ψυχανάλυση και μιλά ουσιαστικά για μία βιοκοινωνική ύπαρξη, φέρνοντας στο προσκήνιο τον άνθρωπο ως κοινωνικό ον. Άνοιξε νέους δρόμους όσο αφορά την αντιμετώπιση των παιδικών ψυχώσεων (Γαλανάκη, 2003).
Μπετελχάιμ

O Bettelheim ανέλυσε την λειτουργία των συμβόλων των παραμυθιών στο ψυχισμό των παιδιών (Bourdin, 2005).

Οι Kohout και Kernberg εργάστηκαν ιδιαίτερα πάνω στην έννοια του Ναρκισσισμού και της ναρκισσιστικής προσωπικότητας (Pervin & John, 2001), δίνοντας βάρος στη μεταβίβαση του πελάτη απέναντι στον σύμβουλο, καθώς και στην αντιμετώπιση των αισθημάτων ματαίωσης που γεννιούνται στον πελάτη όταν δεν επιτυγχάνεται η αναγκαία ενσυναίσθηση από την πλευρά του συμβούλου (McLeod, 2003).

Η Βρετανική Ψυχαναλυτική Εταιρεία μοιράστηκε σε τρεις εκπαιδευτικές ομάδες αμέσως μετά το πόλεμο, κάτω από την οξύτατη αντιπαράθεση που είχε αναπτυχθεί ανάμεσα στους υποστηρικτές της A. Freud και της M. Klein. Η Τρίτη ομάδα ήταν η ονομαζόμενη και «μεσαία» ή «Ανεξάρτητη», η οποία είδε με μια νέα οπτική την έννοια της αντιμεταβίβασης, της συναισθηματικής, δηλαδή, ανταπόκρισης του συμβούλου απέναντι στον πελάτη. Αυτή η προσέγγιση άνοιξε το δρόμο για μια νέα θεώρηση της στάσης του συμβούλου καθώς και στην δυνατότητα συντόμευσης της διάρκειας της ψυχοδυναμικής συμβουλευτικής (McLeod, 2003).

Σύντομη παρουσίαση της θεωρίας της προσκόλλησης

Θα μιλήσουμε για τη θεωρία της προσκόλλησης επιγραμματικά, για να παρουσιάσουμε συνοπτικά τις βασικές πλευρές μιας θεωρίας που βασίζεται σε ένα πλούσιο ερευνητικό έργο.

Η έννοια της προσκόλλησης αναπτύχθηκε από τον Βρετανό Ψυχίατρο J. Bowlby κι αναφέρεται στο δεσμό που αναπτύσσεται στα πρώτα χρόνια της ζωής του παιδιού ανάμεσα σ’ αυτό και τη μητέρα, καθώς και με τα σημαντικά πρόσωπα του περιβάλλοντος του, τα οποία το φροντίζουν. Η προσκόλληση περνά από 3 βασικά στάδια-φάσεις: την αδιαφοροποίητη, όπου το βρέφος δείχνει σημάδια, χωρίς όμως να απευθύνεται σε κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο (8η εβδομάδα-5ο ή 6ο μήνα), την μονοπροσωπική προσκόλληση όπου δείχνει σαφή προτίμηση σε ένα πρόσωπο (5ος, 7ος – 3 με 4 μήνες ακόμα, εδώ εμφανίζεται και το άγχος προς τα ξένα πρόσωπα) και η πολυπροσωπική προσκόλληση όπου εμφανίζεται ο δεσμός του βρέφους με τα πρόσωπα που αλληλεπιδρούν πιο στενά μαζί του στο περιβάλλον όπου ζει (Παρασκευόπουλος, 1985).
Κοινωνία και Ψυχική Υγεία

Το θεωρητικό έργο του J. Bowlby, συμπληρώθηκε από την εμπειρική έρευνα της M. Ainsworth η οποία συνέδεσε τον τρόπο αντίδρασης των βρεφών όταν αποχωρίζονταν από τη μητέρα καθώς και όταν επανασυνδέονταν μαζί της. Υποστήριξε πως ο δεσμός που αναπτύσσουν τα βρέφη με τις μητέρες τους (φιγούρα προσκόλλησης), κατηγοριοποιείται, αναδεικνύοντας 3 βασικές μορφές προσκόλλησης: την ασφαλή, την ανασφαλή και την αμφιταλαντευόμενη προσκόλληση ανάμεσα στην ασφαλή και την ανασφαλή. Τα συναισθήματα που γεννά αυτός ο δεσμός επιδρούν και κατά τη διάρκεια της ενήλικης ζωής, δρώντας ως πρότυπο για το είδος των διαπροσωπικών σχέσεων που θα χτίσει το άτομο στα επόμενα χρόνια της ζωής του (Pervin & John, 2001).

Ο J. Bowlby υποστήριξε πως το βρέφος διαθέτει μια σειρά από βασικά ένστικτα-σήματα όπως το πιπίλισμα, η βλεμματική επαφή, το κλάμα, το χαμόγελο, που παίζουν σημαντικό ρόλο στη δημιουργία της προσκόλλησης (Bretherton, 1995).

Ο Freud υποστήριζε πως η προσκόλληση είναι δευτερογενές αποτέλεσμα της ικανοποίησης βιολογικών ενστίκτων. Ο J. Bowlby κάτω και από την επίδραση των ερευνών του Harlow, του Lorenz και της εθολογίας, έδειξε ότι η προσκόλληση αποτελεί πρωτογενή ανάγκη του βρέφους, έμφυτη βιολογική ανάγκη που πλάθεται σύμφωνα με τα βιώματα που αποκτά το άτομο από τη σχέση του με άλλα σημαντικά άτομα. Δεσμοί που αναζητούνται και αναπαράγονται στη διάρκεια της ενήλικης ζωής (Παρασκευόπουλος, 1985). Μίλησε για το άγχος αποχωρισμού, άποψη που ανέλυσε αργότερα και η M. Ainsworth, ενώ ανέλυσε πως οι διεργασίες του πένθους σχετίζονται με την ανάπτυξη της προσκόλλησης και την απουσία ή μη διαθεσιμότητα του προσώπου με το οποίο έχει δημιουργηθεί ο δεσμός, θέσεις που βοήθησαν αργότερα στη φροντίδα ανθρώπων που πενθούσαν (Bretherton, 1995).
koinonia

Πλεονέκτημα της θεωρίας του είναι ότι τεκμηρίωσε τους ισχυρισμούς του με πλήθος ερευνητικών ευρημάτων (Pervin & John, 2001). Αναθεώρησε τις απόψεις του Freud για τα κίνητρα της ανθρώπινης συμπεριφοράς, ενώ παράλληλα υποστήριξε με μελέτες και στοιχεία την σημαντικότητα του οικογενειακού κλίματος στην ανάπτυξη του ατόμου και της κοινωνίας (Bourdin, 2005). Η αντίληψή του ότι τα κίνητρα της ανθρώπινης συμπεριφοράς πηγάζουν από την αλληλεπίδραση συστημάτων που επιθυμούν ζεστασιά, οικειότητα, αλλά και αναζήτηση και καινοτομία, είναι ανοιχτή και τροφοδοτεί μελλοντικές έρευνες για την ανάπτυξη της θεωρίας της προσκόλλησης (Bretherton, 1995).

Υπάρχουν έρευνες όμως που έχουν δείξει ότι οι τύποι προσκόλλησης είναι πιο εύκαμπτοι, απ’ ότι παρουσιάζει ο Bowlby, καθώς φαίνεται ότι κάθε άνθρωπος διαθέτει ένα ρεπερτόριο από σχέσεις προσκόλλησης στο οποίο τείνει να προσαρμόζεται ανάλογα με τους ανθρώπους που έχει γύρω του και τις συνθήκες στις οποίες βρίσκεται (Pervin & John, 2001).

Η θεωρία και η έρευνα της προσκόλλησης έχουν εφαρμογές στην αναπτυξιακή ψυχοπαθολογία με πάμπολλες μελέτες γύρω από τις κλινικές επιπτώσεις της προσκόλλησης (Belsky & Nezworski, 1988).

Για την συμβουλευτική πρακτική

Με βάση τη θεωρία της προσκόλλησης ο στόχος που τίθεται είναι να γίνει εκ νέου επεξεργασία-στο ασφαλές περιβάλλον της συμβουλευτικής σχέσης-των δεσμών που ανέπτυξε ο πελάτης με τα δικά του πρόσωπα προσκόλλησης, δουλεύοντας δηλαδή με τη μεταβίβαση του (Bretherton, 1995). Το γεγονός αυτό καθιστά αναγκαία την επεξεργασία των σχέσεων προσκόλλησης του ίδιου του συμβούλου, την επεξεργασία της δικής του αντιμεταβίβασης, τη δια βίου μελέτη των εξελίξεων και των επιστημονικών ευρημάτων, την εποπτεία. Παράλληλα, η γνώση της θεωρίας της προσκόλλησης, οδηγεί σε μία μεγαλύτερη ενσυναισθητική στάση του συμβούλου στην επαφή με τον πελάτη (McLeod, 2003).

Ο σύμβουλος παίρνει πρωτοβουλίες ενεργητικά, δεν στέκεται σαν «λευκή οθόνη», επιδιώκει τη θεραπευτική συμμαχία, κάνει υποθέσεις κι επικεντρώνεται πάνω σε συγκεκριμένα ζητήματα, καθώς δεν περιμένει να έρθουν στην επιφάνεια κάποια θέματα μέσα από τον ελεύθερο συνειρμό του πελάτη. Ο ίδιος αντιμετωπίζεται ως πρόσωπο κι όχι ως ασθενής, ενώ παράλληλα και η ίδια η θεραπεία ή η συμβουλευτική γίνεται σε πιο σύντομα χρονικά διαστήματα (Casement, 1989).
ψυχόδραμα 4

Η αρνητική κατάσταση που βιώνει ο πελάτης στο τώρα, θεωρείται ότι πυροδοτείται από κάποιο γεγονός που ανέσυρε στην επιφάνεια επίπονα συναισθήματα και βιώματα που είχαν ξεχαστεί. Έτσι ξεκινώντας από το «Γιατί τώρα;», προσπαθεί ο σύμβουλος να ξετυλίξει το κουβάρι, ψάχνοντας στο παρελθόν την αιτία της σημερινής ψυχική κατάστασης του πελάτη. Τεχνικές που χρησιμοποιούνται ακόμα, είναι η διερεύνηση συναισθημάτων μέσα από επισκέψεις σε τόπους που συνδέονται με τα βιώματα που επεξεργάζεται ο πελάτης, διήγηση ιστοριών, αξιοποίηση φωτογραφιών και γενικά πρακτικές που υποβοηθούν την «εδώ και τώρα» διερεύνηση των συναισθημάτων του πελάτη, βοηθώντας τον να βιώσει μια «επανορθωτική συναισθηματική εμπειρία». (McLeod, 2003). Σε αυτό το πλαίσιο μπορεί να αξιοποιηθεί και το ψυχόδραμα (Bourdin, 2005), καθώς και συζητητικά ή αφηγηματικά μοντέλα.

Συνοψίζοντας

Από τις βασικές κατακτήσεις αυτού του ρεύματος σκέψης είναι η εμβάθυνση στην αναπτυξιακή διαδικασία της ανθρώπινης φύσης, μέσα από την μελέτη, και την έρευνα της ανάπτυξης στην παιδική ηλικία, κάτω από το πρίσμα της διαρκούς αλληλεπίδρασης με το περιβάλλον (Pervin & John, 2001).

Η ψυχοδυναμική συμβουλευτική εδράζεται στα ευρήματα της ψυχαναλυτικής προσέγγισης, αλλά δεν μένει στατικά σ’ αυτά, καθώς με την ανανέωση της μέσα από τα ρεύματα της μεταφροϋδικής σκέψης έχει εμπλουτιστεί σε μεγάλο βαθμό η σημασία κι ο ρόλος της σχέσης ανάμεσα στον σύμβουλο και τον πελάτη (Bretherton, 1995).
Burnaout1

Από την άλλη πλευρά δεν έχουν αναιρεθεί βασικές της αδυναμίες όπως η διφορούμενη σημασία αρκετών όρων από αυτούς που χρησιμοποιεί, ενώ αρκετοί επικριτές της επισημαίνουν πως τα ερευνητικά της ευρήματα δεν είναι ακριβή (Pervin & John, 2001). Παραμένει δεμένη στα άρμα των εννοιών και των υποθέσεων που με ασάφεια διατυπώθηκαν από την ψυχανάλυση και δύσκολα δέχονται με δημιουργικό τρόπο την κριτική οι υποστηρικτές της (Kohout, 1984). Βαραίνει ακόμα πάνω της η ιατρική, η βιολογική ερμηνεία της ανθρώπινης συμπεριφοράς (Laing, 1975), παραβλέποντας τα δυναμικά που αναπτύσσονται στο πεδίο των ανθρώπινων σχέσεων, είτε μέσα στην οικογένεια, είτε μέσα στην κοινωνία (Pervin & John, 2001).

Χρήστος Τσαντής Δεκέμβρης 2012

Βιβλιογραφία

-Adler, A. (1974). Το νόημα της ζωής. Αθήνα: εκδόσεις Επίκουρος.

-Belsky, J., & Nezworski. (1988). Clinical implications of attachment. Hillsdale, NJ: Erlbaum.

-Bourdin, D. (2005). Η Ψυχανάλυση από τον Φρόυντ ως τις μέρες μας. Αθήνα: Εκδόσεις Κριτική.

-Bretherton, I. (1995). Η καταγωγή της θεωρίας της προσκόλλησης: John Bowlby και Mary Ainsworth., Στο: Κουγιουμτζάκης, Γ. (Επιμ. Εκδ), Αναπτυξιακή Ψυχολογία. Παρελθόν, παρών και μέλλον. Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

-Γαλανάκη, Ε. (2003) Θέματα αναπτυξιακής ψυχολογίας. Γνωστική-κοινωνική-συναισθηματική ανάπτυξη. Αθήνα: Εκδόσεις Ατραπός.

– Casement, P. (1989). Μαθαίνοντας από τον ασθενή. Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτη.

-Erikson, E. (1975). Παιδική ηλικία και κοινωνία. Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτη.

-Freud, A. (1990). Εισαγωγή στην ψυχανάλυση του παιδιού. Αθήνα: Εκδόσεις Επίκουρος.

-Freud, S. (1996). Εισαγωγή στην Ψυχανάλυση. Αθήνα: Εκδόσεις Επίκουρος.

-Freud, S. (1993). Η Ερμηνεία των Ονείρων. Αθήνα: Εκδόσεις Επίκουρος.

-Freud, S., & Jung, C. G. (2008). Η αλληλογραφία. Αθήνα: Εκδόσεις Αρμός.

-Καλατζή-Αζίζι, Α. & Αναγνωστόπουλος, Φ. (1988). Εισαγωγή στην Κλινική Ψυχολογία. Αθήνα: Εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα.

-Kohout, H. (1984). How does analysis cure? Chicago: University of Chicago Press.

-Laing, R. D. (1975). Διχασμένος Εαυτός. Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτη.

-McLeod, J. (2003). Εισαγωγή στη Συμβουλευτική. Αθήνα: Εκδόσεις Μεταίχμιο.

-Miller, A. (2010). Οι φυλακές της παιδικής μας ηλικίας. Αθήνα: Εκδόσεις Ροές.

-Νασιάκου, Μ. (1982). Γενική Ψυχολογία. Αθήνα: Εκδόσεις Παπαζήση.

-Παρασκευόπουλος, Ι. Ν. (1985). Εξελικτική Ψυχολογία. Η ψυχική ζωή από τη σύλληψη ως την ενηλικίωση. Τόμος 1. Αθήνα: Ιδιωτική έκδοση.

-Pervin, L., & John, O. (2001). Θεωρίες Προσωπικότητας. Έρευνα και Εφαρμογές. Αθήνα: Εκδόσεις Τυπωθήτω.

-Segal, J. (1995). Μέλανι Κλάιν. Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτη.

-Winnicott, D. W. (1976). Το παιδί, η οικογένεια και ο Εξωτερικός του Κόσμος. Αθήνα: Εκδόσεις Καστανιώτη.

_____________________________________________________________

*Ο Χρήστος Τσαντής είναι συγγραφέας,σύμβουλος ψυχικής υγείας και υπεύθυνος των εκδόσεων Ραδάμανθυς. Δείτε εδώ σχετικά με τις Εκδόσεις Ραδάμανθυς

1 reply »

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s