Ψυχιατρική

Franco Basaglia Ένα πρόβλημα της ιδρυματικής ψυχιατρικής. (Ο αποκλεισμός σαν κοινωνικο-ψυχιατρική έννοια)*

O F. Basaglia, o οποίος στη δεκαετία του ’60 και του ’70 αντέτεινε στο κυρίαρχο ψυχιατρικό μοντέλο και τη βασική του δημιουργία, το άσυλο, τη θεωρία και την πρακτική της αποσάθρωσης του ασύλου και της αποδόμησης της κλασικής ψυχιατρικής μας εισάγει σε έναν προβληματισμό, όπου ο αποκλεισμός του ψυχικά ασθενούς-τόσο από την πραγματικότητα όσο και από την κοινωνία- μπορεί να διερευνηθεί μόνο στη βάση μιας συνολικής θεώρησης της ανθρώπινης ύπαρξης. Υπ’ αυτό το πρίσμα επιχειρείται η ανθρωπολογική μελέτη του φαινομένου του αποκλεισμού, η κλινική του ανάλυση και η εξέταση των κοινωνιολογικών του διαστάσεων. Προσδιορίζονται οι παράγοντες, οι μηχανισμοί και οι δυνάμεις που διαμορφώνουν τους όρους εμφάνισής του και αναλύονται οι προϋποθέσεις αναίρεσής του. O ρόλος και η ευθύνη του ανθρώπου, της κοινωνίας, της επιστήμης εγγράφεται σε σχέση με την ίδια την ανθρώπινη ελευθερία και αξιοπρέπεια.

*Το άρθρο περιλαμβάνεται στο βιβλίο: F. Basaglia, Scritti, I, 1953- 1968, Dalla psichiatria fenomenologica all’ esperienza di Gorizia, Torino, Giulio Einaudi, 1981. Δημοσιεύτηκε πρώτη φορά το 1966 στο περιοδικό “Rivista Sperimentale di Freniatria”, 90, 6.

«Ας φανταστούμε λοιπόν έναν άνθρωπο που του έχουν στερήσει τα αγαπημένα του πρόσωπα και του έχουν πάρει ακόμα το σπίτι του και τα ρούχα του, που τον έχουν απομακρύνει απ’ τις συνήθειές του, απ’ τα πάντα, απ’ οτιδήποτε είχε στην κατοχή του. Αυτός ο άνθρωπος είναι ένα κενό, τον έχουν ρίξει σ’ ένα τόπο πόνου και στέρησης, έχει ξεχάσει την αξιοπρέπεια και τα προνόμιά του, γιατί συμβαίνει συχνά σ’ αυτόν που έχει χάσει τα πάντα να χάσει και τον εαυτό του»
P. Levi, «Αν αυτό είναι άνθρωπος»

ΜπαζάλιαΗ ψυχιατρική βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με μια πραγματικότητα που είχε τεθεί υπό αμφισβήτηση από τότε, και δεδομένου ότι είχε επίσης ξεπεραστεί ο καρτεσιανός δυισμός, που ο άνθρωπος θεωρήθηκε ως αντικείμενο ενός αντικειμενικού κόσμου, αλλά παράλληλα και υποκείμενο όλων των δυνατοτήτων του. Μόνο αν το καταλάβουμε αυτό, θα μπορέσουμε να εξηγήσουμε την κρίση μιας επιστήμης που, αντί να ασχολείται με τον ψυχικά πάσχοντα μέσα στην κοινωνία στην οποία ζει, δημιούργησε σταδιακά μια ιδεατή εικόνα για τον άνθρωπο, τέτοια που να εγγυάται την επιστημονική εγκυρότητα του πύργου που κατασκεύασε για να φυλακίζει τα συμπτώματα των αρρώστων της.
Η κλασική ψυχιατρική περιορίζεται, πράγματι, στον καθορισμό των συνδρόμων με τα οποία ο ασθενής -αποσπασμένος από την πραγματικότητά του και αποξενωμένος από το κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο ζει- ετικετάρεται υποχρεωμένος να μπει μέσα στο καλούπι μιας αφηρημένης ασθένειας, μιας συμβολικής ασθένειας και στο βαθμό που είναι τέτοια και ιδεολογικής.
Αλλά αυτή η μετατροπή του ανθρώπου σε σύνδρομο, που γίνεται από τη θετικιστική ψυχιατρική, είχε συνέπειες συχνά ανεπανόρθωτες για τον ψυχικά ασθενή, ο οποίος -απαρχής ιδωμένος ως αντικείμενο και εγκλωβισμένος στα όρια της αρρώστιας του- είχε θεωρηθεί σαν κάτι διαφορετικό απ’ τον άνθρωπο, κι αυτό από μία επιστήμη που ένοιωσε υποχρεωμένη να απορρίψει και να φυλακίσει εκείνο που δεν ήταν σε θέση να καταλάβει.
Αν αληθεύει πάντως ότι μια επιστημονική ανάλυση, οποιοδήποτε κι αν είναι το πρόβλημα με το οποίο ασχολείται, ενδιαφέρεται να διερευνήσει τη ρίζα κάποιου φαινομένου -αφού αυτό διαχωριστεί από το εποικοδόμημα και τις ιδεολογίες με τις οποίες είναι συνήθως καλυμμένο- θα χρειαστεί αρχικά, επιθυμώντας να αντιμετωπίσουμε επιστημονικά το πρόβλημα του ψυχικά πάσχοντα, να βάλουμε σε παρένθεση την αρρώστια και τον τρόπο με τον οποίο αυτή ταξινομήθηκε για να μπορέσουμε να μελετήσουμε τον ασθενή σ’ όλο του το εύρος, και να τον δούμε σαν άνθρωπο, και βλέποντάς τον σαν άνθρωπο να καταφέρουμε τελικά να τον καταλάβουμε.
Μέσα από αυτό το πρίσμα, θα αναλύσουμε εδώ το πρόβλημα του ψυχικά ασθενούς βλέποντάς τον σαν μια ανθρώπινη ύπαρξη που μετέχει στον κόσμο, τον ίδιο κόσμο στον οποίο μετέχει και ο υγιής, πέρα από οποιοδήποτε σχήμα και ορισμό της ασθένειάς του. Μέρος της ανθρώπινης ύπαρξης αποτελεί τόσο η πράξη του αποκλεισμού όσο και το να ζει κάποιος αποκλεισμένος, δεδομένου ότι αν ο αποκλεισμός είναι ένα από τα είδη των ανθρώπινων σχέσεων βρίσκεται ταυτόχρονα και στη βάση της ψύχωσης, αν αυτή την εκλάβουμε σαν αποκλεισμό από την πραγματικότητα αλλά και σαν αποκλεισμό του ψυχικά ασθενούς από την κοινωνία.
Κάθε κοινωνία, της οποίας η δομή βασίζεται σε πολιτιστικές και ταξικές διαφορές και σε ανταγωνιστικά συστήματα, κατασκευάζει μέσα στα όριά της περιοχές αντιρρόπησης των εσωτερικών της αντιθέσεων, στις οποίες υλοποιείται η ανάγκη άρνησης ή μετατροπής σε αντικείμενο ενός μέρους της ίδιας της της υποκειμενικότητας.
Η αναζήτηση του αποδιοπομπαίου τράγου, του μέλους της ομάδας που πρέπει να απομονωθεί και που πάνω του θα διοχετευθεί η επιθετικότητά μας, δεν μπορεί να εξηγηθεί παρά μόνο μέσα από την επιθυμία του ανθρώπου να απομακρύνει το κομμάτι του εκείνο που του προξενεί φόβο. Ο ρατσισμός, σε όλα του τα πρόσωπα, δεν είναι παρά η έκφραση της ανάγκης για τέτοιες αντισταθμιστικές περιοχές, όπως και η ύπαρξη των τρελοκομείων -σύμβολο αυτού που θα μπορούσαμε να ορίσουμε ως «εφεδρεία της ψυχιατρικής» παρομοιάζοντάς τα με το απαρτχάιντ των μαύρων ή τα γκέτο- εκφράζει την επιθυμία μας να αποκλείσουμε αυτό που φοβόμαστε, γιατί είναι άγνωστο και απροσπέλαστο. Επιθυμία δικαιολογημένη και επιστημονικά επικυρωμένη από έναν ψυχίατρο, που θεώρησε το αντικείμενο των μελετών του σαν ακατανόητο και ως τέτοιο σαν κάτι που θα έπρεπε να εξοριστεί.
koinoniaΑντιμέτωπος με τους φόβους του και την ανάγκη να αναλάβει τις ευθύνες του, ο άνθρωπος τείνει να μετατρέψει σε αντικείμενο αυτό το τμήμα του εαυτού του που δεν ξέρει πώς να εξουσιάσει: να απομακρύνει τον άλλο που έχει μέσα του σαν να ήταν κάτι τυχαίο. Είναι ένας τρόπος να το αρνηθεί μέσα του αρνούμενος τον άλλο• να το απομακρύνει εξορίζοντας τις ομάδες στις οποίες έχει αντικειμενοποιηθεί. Η εξορία, η διατήρηση του δικαιώματος να απομακρύνουμε απ’ τον ορίζοντά μας μια ομάδα στην οποία έχουμε τοποθετήσει όλα τα κακά του κόσμου, δεν μπορεί να θεωρηθεί σαν μια υποκειμενική άποψη, αποδεκτή όσο και μία άλλη εξίσου υποκειμενική. Καλύπτει το σφαιρικό τρόπο της ύπαρξής μας στον κόσμο, είναι μια γενική θέση: η επιλογή ενός κόσμου μανιχαϊστικού, όπου στην πλευρά του κακού ανήκει πάντα ο άλλος, ακριβώς αυτός που απομακρύναμε• όπου μόνο μέσα απ’ αυτή την απομάκρυνση επιβεβαιώνω την δύναμή μου και διαφοροποιούμαι (Sartre, J. – P., Réflexions sur la guestion juive, Paris, Galimard, 1947).
Αλλά αν ιστορικά ο αριθμός των περιθωριοποιημένων όσο πάει και μειώνεται, επειδή συνειδητοποιούν το ρόλο του αποδιοπομπαίου τράγου που τους έχει αναθέσει μία κοινωνία ή μία τάξη, ο μόνος αποκλεισμένος που δεν είναι σε θέση αυτή τη στιγμή να αντιληφθεί, στην κατάσταση που βρίσκεται, σε ποιο βαθμό ευθύνεται για τον αποκλεισμό του η αρρώστια του και σε ποιο βαθμό η περιθωριοποίηση που του επέβαλε η κοινωνία, είναι ακόμα ο ψυχικά ασθενής, ο οποίος δεν μπορεί -και σ’ αυτή του την αδυναμία βρίσκεται όλο το κοινωνικό δράμα της ψυχικής αρρώστιας- να μάθει μέχρι που φτάνει η αρρώστια του. Το μόνο που ξέρει για τον εαυτό του και για την παθολογική του κατάσταση είναι ο ρόλος που του έχουν αναθέσει τόσο η κοινωνία όσο και οι ψυχίατροι, και πιστεύει κατά συνέπεια ότι κάθε πράξη διαμαρτυρίας εναντίον αυτής της φρίκης που βιώνει και που αρνείται είναι απλώς μια εκδήλωση της αρρώστιας του που τον επαναφέρει στην παθολογική του κατάσταση, χωρίς ποτέ να τον ελευθερώνει από τις δυνάμεις που τον έχουν στην εξουσία τους.
BurnaoutΜ’ αυτή την έννοια, αν η ευθύνη της κοινωνίας είναι μεγάλη ως προς τις ομάδες των ανεπιθύμητων τις οποίες αποκλείει και στις οποίες απομένει τουλάχιστον η δυνατότητα να αντισταθούν και να διασωθούν έστω μαχόμενες, στην περίπτωση του ψυχικά ασθενούς η ευθύνη της κοινωνίας και της ψυχιατρικής που αντιπροσωπεύει είναι ακόμη μεγαλύτερη• αρνούνται στον ψυχασθενή -εκτός του ότι τον διατηρούν έγκλειστο, τον εξοντώνουν και ετικετοποιούν κάθε του πράξη- κάθε δυνατότητα αντίστασης, κάθε δυνατότητα άρνησης της πραγματικότητας, συνεπώς κάθε ελπίδα λύτρωσης. Ο ψυχικά ασθενής είναι ένας αποκλεισμένος που, σε μία κοινωνία όπως η τωρινή, δεν θα μπορέσει ποτέ να σταθεί αντιμέτωπος μπροστά σ’ αυτόν που τον αποκλείει, γιατί κάθε του πράξη είναι ήδη καθορισμένη και προδιαγεγραμμένη απ’ την αρρώστια του. Έτσι, μόνο η ψυχιατρική στον διπλό της ρόλο, ιατρικό και κοινωνικό, μπορεί να πληροφορήσει τον ασθενή για το τι είναι η αρρώστια του και τι του έχει κάνει η κοινωνία τοποθετώντας τον στο περιθώριο• μόνο μέσα απ’ τη συνειδητοποίηση της απομόνωσης και της εκδίωξής του ο ψυχικά ασθενής θα μπορέσει να ξεφύγει από την κατάσταση του ιδρυματισμού στην οποία βρίσκεται. Με το να του αναγνωριστεί κάποια διαλεκτική δυνατότητα χωρίς την οποία δεν υπάρχει ανθρώπινη σχέση, ούτε άνθρωποι εξάλλου, θα καταφέρουμε να θέσουμε υπό αμφισβήτηση μια πραγματικότητα, της οποίας εμείς οι ψυχίατροι είμαστε φερέφωνο και συνεπώς να θεωρήσουμε την αρρώστια του σαν συνέπεια της κοινωνικής βίας, έτσι ώστε να μπορέσουμε στο τέλος να τον αντιμετωπίσουμε όπως θα αντιμετωπίζαμε έναν οποιονδήποτε άλλο άρρωστο που θα χρειαζόταν θεραπεία.
Αν ο κλασικός ορισμός της ψύχωσης στηρίζεται στην απουσία, απ’ τη μεριά του ασθενή, συνείδησης της αρρώστιας του, στο ότι δηλαδή ο ασθενής δεν συνειδητοποιεί την παθολογική του κατάσταση και η θεραπεία που ακολουθεί βασίζεται στο να αποκτήσει συνείδηση της παθολογικής του κατάστασης, θα μπορούσαμε εδώ να προτείνουμε την υποκίνηση μιας τέτοιας αποκαταστασιακής διαδικασίας παρακινώντας τον να συνειδητοποιήσει ότι υπάρχει στον κόσμο όχι μόνο σαν ένα βιολογικό τέρας, αλλά και σαν ένα κοινωνικό τέρας: ότι τον απομάκρυναν δηλαδή επειδή δεν μπόρεσαν να τον κατανοήσουν και τον φυλάκισαν επειδή τον έκριναν επικίνδυνο.

Το ανθρωπολογικό και κλινικό πρόβλημα του αποκλεισμού

Αν το να υπάρχεις σημαίνει να βρίσκεσαι σε επικοινωνία με τους άλλους, κάθε ύπαρξη θα συγκροτήσει το δικό της τρόπο ύπαρξης, τη δική της συμπεριφορά, υπερβαίνοντας την ίδια της την κατάσταση προσεγγίζοντας τους άλλους και τον κόσμο, επιλέγοντας το σκοπό της.

"Μόνη", έργο Β.Κ. ονειροδρόμιο, 2008, Σ.Ο.Φ.Ψ.Υ. νομού Σερρών

«Μόνη», έργο Β.Κ. ονειροδρόμιο, 2008, Σ.Ο.Φ.Ψ.Υ. νομού Σερρών

Ο άνθρωπος, επειδή από την ίδια του τη φύση είναι αναγκασμένος να γεννηθεί και να πεθάνει, είναι καταδικασμένος να αποδέχεται και να επιλέγει αν θέλει να είναι ελεύθερος. Πράγμα που σημαίνει ότι έχει καταδικαστεί να συνυπάρχει με την αγωνία που εκπηγάζει απ’ τα δεδομένα της γέννησης και του θανάτου του, χωρίς να καταφεύγει σε αντισταθμιστικούς μηχανισμούς που θα μπορούσαν να τον προστατέψουν. Αν μπροστά στην αγωνία και τον εφιάλτη δεν ξέρει να αποδεχθεί την ευθύνη και την ελευθερία του, τότε αντικειμενοποιεί και αποξενώνει το κομμάτι του εαυτού του που δεν μπορεί να εξουσιάσει. Ο άνθρωπος αποκτά υποκειμενικότητα με το να επιλέγει και να αποδέχεται τον εαυτό του και μαζί και τον άλλο που έχει μέσα του -την παρουσία της αντικειμενικής σωματικότητάς του. Η απουσία μιας τέτοιας επιλογής (επιλογή που θα σήμαινε ότι ήταν κυρίαρχος της ίδιας της σωματικότητάς του και του κόσμου) τον κάνει να μεταφέρει έξω απ’ αυτόν τη σκοτεινή του περιοχή που δεν καταφέρνει να προσδιορίσει έτσι που την αντικειμενοποιεί μέσα στους άλλους, αλλοτριώνεται, προσφέρεται στον κόσμο: δεν φτιάχνει τον δικό του κόσμο, δεν τον ιδιοποιείται, αλλά τοποθετείται σαν αντικείμενο μέσα στον κόσμο- και οι σχέσεις ενός τέτοιου ανθρώπου με τους άλλους δεν μπορούν παρά να είναι σχέσεις αντικειμένων. Η σκοτεινή του πλευρά, την οποία δεν καταφέρνει να υποκειμενοποιήσει, τον κάνει να θεωρεί ότι κατέχει τους άλλους θεωρώντας τους αντικείμενα, όπως αντικείμενο έχει κάνει και τον ίδιο του τον εαυτό.
Απ’ αυτή την άποψη η ανθρωπολογική ανάλυση του αποκλεισμένου, ως ανθρώπου που έχει μετατραπεί σε αντικείμενο κι απ’ τον άλλο κι απ’ τον ίδιο του τον εαυτό, έρχεται να προστεθεί στη συζήτηση της σχέσης ανάμεσα στο εγώ και στους άλλους, σύμφωνα με την περίφημη ερμηνεία του Χέγκελ για την διαλεκτική αφέντη-δούλου (Hegel, G. W. F., Fenomenologia dello spirito. Indipendenza e dipedenza dell’ autocoscienza; signoria e servit, Firenze, La Nuova Italia, 1963 βλ. ελληνική μετάφραση Χέγκελ Γκ. Β. Φ., Η Φαινομενολογία του πνεύματος, Αθήνα-Γιάννενα, Δωδώνη 1993). Ο αφέντης, με το να αντικειμενοποιεί τους δούλους του, με το να τους αποκλείει από μια σχέση διαλεκτική που θα τους επέτρεπε να του αμφισβητήσουν τον κυριαρχικό του ρόλο, αρνείται και αποκλείει ένα τμήμα του εαυτού του το οποίο θέλει να απορρίψει μετατρέποντάς το σε αντικείμενο, στους δούλους που αφήνονται στα χέρια του.
Απ’ την άλλη μεριά, αυτοί -μπροστά στις ευθύνες που η ίδια η ελευθερία τους συνεπάγει- αυταπατώνται με το να απομακρύνουν και να αρνούνται τους φόβους τους μεταφέροντάς τους σ’ αυτόν που τους προστατεύει• χάνοντας έτσι κάθε πιθανότητα να γίνουν κύριοι της ζωής τους, μετατρέπονται σε αντικείμενα για χάρη του αφέντη τους, απομακρύνονται από την ίδια την ελευθερία τους. Σ’ αυτή την εικονική αμοιβαιότητα, ο δούλος -που σ’ αντάλλαγμα της ίδιας της ελευθερίας του δεν παίρνει παρά το είδωλο του αφέντη, το οποίο παρεμβάλλεται συγκαλύπτοντας τα άγχη του- γίνεται αντίθετα ο λόγος και η πρόφαση της ύπαρξης του αφέντη, ο οποίος μόνο μετατρέποντας σε αντικείμενο το κομμάτι του εκείνο, στο οποίο δεν ξέρει πώς να επιβληθεί, καταφέρνει να επιζεί. Έτσι είναι που ο δούλος καταλήγει να παίζει το ρόλο του αποδιοπομπαίου τράγου σαν μοναδική και κατά παράδοση άμυνα του ίδιου του αφέντη, γιατί στο πρόσωπο του δούλου μορφοποιείται και συγκεντρώνεται το κακό απ’ το οποίο δεν θέλει να αγγιχθεί και το οποίο απομακρύνει περιχαρακώνοντάς τον σ’ έναν χώρο εύκολα εντοπίσιμο: τον χώρο που προορίζεται για τους αποκλεισμένους.
Ο μηχανισμός σύμφωνα με τον οποίο παράγεται αυτή η σχέση αποκλεισμού είναι λοιπόν η έκφραση των ορίων του ίδιου μας του πεδίου δυνατοτήτων, ενδιαφερόντων, σχέσεων. Μετατρεπόμενοι σε αντικείμενα μέσα σ’ αυτόν που αποκλείουμε το πεδίο των υποκειμενικών μας εμπειριών σιγά-σιγά μειώνεται, γιατί ο αποκλεισμός του άλλου από εμάς δεν είναι παρά η συγκεκριμενοποίηση των προσωπικών μας ορίων που συμβολίζονται με τους θεσμοθετημένους κανόνες, οι οποίοι δικαιολογούν τον αποκλεισμό.
Κοινωνία και ψυχική υγείαΜ’ αυτή την έννοια ο αποκλεισμός, όταν αναλυθεί εκ των έσω, αποδεικνύεται αλληλένδετος με μια διαδικασία προσαρμογής στην πραγματικότητα, όπου ο άνθρωπος παρουσιάζεται να αποκλείει και να μεταφέρει στον άλλο αυτό που δεν μπόρεσε να ενσωματώσει και να κάνει δικό του. Αν η διαδικασία αφομοίωσης της πραγματικότητας εκτυλίσσεται μέσα από τη συνάντηση και την αναγνώριση του άλλου σαν μια αδιαφανή υλικότητα και παράλληλα σαν το σημείο εκκίνησης ενός εγώ που ενεργεί όπως είμαι εγώ μέσα από την αποδοχή της μοίρας μου (αυτή της ύπαρξής μου σ’ ένα σώμα αδιαφανές και παθητικό και ταυτόχρονα υφιστάμενο την παθητικότητά μου), πρέπει να αποδεχθώ αυτό που δεν είμαι εγώ, τον ξένο που είμαι εγώ, αφού είμαι αντικείμενο μιας υποκειμενικότητας που δεν είναι δικιά μου• να αναγνωρίσω τον άλλο σαν υποκείμενο που μπορεί να με μετατρέψει σε αντικείμενο στον βαθμό που εγώ, υποκείμενο, είμαι μετατρέψιμος σε αντικείμενο γι’ αυτόν (Husserl, E., Meditazioni cartesiane e i discorsi parigini, V meditazione, trad. it. F. Costa, Milano, Bompiani, 1960. Cartesianische Meditationen. Πρόκειται για διαλέξεις που έγιναν το 1929 στο Παρίσι κι εκδόθηκαν το 1931 αρχικά στη Γαλλική γλώσσα).
Αυτό σημαίνει ότι κατά την αποδοχή της μοίρας μου, κατά την επιλογή του σώματός μου, αποδέχομαι και διαλέγω τον άλλο, τον ξένο, όπως αποδέχομαι και διαλέγω εμένα τον ίδιο στη σωματικότητά μου. Στην άρνηση του άλλου υπάρχω ακόμα εγώ, είναι η διαφοροποίησή μου, αυτό που αρνούμαι και απομονώνω• υπάρχω στην άρνηση του εαυτού μου ως μια υλικότητα αποσπασμένη απ’ το εγώ που της δίνει σκοπό και την νοηματοδοτεί.
Ένα παράδειγμα αυτής της διαδικασίας συναντάμε διερευνώντας το πρόβλημα της σωματικής εμπειρίας. Η δημιουργία φραγμών και οχυρωμάτων ικανών να διατηρούν μια απόσταση ανάμεσα στο εγώ και την ίδια του την αγωνία, όπως αυτοί οι φραγμοί κι αυτά τα οχυρώματα παρουσιάζονται στην απόρριψη του σώματος του άλλου, δεν είναι στην πραγματικότητα παρά η έκφραση μιας αποδυναμωμένης διαδικασίας αφομοίωσης της σωματικής πραγματικότητας: το κομμάτι μας εκείνο που δεν μπορούμε να αποδεχθούμε, που θα έπρεπε κανονικά να κυριαρχείται από το εγώ σύμφωνα με μια αρμονική διαδικασία αφομοίωσης της πραγματικότητας, γίνεται αντικείμενο μέσα στον άλλο, το αρνιόμαστε και το απορρίπτουμε. Συναισθήματα όπως η ντροπή, η αιδημοσύνη και ιδιαίτερα η αποστροφή απέναντι στο άσεμνο δεν είναι παρά σύμβολα της προβολής του ίδιου του κορμιού μας πάνω στον άλλο, μια άστοχη ενσωμάτωση του άλλου, μια άστοχη ενσωμάτωση του ίδιου μας του εαυτού επίσης.
Το βίωμα του άσεμνου, η άρνηση του ίδιου μας του σώματος μέσω του άλλου, είναι συνεπώς η συγκάλυψη της αγωνίας μας μπροστά στην ανάγκη να αποδεχθούμε τη θνητότητά μας, ένας τρόπος να υπερβούμε αυτό το ενδεχόμενο που -διατηρημένο σε μια κάποια απόσταση απ’ το εγώ και συνεπώς χωρίς να ενσωματώνεται σ’ αυτό- παρουσιάζεται σαν κάτι που πρέπει να απορριφθεί και σαν τέτοιο και άσεμνο, τόσο που επιβάλλεται να καταπολεμηθεί μέσω της απόρριψης του άλλου, του σώματος του άλλου που πρέπει να απομακρυνθεί. Το άσεμνο δεν θα ήταν σ’ αυτή την περίπτωση τίποτε άλλο παρά το σύμβολο της απόστασης που υπάρχει ανάμεσα στο εγώ και στο ίδιο μας το σώμα, απόσταση που εκφράζεται σαφέστατα στο να βιώνεις τον άλλο σαν κάτι το άσεμνο, για να τον διατηρήσεις ξένο ως προς εσένα (συνεπώς να τον απομακρύνεις και να τον αποκλείσεις) στη ψευδαίσθηση να απομακρύνεις και να αποκλείσεις το σώμα αυτού που δεν κατάφερες να αφομοιώσεις.
Στο να βιώνεις τον άλλο σαν κάτι το αηδιαστικό, σαν σώμα που έχει μεταβληθεί σε αντικείμενο απόρριψης, σαν κάτι μακριά από εσένα, συνεχίζει κατά συνέπεια να βρίσκεται το πρόβλημα του ίδιου μας του σώματος, το πρόβλημα της πραγματικότητας, της τοποθέτησής σου μπροστά στον άλλο και μπροστά στα πράγματα, διατηρώντας την απαραίτητη απόσταση απ’ αυτό που θα μπορούσες να αφομοιώσεις απ’ το σώμα και να το κάνεις δικό σου, για να γίνεις μοναδικός, αποσπασμένος απ’ την πολλαπλότητα, και να διατηρήσεις τον εαυτό σου -σε μια διαλεκτική εναλλαγή- μια αντικειμενική υποκειμενικότητα και μια υποκειμενική αντικειμενικότητα.
Μπαζάλια1Ιδωμένο ανθρωπολογικά, το φαινόμενο του αποκλεισμού συγκεκριμενοποιεί συνεπώς τα όρια, τις ελλείψεις, τη μικρότητα αυτού που διενεργεί τον αποκλεισμό παρά αυτού που αποκλείεται, υπό την έννοια ότι αυτός που αποκλείεται είναι απλώς το αντικείμενο στο οποίο γίνεται η συγκεκριμενοποίηση, η αντικειμενοποίηση και η άρνηση αυτού που, σε μια άστοχη διαδικασία αφομοίωσης της πραγματικότητας, αρνείται αυτός που διενεργεί τον αποκλεισμό.
Αλλά με ποιο τρόπο ο αποκλεισμένος αποδέχεται παθητικά τον αποκλεισμό του; Ένας τέτοιος μηχανισμός θα έπρεπε να ανιχνευθεί διερευνώντας τη διαδικασία ταύτισης του αποκλεισμένου μ’ αυτόν που τον αποκλείει, με τον αφέντη με τον οποίο έχει μόνο μια πλασματική σχέση. Ο Bettelheim (Bettelheim, B., The informed Heart, Glenncoe, The Free Press, 1960) και ο Steiner (Steiner, J. F., Treblinka, Paris, Fayard, 1966) υποστηρίζουν μια ανάλογη τοποθέτηση, αναφορικά με την επιβίωση εγκλείστων σε ναζιστικά στρατόπεδα συγκέντρωσης μέσω μιας πλασματικής προσκόλλησης στις αξίες των κατακτητών, προσκόλληση που ερχόταν σχεδόν να δικαιολογήσει την κατάσταση πλήρους υποταγής στην οποία ήταν υποχρεωμένοι να ζουν.
Μ’ αυτό τον τρόπο, η διαλεκτική της σχέσης αφέντη-δούλου ερχόταν να επανατεθεί σ’ ένα επίπεδο αμοιβαιότητας που φαίνεται παράδοξο παρ’ όλα αυτά και εικονικό, αφού ο ίδιος μηχανισμός προβολής του ενός πάνω στον άλλο βρίσκεται στην βάση και αυτής της σχέσης: ο αφέντης προβάλλει πάνω στο δούλο το κακό που αρνείται στον εαυτό του, ενώ ο δούλος προβάλλει στον αφέντη την ανάγκη του για καλό και δύναμη, ανάγκη που δεν ικανοποιείται αφού ο δούλος έχει ήδη μετατραπεί σε εργαλείο στα χέρια του αφέντη του.
Φτάνοντας την ανθρωπολογική αναζήτηση ως εδώ, για να μπούμε σ’ ένα έδαφος πιο κοντά στην κλινική αντιμετώπιση του θέματος, θα προσεγγίσουμε το πρόβλημα του αποκλεισμού σαν μια ασθένεια, αναλύοντας -κάτω απ’ το ίδιο πρίσμα- την τοποθέτηση του ψυχασθενούς μπροστά στην πραγματικότητα και τον τρόπο με τον οποίο την αφομοιώνει ή την απορρίπτει.
Οι φυσιοκρατικές επιστήμες αντιμετώπισαν τον αποκλεισμό μόνο σαν κάτι το παθητικό: ο ψυχασθενής εγκλειόταν εν ονόματι της επικινδυνότητάς του, δεδομένου ότι ήδη είχε χαρακτηριστεί σαν αντικείμενο, ένα αντικείμενο μελέτης που περιείχε και σκέπαζε την υποβόσκουσα μέσα του οργανική αιτία, η οποία ευθύνονταν για το φαινόμενο της τρέλας του. Η ερμηνεία του Jaspers, ο οποίος εισήγαγε την έννοια της Συμπιεστικής Ψυχοπαθολογίας, βλέπει τον ψυχασθενή αυστηρά αντικειμενοποιημένο καθώς -όντας άοπλος μπροστά στην αδυναμία του να καταλάβει τον τρόπο με τον οποίο υπάρχει- παραιτείται από κάθε περαιτέρω προσπάθεια προσέγγισής του, αφήνοντάς τον για μια ακόμη φορά στο πλήθος των αποκλεισμένων που έχουν μετατραπεί σε αντικείμενα από την επιστήμη. Αποκλεισμένος επειδή δεν τον καταλαβαίνουν, αποκλεισμένος επειδή είναι επικίνδυνος, ο ψυχοπαθής συνεχίζει να βρίσκεται πέρα απ’ τα ανθρώπινα όρια, έκφραση της απανθρωπιάς μας και της αδυναμίας μας να τον καταλάβουμε.
Νταχάου5Στα πλαίσια όμως ενός πρόσφατου ψυχιατρικού ουμανισμού, η έρευνα κατευθύνεται προς τους τρόπους με τους οποίους βιώνει κάποιος την πραγματικότητα, την αποδέχεται, την υπομένει ή την απορρίπτει. Που πάει να πει ότι δεν μπορούμε να θεωρήσουμε το παραλήρημα απλώς και μόνο σαν ένα παρασιτικό στοιχείο που σαν ξένο σώμα κατατρώει την ύπαρξη. Το δεχόμαστε σαν ένα τρόπο σημασιοδότησης του ανθρώπου που παραληρεί και, σαν τέτοιο, του αναγνωρίζουμε πρόθεση και σκοπιμότητα. Αν αληθεύει αυτό, τότε το παραλήρημα βοηθάει τον άνθρωπο να απορρίψει σταδιακά μια πραγματικότητα που δεν καταφέρνει να αφομοιώσει και να επιλέξει σκόπιμα έναν κόσμο ονειρικό, όπου η διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα, ανάμεσα στο ναι και στο όχι, δεν είναι απαραίτητο να έχει το οδυνηρό προσωπείο της διαλεκτικής, αλλά τη γλύκα ενός κόσμου εύπλαστου στα χέρια του ανθρώπου.
Αντιμετωπίζοντας έτσι τα πράγματα, το «ακατανόητο» του Jaspers, αντικειμενοποιημένο απ’ την αδυναμία μας να το καταλάβουμε, παρουσιάζεται αντίθετα σαν το υποκείμενο μιας όλο σημασία πράξης απόρριψης του πραγματικού. Τα όρια, ο περιορισμός, η σμίκρυνση, τέλος η ψυχωτική παλινδρόμηση δεν θα είναι παρά το αποτέλεσμα μιας αργής διαδικασίας απομάκρυνσης απ’ το πραγματικό, το οποίο ο ψυχωτικός δεν καταφέρνει πια να αποδεχθεί.
Προδομένος από μια πραγματικότητα που του παρουσιάζεται συνεχώς απειλητική, επειδή δεν ξέρει πώς να τη χειριστεί, συγκαλύπτει αυτή του την αποτυχία απορρίπτοντάς την και καταφεύγοντας στον κόσμο του παραληρήματος του, στην ουτοπία, όπου δεν υπάρχουν ούτε επιθέσεις ούτε όρια (Basaglia, F., Pirella, A., Deliri primary e deliri secondary e problemi fenomenologici di inquadramentro, Simposio sui deliri cronici,XXIX Congresso nazionale Della Societΰ italiana di psichiatria, Pisa, Maggio 1966).
Η περίπτωση του νευρωτικού, αντίθετα, παρουσιάζει μια μορφή απόρριψης του πραγματικού που θα μπορούσαμε να τη χαρακτηρίσουμε ιδεολογικού τύπου απόρριψη, σε αντιδιαστολή με την ψυχωτική ουτοπία. Η οργάνωση της νευρωτικής προσωπικότητας -είτε την προσεγγίσουμε με τον παραδοσιακό είτε με τον ανθρωπολογικό τρόπο- δείχνει πάντα μια μειωμένη ικανότητα αντιμετώπισης των ίδιων μας των συγκινησιακών απαιτήσεων, που μας πιέζουν με τέτοιο τρόπο ώστε να μας κάνουν να χάσουμε τον αυθορμητισμό μας απέναντι στην ίδια μας τη σωματική εμπειρία. Απ’ αυτή την άποψη ο νευρωτικός -μη μπορώντας να ζήσει το ίδιο του το σώμα άμεσα, μέσα στον αυθορμητισμό και στην ψυχοσωματική του ολότητα- βρίσκεται αναγκασμένος να κατασκευάσει μια φαντασίωση, μια ιδεολογία ικανή να τον ενώσει με τους άλλους, απ’ τους οποίους τελικά δεν αντέχει να βρίσκεται απομονωμένος (Basaglia, F., L’ ideologia del corpo come espressivitΰ neurotica. Le neurosi neurasteniche, Relazione al XXIX Congresso nazionale della Societΰ italiana di psichiatria, Pisa, Maggio 1966).
Μάσλοου 1Η απάθειά του γίνεται κατανοητή σαν εκδήλωση μιας κακής γενικά λειτουργίας του νευρωτικού, σαν έκφραση ενός ιδιαίτερου τρόπου με τον οποίο υπάρχει στον κόσμο, ή σαν αποτέλεσμα μίας αλλοίωσης των διαπροσωπικών του σχέσεων που συνδέεται με μια δυσπροσαρμοστικότητα στα πολιτιστικά σχήματα της κοινωνίας. Ο νευρωτικός παρουσιάζεται πάντα απαγορευτικός, ανίκανος να αποδεχθεί και να επιλέξει την ίδια του την ύπαρξη και κατά συνέπεια να γίνει αντικείμενο επιλογής, έτσι που να αποδεχθεί τον συμβιβασμό που η διαπροσωπική προσέγγιση πάντα συνεπάγεται. Ακριβώς έτσι συμπεριφέρεται ο νευρωτικός, ο οποίος διαμέσου της απόρριψης της ίδιας του της συμπτωματικότητας επιλέγει μια ονειρική εικόνα του σώματός του, η οποία πλησιάζει περισσότερο το σώμα κάποιου άλλου, ακόμα κι αν αυτή η απομάκρυνση απ’ το δικό του σώμα πληρώνεται ακριβά, αφού προκαλεί μια κατάσταση αβεβαιότητας, ασημαντότητας, αμφιβολίας• κατάσταση στην οποία είναι υποχρεωμένος να ζει. Μη μπορώντας πράγματι να κυριαρχήσει στο ίδιο του το σώμα, δεν μπορεί να κατακτήσει την ατομικότητά του και την ελευθερία του απέναντι στους άλλους, τους οποίους δεν μπορεί να αντικρούσει. Μη μπορώντας δηλαδή να αποδεχθεί -εξαιτίας του άγχους με το οποίο είναι φορτισμένος και τον διακατέχει όταν βρίσκεται αντιμέτωπος με τη θνητότητά του (αρνούμενος και απορρίπτοντας το ίδιο του το σώμα, το οποίο δεν μπορεί να βιώσει σαν τον φορέα των εμπειριών του, αλλά μόνο σαν κάτι που συγκινησιακά είναι αποκομμένο απ’ αυτόν και απ’ το οποίο κρατιέται σε απόσταση)- το σώμα του, ο νευρωτικός γίνεται αδύναμος στην προσπάθεια να αντιπαρατεθεί στην πολλαπλότητα και να μεταβληθεί σε μοναδικότητα (δηλαδή να αντισταθεί στον κόσμο και στους άλλους). Αλλά υποκείμενος στην ανάγκη να διατηρείται, παρ’ όλα αυτά, μέσα στον κόσμο προτιμάει να απορρίψει τη σωματικότητα του που δεν την έχει αφομοιώσει, έτσι που να μπορέσει να κατασκευάσει μια εικόνα του εαυτού του, μια ιδεολογία του ίδιου του σώματός του, που θεμελιωμένη πάνω στις αξίες των άλλων του προσφέρει την ψευδαίσθηση ότι οι άλλοι τον αποδέχονται.

Το κοινωνιολογικό πρόβλημα του αποκλεισμού: Αυθεντία, εξουσία και επιδείνωση

1Μετά την ανθρωπολογική μελέτη του φαινόμενου του αποκλεισμού και την κλινική ανάλυση του αποκλεισμού σαν μια ψυχωτική και νευρωτική συμπεριφορά, απομένει να εξετάσουμε το πρόβλημα του ψυχασθενή σαν ατόμου αποκλεισμένου από την κοινωνία. Στο δεύτερο τμήμα της μελέτης μας βάλαμε σε δεύτερη μοίρα το κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο η ψυχική ασθένεια συγκροτείται, για να μπορέσουμε να πλησιάσουμε το καθαρό φαινόμενο της ψυχασθένειας, όπως αυτή εκδηλώνεται• τώρα, αντιστρέφοντας τους όρους, θα αποπειραθούμε να απομονώσουμε και να θέσουμε σε δεύτερη μοίρα την ψυχική ασθένεια, για να αναλύσουμε πια τις σχέσεις της με τον κοινωνικό περίγυρο μέσα στον οποίο αναπτύσσεται.
Μιλήσαμε πράγματι για μια ψυχωτική και νευρωτική απομόνωση, η οποία προκαλεί πίεση και επιδείνωση. Αλλά υπάρχει και ένα άλλο είδος πίεσης και επιδείνωσης, που έρχονται να προστεθούν στις αρχικές, και αυτές τις δεύτερες τις επισημαίνουμε όταν προσπαθούμε να μελετήσουμε τις σχέσεις του ψυχασθενή με την κοινωνία της οποίας αποτελεί κομμάτι, ένα κομμάτι απομονωμένο. Σ’ αυτή την περίπτωση πρόκειται για μια ιδρυματική επιδείνωση, αφού προέρχεται απ’ την είσοδό του στα ψυχιατρικά ιδρύματα -που αρχικά φτιάχτηκαν για να θεραπεύσουν και να προστατέψουν τον άρρωστο- και που πολλές φορές είχαν σαν μοναδικό τους σκοπό να προστατέψουν τον υγιή από τις ακρότητες και την επικινδυνότητα του τρελού.
Από εδώ λοιπόν πρέπει να ξεκινήσουμε, απ’ τον αποκλεισμό, απ’ την απομόνωση στην οποία καταδικάζει η κοινωνία τον άρρωστο, από εδώ για να μπορέσουμε να καταλάβουμε τι απομένει όταν ο άρρωστος έχει πια εκμηδενιστεί, τι απομένει απ’ την αρχική ψυχασθένεια, και τι πρέπει να καταλογιστεί στη διαδικασία καταστροφής του που επιτελείται σιγά-σιγά κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του. Γιατί εκεί, πίσω από τα τείχη των τρελοκομείων, η παραδοσιακή ψυχιατρική φάνηκε σ’ όλη την αποτυχία της: Αφού έλυσε αρνητικά το πρόβλημα της ύπαρξης του ψυχασθενούς απομακρύνοντάς τον από το κοινωνικό του πλαίσιο, απομακρύνοντάς τον δηλαδή απ’ την ίδια του την ανθρώπινη ύπαρξη, θεωρώντας ακατανόητο το ψυχοπαθολογικό φαινόμενο και υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για μια κοινωνική και βιολογική τερατομορφία, απέκλεισε διπλά τον ψυχικά πάσχοντα:
1. ως μία ύπαρξη ακατανόητη την οποία η επιστήμη, μη θέλοντας να παραδεχθεί την ίδια της την ανικανότητα, πρέπει να απορρίψει για να ασχοληθεί στη συνέχεια με μια πλασματική ασθένεια, και
2. ως μια κοινωνικά αποκλεισμένη ύπαρξη εξαιτίας ακριβώς του ότι δεν έγινε δυνατό να κατανοηθεί, απομόνωση την οποία η επιστήμη επικύρωσε.
Burnaout2Γι’ αυτό τα τρελοκομεία κτίζονται συνήθως στην περιφέρεια της πόλης, σε απομονωμένες ζώνες, περιτοιχισμένες, έτσι που να δίνουν έντονη την αίσθηση του αποκλεισμού, του σχίσματος, του ορίου. Η εικόνα του ψυχασθενή, ως έκφραση μιας απόκλισης απ’ τον κανόνα, είναι μία μορφή που πρέπει να κρατηθεί σε απόσταση γιατί δεν πρέπει να ταράξει τον ρυθμό μιας κοινωνίας που έχει ανάγκη από περιοχές αντιρρόπησης για να μπορέσει εκεί να αποφορτίσει την επιθετική της ενέργεια, την οποία δεν μπορεί να διοχετεύσει αλλού. Αλλά αυτή η ανάγκη να διαχωρίσει, να απομονώσει τον ψυχικά άρρωστο, να τον ξεριζώσει από πάνω της είναι μαζί και μια έκφραση αδυναμίας και μικρότητας μιας κοινωνίας που τείνει να εξαφανίσει αυτό που διαταράσσει την εξάπλωσή της, χωρίς να παίρνει υπόψη της ότι κι αυτή είναι συνυπεύθυνη.
Το πρόβλημα του ψυχικά πάσχοντα φαίνεται λοιπόν να είναι ένα πρόβλημα κοινωνικό, αλλά η προσπάθεια για τη λύση του διεξάγεται έξω από την κοινωνία, χωρίς να χρειάζεται να υποστεί κανείς τίποτα για τη λύση του -εκτός βέβαια απ’ αυτόν που είναι θύμα της ψυχασθένειας (ασθένεια που έχει καταχωρηθεί και οριστεί ως ακατανόητη και ως εκ τούτου επικίνδυνη) και που αντιπροσωπεύει μια σοβαρή απειλή για την κοινωνία. Η πράξη του αποκλεισμού αυτών των ελαττωματικών στοιχείων του συστήματος αντηχεί περίεργα σαν ένα είδος εκτόνωσης της κοινωνίας που μοιάζει να αποφορτίζεται συμβολικά σ’ αυτές τις περιοχές εγκλεισμού, να αποφορτίζει την επιθετικότητα και τη βία της που δεν έχουν παρά ελάχιστη σχέση με την ίδια την ψυχική πάθηση, αποφόρτιση που λειτουργεί σαν εχέγγυο της διατήρησης της τάξης.
Παρ’ όλα αυτά, σ’ αυτή την κοινωνία ο άνθρωπος αρρωσταίνει. Παρ’ όλα αυτά, αυτή είναι η κοινωνία που τοποθετείται με δυσπιστία και απαισιοδοξία απέναντι στον ψυχικά πάσχοντα και στην αρρώστια του, και υψώνει τα τείχη των τρελοκομείων για να αυτοπροστατευτεί, και που διαμορφώνει τους κανόνες λειτουργίας τους. Αυτή είναι η κοινωνία μέσα στην οποία διαμορφώνεται ο ψυχίατρος κι αυτή του αναθέτει να περιθάλψει τον άρρωστο. Πως θα λειτουργήσει ο ψυχίατρος αντιμέτωπος με τον ασθενή; Τί θα απαιτήσει ο άρρωστος από την κοινωνία κι απ’ τον ψυχίατρο που την αντιπροσωπεύει; Τί μήνυμα θα μεταδώσει η κοινωνία στον ψυχίατρο;
Θα συνοψίζαμε την κατάσταση ως εξής: φτιάξαμε τόπους περίθαλψης για να απομονώσουμε τον ψυχασθενή και αναθέσαμε στον ψυχίατρο να τον προσέχει στην απομόνωσή του, έτσι ώστε να προ φυλάξουμε και να καθησυχάσουμε μια κοινωνία που συνεχίζει να φοβάται. Την ίδια στιγμή, παράλληλα με την αμυντική της δράση, η κοινωνία ζητάει απ’ τον ψυχίατρο να θεραπεύσει τον άρρωστο.

" Όχι στο ψυχιατρείο των φτωχών "

» Όχι στο ψυχιατρείο των φτωχών «

Αυτές οι προθέσεις ή αυτή η αποστολή που αναθέτει η κοινωνία στον ψυχίατρο προβάλλουν σ’ όλη τους την εσώτερη αντίφαση. Η φροντίδα του αρρώστου (και δεν εννοούμε την φαρμακολογική φροντίδα, η οποία παρότι τον επαναφέρει στο πεδίο της ιατρικής, προσφέροντας μια αλχημική λύση στη βιολογική του τερατομορφία, δεν καταφέρνει να τον προσεγγίσει στην πραγματικότητα σαν ανθρώπινο όν) δεν είναι εφικτή αν κινείται σ’ ένα κλίμα φόβου, καταπίεσης, ανάγκης άμυνας και προστασίας, στο οποίο η κοινωνία (δηλαδή ο ίδιος ο ψυχίατρος) συνεχίζει να ζει. Η θεραπεία του ασθενή θα έπρεπε να σκοπεύει στην επανάκτηση μιας χαμένης ελευθερίας, μιας κατακερματισμένης αξιοπρέπειας: πράγματα που είναι ακριβώς το αντίθετο της προστασίας, της άμυνας, του διαχωρισμού και της απομόνωσης, που διαφαίνονται μέσα στους κανονισμούς των ιδρυμάτων μας.
Το τρελοκομείο γεννήθηκε ιστορικά για να προστατέψει τους υγιείς. Τα τείχη χρησίμευαν, όταν η έλλειψη τρόπου θεραπείας καθιστούσε αδύνατη τη θεραπεία, για να αποκλειστεί και να απομονωθεί η τρέλα για να μην μολύνει τον χώρο μας. Αλλά ακόμα και τώρα τα τείχη υπηρετούν την ίδια σκοπιμότητα: διαιρούν, χωρίζουν, προστατεύουν τους υγιείς φυλακίζοντας αυτόν που δεν είναι πια υγιής. Μέσα από τα τείχη, ο ψυχίατρος κάνει ό,τι μπορεί. Είτε του δίνουν τα μέσα για να δουλέψει είτε όχι, αυτός πρέπει πρώτα απ’ όλα να διαφυλάξει την ακεραιότητα μίας κοινωνίας, που θέλει να προστατευθεί απ’ τον τρελό, αλλά και την ακεραιότητα αυτού του ίδιου του τρελού.
Αν ο ασθενής, πριν θεωρηθεί ασθενής, θεωρείται επικίνδυνος για τον εαυτό του και για τους άλλους, τότε οι κανόνες στους οποίους θεμελιώνεται η θεραπεία του δεν μπορούν παρά να λειτουργούν στη βάση αυτής της επικινδυνότητας κι όχι στη βάση της αρρώστιας του. Γι’ αυτό η εικόνα του ψυχικά πάσχοντα, όπως παρουσιάζεται συνήθως στα ψυχιατρεία μας, είναι αυτή ενός ανθρώπου καταπιεσμένου, συντετριμμένου, αντικειμενοποιημένου μέσα σ’ ένα ίδρυμα του οποίου η οργάνωση και αποτελεσματικότητα θα μπορούσαν να είχαν συντελέσει σημαντικά στην αποκατάσταση του ασθενή και στην επανακοινωνικοποίησή του: μόνο αυτές θα μπορούσαν να εγγυηθούν υπεύθυνα για την ασφάλεια και τη φυσική ακεραιότητα, τόσο της κοινωνίας όσο και του ίδιου του ασθενή. Γι’ αυτό τη στιγμή κατά την οποία η κοινωνία τον απορρίπτει, ο άρρωστος -ήδη συρρικνωμένος μέσα στα όρια της αρρώστιας του- εισέρχεται σε μια καινούρια διάσταση, όπου του επιβάλλεται για την ομαλή λειτουργία του ιδρύματος, για να απλοποιηθεί μ’ άλλα λόγια η ζωή στο άσυλο, μια σταδιακή απομάκρυνση απ’ οτιδήποτε προσωπικό και ζωντανό υπάρχει μέσα του. Αρχίζει έτσι αυτό που ο Goffman αποκαλεί ηθική καριέρα του ιδρυματοποιημένου, της οποίας τα σκαλοπάτια χαρακτηρίζονται από τη σταδιακή καταφυγή στον εαυτό του, απ’ την απώλεια των ενδιαφερόντων του, απ’ τη λησμονιά των δεσμών που τον ένωναν με τον έξω κόσμο και με την προηγούμενη ζωή του που δεν του ανήκει πια, με το μέλλον για το οποίο δεν του επιτρέπεται από εδώ και μπρος να κάνει κανένα σχέδιο αναγκασμένος να υποστεί τις ταπεινώσεις που του επιβάλλει το ίδρυμα, αναγκασμένος να υποστεί την εξόντωσή του: που θα πει ότι υποχρεώνεται να αναγνωρίσει σαν κάτι λογικό την απώλεια της ίδιας του της ατομικότητας, την κατωτερότητά του απέναντι στους άλλους, την άρνηση του ιδρύματος που τον περιθάλπει να του αναγνωρίσει την ανθρώπινη αξιοπρέπειά του, να του αποδώσει ακόμα και στην ασθένειά του, το δικαίωμα σε μια ελάχιστη έστω αυτονομία και υπευθυνότητα (Goffman, E., Asylums, New York, Anchor Books, Doubleday, 1961).
6Τον έχουν πετάξει σ’ ένα χώρο απ’ όπου δεν μπορεί να διαφύγει κι όπου δεν του αναγνωρίζεται το δικαίωμα διαφυγής, όπου δεν του ζητάνε καμία συμμετοχή, καμία προσωπική επέμβαση στο όνομα της τάξης και της αποτελεσματικότητας, έτσι που δεν θα του απομείνει τίποτα εκτός από το να εκμηδενίσει αυτός ο ίδιος τον εαυτό του, αποδεχόμενος σαν λογικό τον αποκλεισμό του και τη μετατροπή του σε ένα πράγμα που θα υφίσταται τους κανόνες του ιδρύματος, τελειωτικά ιδρυματοποιημένος.
Η έννοια της ιδρυματοποίησης δεν είναι πρόσφατη. Ο παλιός χαρακτηρισμός κάποιων ψυχασθενών ως τεχνικά κατασκευάσματα του ψυχιατρείου, τους οποίους αναγνώριζαν ως αναπόφευκτη συνέπεια μιας επανορθωτικής θεραπείας που είχε κρατήσει για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, αναφέρονταν ακριβώς σ’ ένα συγκεκριμένο είδος συμπεριφοράς -το οποίο πολύ συχνά συγχεόταν με τα συμπτώματα της ασθένειας- που παρουσιάζουν οι έγκλειστοι των ιδρυμάτων, τα οποία, λόγω της εξαναγκαστικής και αυταρχικής στάσης τους απέναντι στον τρόφιμο, του προκαλούν μια καινούρια ασθένεια που έρχεται να εναποτεθεί πάνω στην ήδη υπάρχουσα. Η απάθεια, η απώλεια ενδιαφέροντος, το αργό και μονότονο βάδισμα με το κεφάλι σκυφτό, χωρίς σκοπό, στους κοιτώνες ή στους διαδρόμους, κάποιες ξαφνικές αντιδράσεις χωρίς εμφανή αιτία (που πολύ συχνά αποδίδονται στην ψυχασθένεια), μία συμπεριφορά, τόσο υποχωρητική που θυμίζει εξημερωμένο ζώο, τα μονότονα παράπονα, το βλέμμα που μοιάζει χαμένο μη βρίσκοντας κάτι ν’ ακουμπήσει επάνω του, το μυαλό που είναι άδειο μια που δεν έχει έναν σκοπό προς τον οποίο να κατευθυνθεί δεν είναι παρά κάποιες πλευρές αυτού του συνδρόμου και εκφράζουν την αργή, βαθμιαία, αφύσικη υποταγή σε μια αρχή που, θεσπισμένη για να προστατέψει και να φροντίσει αυτόν που της εμπιστεύονται, κατέφυγε στο τελευταίο μέσο το οποίο θα έπρεπε να χρησιμοποιήσει πάνω σ’ αυτόν ιδιαίτερα τον άρρωστο: τη βία.
Ορισμένη ως «ιδρυματική νεύρωση» από τον Burton (Burton, R., Institutional Neurosis, Bristol, J. Wright, 1959), ως «ολοκληρωτική ιδρυματοποίηση» από τον Goffman, ως «σύνδρομο κοινωνικής κατάρρευσης» από Αμερικανούς συγγραφείς (The Program Area Committee on Mental Health: Mental Disorders, New York, American Public Health Association, 1962), προκύπτει ως μια μορφή παλινδρόμησης που έρχεται να προστεθεί -σε υποκείμενα ήδη ψυχολογικά εύθραυστα ή ασθενή- στην αρχική ασθένεια, εξαιτίας της διεργασίας της ταπείνωσης και της προσωπικής καταστροφής, που υφίστανται από τη ζωή μέσα στο άσυλο. Με αυτή την έννοια συγκροτείται ένα σύνδρομο, το οποίο συχνά συγχέεται με την ίδια την ασθένεια: αναστολές, απώλεια πρωτοβουλιών, ενδιαφέροντος κ.λ.π.
Ο τέλεια θεραπευμένος ασθενής, στο μέγιστο σημείο αυτής της αλλοτριωτικής πορείας της οποίας ο σκοπός φαίνεται κατά περίεργο τρόπο να είναι ο αφανισμός του ασθενή, θα είναι λοιπόν αυτός που παρουσιάζεται ολοκληρωτικά τιθασευμένος, εύπλαστος στα χέρια των νοσοκόμων και του γιατρού, αυτός που τους αφήνει να τον ντύσουν χωρίς να αντιδρά, που τους αφήνει να τον καθαρίσουν, να τον ταΐσουν, που προσφέρεται να τον τακτοποιήσουν όπως τακτοποιούν το δωμάτιό του κάθε πρωί• ο ασθενής που δεν προκαλεί αναστάτωση με τις προσωπικές του αντιδράσεις, αλλά υποκύπτει με δουλοπρέπεια στην αυθεντία αυτού που τον φροντίζει. Είναι ο θεραπευμένος για τον οποίο λένε με ικανοποίηση ότι έχει προσαρμοστεί μια χαρά, ότι συνεργάζεται με τον νοσοκόμο και τον γιατρό, ότι τα πάει πολύ καλά με τους άλλους, χωρίς να δημιουργεί μπερδέματα και αναστατώσεις (Martin, D., “Lancet” 2, 1188, 1955). Δίνουμε λοιπόν συγχαρητήρια στον εαυτό μας για το γεγονός ότι ο άρρωστος που μας τον εμπιστεύθηκαν να τον θεραπεύσουμε επαναφέροντάς τον στην ανθρώπινη αξιοπρέπειά του, ο άρρωστος λοιπόν αυτός δεν υπάρχει πια σαν άνθρωπος και είμαστε όλο χαρά επειδή δεν είναι πια σε θέση -με τις προσωπικές του παρορμήσεις και ανάγκες- να διαταράξει την οργάνωση και την ομαλή πορεία του ιδρύματος.
Αν στη συνέχεια πιστοποιήσουμε ότι αυτός ο ασθενής δεν αποτελεί πια κίνδυνο για τον εαυτό του και για τους άλλους, έτσι που να είναι σε θέση να εγκαταλείψει το ίδρυμα, θα φύγει απ’ αυτό• απ’ το μέρος όπου σε αντάλλαγμα για τη φροντίδα του χρειάστηκε να απαρνηθεί τον εαυτό του και θα βρεθεί σ’ έναν κόσμο όπου δεν υπάρχει θέση γι’ αυτόν, αφού αυτοστιγμεί θα συντριβεί μια που έχει μάθει να μη στηρίζεται πια στον εαυτό του.

«Ας φανταστούμε λοιπόν έναν άνθρωπο που του έχουν στερήσει τα αγαπημένα του πρόσωπα και του έχουν πάρει ακόμα το σπίτι του και τα ρούχα του, που τον έχουν απομακρύνει απ’ τις συνήθειές του, απ’ τα πάντα, απ’ οτιδήποτε είχε στην κατοχή του. Αυτός ο άνθρωπος είναι ένα κενό, τον έχουν ρίξει σ’ ένα τόπο πόνου και στέρησης, έχει ξεχάσει την αξιοπρέπεια και τα προνόμιά του• γιατί συμβαίνει συχνά σ’ αυτόν που έχει χάσει τα πάντα να χάσει και τον εαυτό του» (Levi, P., Se questo è un uomo, Torino, Einaudi, 1958).
Εναλλακτική ΨυχιατρικήΑυτά τα λόγια, που μοιάζουν να συνοψίζουν την πορεία του ιδρυματοποιημένου που εκμηδενίζεται και μετατρέπεται σε πράγμα μέσα στα ψυχιατρικά άσυλα, είναι γραμμένα από έναν έγκλειστο σε ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης και αναφέρονται στη βαθμιαία διαδικασία κατακερματισμού και απανθρωποποίησης, την οποία ήταν αναγκασμένος να υποστεί ο κατάδικος απ’ τη στιγμή που έμπαινε στο στρατόπεδο ως την εκτέλεσή του. Η διαδικασία δε φαίνεται να διαφέρει και πολύ από αυτή που υφίσταται ο ψυχασθενής των ψυχιατρείων, κι αν σ’ αυτόν τον τελευταίο δεν είναι ακόμα ξεκάθαρο τι ρόλο έπαιξε για την τωρινή του κατάσταση η ασθένειά του και τι η επανορθωτική θεραπεία που του έγινε, και που διενεργήθηκε στα πλαίσια αυτού του συνδρόμου που θα το ονομάζαμε σύνδρομο της απανθρωποποίησης. Το παράδειγμα του P. Levi και της επιδείνωσης, της περιστολής, της απάθειας που έρχονται ως κατακλείδα στη πορεία του έγκλειστου, παρουσιάζεται ξαφνικά μπροστά μας σαν μια διαδικασία, στην οποία η ψυχική ασθένεια αντί για γενεσιουργό αίτιο της επιδείνωσης φαίνεται να είναι κάτι το συμπτωματικό.
Το ότι ο έγκλειστος των γερμανικών στρατοπέδων συγκέντρωσης μοιάζει με τον ψυχασθενή δεν σημαίνει ότι -εξαιτίας των στερήσεων, των περιορισμών και των βασανιστηρίων- ο έγκλειστος τρελαίνεται. Αλλά ότι τοποθετημένος εξαναγκαστικά σ’ ένα χώρο όπου οι ταπεινώσεις, ο αυταρχισμός και οι εξευτελισμοί είναι ο κανόνας, ο άνθρωπος -οποιαδήποτε κι αν είναι η ψυχολογική του κατάσταση- σιγά σιγά μετατρέπεται σε πράγμα από τους νόμους της φυλακής του ταυτιζόμενος μ’ αυτούς. Το ότι υψώνει αυτό το τείχος της απάθειας, της αδιαφορίας, της αναισθησίας, δεν σημαίνει λοιπόν παρά μόνο ότι χρησιμοποιεί τον ύστατο τρόπο άμυνας εναντίον ενός κόσμου που πρώτα τον απομονώνει και στη συνέχεια τον εκμηδενίζει: το τελευταίο προσωπικό εφόδιο που ο ασθενής κι ο φυλακισμένος αντιπαραθέτουν για να προστατευθούν απ’ την αβάσταχτη εμπειρία του να ζουν συνειδητά σαν αποκλεισμένοι.
Για να ξαναγυρίσουμε όμως στο πρόβλημα του ψυχικά πάσχοντα που έχει εγκλειστεί, αν αναλύσουμε ποιες δυνάμεις μπόρεσαν να επενεργήσουν τόσο βαθιά μέσα του έτσι που να τον εκμηδενίσουν στο τέλος, αφού πρώτα τον απομάκρυναν από την κοινωνία, θα δούμε ότι μία μόνο είναι σε θέση να προξενήσει μια παρόμοια ζημιά: η εξουσία.
Μια οργάνωση που στηρίζεται μονάχα πάνω σε μία αρχή, την εξουσία, της οποίας ο πρωταρχικός σκοπός είναι η τάξη κι η αποτελεσματικότητα, πρέπει να επιλέξει ανάμεσα στην ελευθερία του ασθενή (δηλ. την αντίσταση την οποία αυτός μπορεί να εγείρει) και την ομαλή λειτουργία του ασύλου. Πάντα η επιλογή ευνόησε την ομαλή λειτουργία κι ο άρρωστος θυσιάστηκε στο όνομά της.
Αλλά από τη στιγμή της εισαγωγής των φαρμάκων στην ψυχιατρική μια τέτοια αντιμετώπιση γίνεται ακατανόητη, ακόμα κι αν αποτελεί έκφραση της έντονης θεσμοποίησης στην οποία ζει η σημερινή μας κοινωνία, η οποία εγκλωβισμένη στους κανόνες και τους μύθους της δεν μπορεί να κάνει το βήμα που θα έφερνε την αλλαγή και την ανανέωση. Έτσι, ο ψυχίατρος δεν θα μπορούσε να συνεχίσει να παίζει το ρόλο του αδιάφορου φερέφωνου αυτής της κοινωνίας. Είναι ήδη αυταπάτη το να παραδεχόμαστε ότι χρειάστηκε να περιμένουμε την ανακάλυψη των ψυχοφαρμάκων για να επιστρέψουμε σ’ αυτούς τους ασθενείς την ανθρωπιά την οποία τους είχε στερήσει η απομόνωση που τους είχαμε επιβάλλει. Αλλά αφού με τη δράση τους τα ψυχοφάρμακα έδειξαν καθαρά στον ψυχίατρο ότι δεν βρισκόταν αντιμέτωπος με μια αρρώστια αλλά μ’ έναν άρρωστο άνθρωπο, δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να θεωρούμε τον ψυχασθενή απλά σαν έναν άνθρωπο απομακρυσμένο απ’ την κοινωνία, η οποία θέλει να προστατευθεί απ’ αυτόν απομακρύνοντάς τον. Αυτή η κοινωνία θα προσπαθεί πάντα να αμυνθεί εναντίον αυτού που τη φοβίζει και να επιβάλει το σύστημα περιορισμών και απαγορεύσεων που τη διέπει στους οργανισμούς που προορίζονται για τη θεραπεία των ψυχικά πασχόντων. Αλλά ο ψυχίατρος δεν μπορεί να συνεχίσει να βοηθάει στην καταστροφή του ασθενούς που του έχουν εμπιστευθεί, ενός αρρώστου που μετατρέπεται σε πράγμα, που μετατρέπεται σε αντικείμενο από έναν οργανισμό, ο οποίος παρόλο που προσπαθεί ν’ ανοίξει έναν διάλογο μαζί του συνεχίζει να μονολογεί.
4Αν ως τώρα η κοινωνία και μαζί της ο ψυχίατρος προτιμούσαν να καταφεύγουν στη βία για να καταστείλουν και να καταπιέσουν την ανεξέλεγκτη επιθετικότητα του ασθενή, η οποία τους προξενούσε φόβο, μπροστά στις καινούριες προτάσεις για φιλελευθεροποίηση των ψυχιατρείων ο γιατρός φαίνεται φοβισμένος από μια ελευθερία, την οποία δεν θέλει να αναγνωρίσει γιατί προϋποθέτει τη συνείδηση της δικής του ελευθερίας, ιδωμένης σαν το ξεπέρασμα της παλιάς του σχέσης με τον ασθενή κατά την οποία τον έβλεπε σαν αντικείμενο. Κι αυτό με τη σειρά του θα είχε σαν προϋπόθεση το να τοποθετηθεί ο ψυχίατρος σε σχέση με το ρόλο του, σε σχέση με τους δεσμούς που έχει με τη θεσμοθετημένη εξουσία, σε σχέση με τον βαθμό συμμετοχής του σε μια κοινωνία που παραμένει αμφίσημη ως προς τις απαιτήσεις και τα μηνύματά της.
Το ότι η επιθετικότητα του ψυχοπαθούς συνεχίζει να θεωρείται επικίνδυνη για την κοινωνία και το ότι μια τέτοια επικινδυνότητα απαιτεί πλαίσια ασφαλείας, τα οποία θα την περιχαράκωναν (σαν να πρόκειται για μια εγγενή απρόβλεπτη μανία κι όχι -όπως συχνά συμβαίνει- σαν μια φυσιολογική αντίδραση στο πλαίσιο κάποιων ματαιώσεων), ο ψυχίατρος δεν μπορεί να συνεχίσει να παραμένει σε μία κατάσταση ουδετερότητας ανάμεσα στον άρρωστο και στην κοινωνία, γιατί έτσι θα συνέχιζε να παίζει το παιχνίδι της δεύτερης. Αν δεν καταλάβει το νόημα της επιθετικότητας αυτής που επιφανειακά φαίνεται ακατανόητη και παράλογη, τότε θα επικυρώσει με την εξουσία που έχει την ύστατη πράξη καταδίκης του ασθενή, στον οποίο δεν θα απομείνει παρά μια μόνο δυνατότητα: να υποταχθεί στη δύναμη που τον εξουσιάζει (Sartre, J-P., Critique de la raison dialecique, Paris, Gallimard, 1960).
Γι’ αυτό ακόμα και η οικοδόμηση καινούριων ψυχιατρικών νοσοκομείων, οργανωμένων με το πιο σύγχρονο υγειονομικό εξοπλισμό, θα δώσει αποτελέσματα ανάλογα μ’ αυτά των πιο παλιών τρελοκομείων, αν δεν αλλάξει η σχέση ανάμεσα στο γιατρό, στο προσωπικό και στον ασθενή. Αν ο γιατρός, παλιότερα, επέβαλε με τη βία και τον εξαναγκασμό την κυριαρχία του πάνω στον ασθενή και τον είχε στην εξουσία του ιδρυματοποιώντας τον, τώρα διατρέχουμε τον κίνδυνο να προκαλέσουμε μια ανάλογη κατάσταση υποτέλειας, παίζοντας με τα αισθήματα ευγνωμοσύνης και αφοσίωσης του ασθενή που θεραπεύουμε, ο οποίος μας βλέπει να σκύβουμε απ’ το ύψος της θέσης μας για να τον φροντίσουμε. Ο ασθενής θα αισθανθεί αντικείμενο της φροντίδας και των περιποιήσεων του γιατρού, έτσι που θα καταλήξει να δεθεί μαζί του με μια σχέση ακόμα πιο ταπεινωτική και διαβρωτική απ’ αυτή του αυταρχισμού. Σ’ αυτό το είδος σχέσης το ζευγάρι «ασθενής-γιατρός» δεν κινείται ακόμα σ’ ένα επίπεδο ισοτιμίας: ο άρρωστος διατηρείται πάντα σε απόσταση απ’ αυτόν που θεραπεύει, την απόσταση που χωρίζει αυτόν που δίνει απ’ αυτόν που παίρνει, την απόσταση που χωρίζει τη γενναιοδωρία απ’ την ευγνωμοσύνη κι όχι αυτή που βρίσκεται ανάμεσα στην υποχρέωση και το δικαίωμα. Σ’ αυτή τη σχέση όπου ο άρρωστος, παρόλο που δεν τον θεωρούν πια σαν μια μονάδα μέσα στο πλήθος των αποκλεισμένων, συνεχίζει να αντιμετωπίζεται σαν αντικείμενο στοργικής φροντίδας, θα κυλήσει σιγά-σιγά σε μια κατάσταση ολοκληρωτικής εκμηδένισης, κατάσταση την οποία κάποιος από μας αποκάλεσε ήδη μοριακή (συνολική) ιδρυματοποίηση (Basaglia, F., “La distruzione dell’ ospedalle psichiatrico come luogÔ di istituzionalizzazione”, Annal. Neurol. e Psich, 49, 1, 1965).
3Οποιοδήποτε είδος οργάνωσης, που δεν αντιμετωπίζει τον άρρωστο παίρνοντας υπόψη τον ελεύθερο και τελείως προσωπικό τρόπο με τον οποίο ο ασθενής υπάρχει στον κόσμο, θα αποτύχει στην αποστολή του γιατί θα επιδράσει πάνω στον άρρωστο σαν μια αρνητική δύναμη, παρόλο που επιφανειακά αποσκοπεί στη θεραπεία του. Μια εξουσία που επενεργεί σε μια κοινότητα, οφείλει να αποσκοπεί στη διατήρηση μιας κατάστασης σύγκρουσης, με τρόπο που να σέβεται κάθε μέλος της. Κάθε εξουσία που τείνει να εκμηδενίσει την αντίσταση που της προβάλλεται, τις αντιθέσεις, τις αντιδράσεις αυτού που της έχουν εμπιστευθεί, είναι αυθαίρετη και καταστροφική είτε παρουσιάζεται με το πρόσωπο της βίας είτε παρουσιάζεται με το προσωπείο του πατερναλισμού και της αγαθοεργίας.
Το πρώτο πράγμα που θα έπρεπε λοιπόν να κάνουμε αντιμετωπίζοντας τον έγκλειστο, τον ιδρυματοποιημένο που ανθίζει στο έδαφος των ασύλων μας, θα ήταν να του ξυπνήσουμε ένα αίσθημα αντιπαράθεσης στην εξουσία που ως τότε τον ιδρυματοποιούσε και τον καθόριζε. Μέσα απ’ αυτή τη συνειδητοποίηση της κατάστασής του ως έγκλειστου και του ρόλου που έπαιξε στον εγκλεισμό του η κοινωνία, το συναισθηματικό κενό στο οποίο ο άρρωστος έζησε για χρόνια θα αντικατασταθεί σταδιακά από ένα φορτίο προσωπικής επιθετικότητας, που θα διοχετευτεί σε μια πράξη ανοιχτής πολεμικής εναντίον της πραγματικότητας που ως τότε ο ασθενής απέρριπτε, κι αυτή δεν θα είναι πια η πράξη ενός αρρώστου ανθρώπου αλλά ενός ανθρώπου που πολεμάει μια πραγματικότητα αβάσταχτη από οποιονδήποτε άνθρωπο: τότε η ελευθερία του θα είναι ο καρπός μιας νίκης του κι όχι πια χάρισμα απ’ τον πιο δυνατό.
Αυτό δε σημαίνει χάος και αναρχία. Σημαίνει να αναγνωρίζεις την εξουσία σα στοιχείο ρυθμιστικό, σαν τόπο όπου μπορείς να καταφύγεις, σαν πηγή προστασίας όταν αυτή χρειάζεται, αλλά όχι σαν απόλυτη αρχή, σαν έλεγχο, σαν πίεση. Σημαίνει μια εξουσία που κινείται σ’ ένα τέτοιο επίπεδο, ώστε να καταφέρνει να διατηρεί τη συνεχή σύγκρουση στη σχέση της μ’ αυτόν που της έχουν εμπιστευθεί. Σημαίνει να ζεις σε μια κατάσταση αμφίδρομης έντασης, όπου αμοιβαία λαμβάνεται υπόψη η αναγκαιότητα και η χρεία του άλλου για ελευθερία.
Όμως, το να καταργήσεις κανόνες, θεσμούς, και προκαταλήψεις που από αιώνες καθορίζουν τη ζωή μας δεν είναι εύκολο. Η κοινωνία στην οποία ζούμε και της οποίας αποτελούμε μέρος προσπαθεί να προστατέψει τον πολίτη απ’ οτιδήποτε θα τάραζε την εύθραυστη ισορροπία του. Αλλά αν ο πολίτης βουλιάζει στην ψυχασθένεια δεν αναγνωρίζει πια καμιά υπευθυνότητα απέναντι του. Ο ίδιος πολίτης, για την προστασία του οποίου στο παρελθόν δόθηκαν μάχες, χάνει ξαφνικά κάθε δικαίωμα προστασίας και ξεκινάει να γίνει μέρος, πέρα απ’ το φράγμα, στο πλήθος αυτών απ’ τους οποίους η κοινωνία θέλει να διαφυλαχθεί.
Franco BasagliaΓι’ αυτό ως την ώρα που θα εκλείψει απ’ τη σημερινή κοινωνία, μέσα από μία ριζική μετατροπή των κοινωνικών της δομών, το κλίμα της φοβίας, της άρνησης και του αποκλεισμού του ψυχασθενούς, ως την ώρα που θα πάψει να υφίσταται- μέσα από μια αμοιβαία αναγνώριση- η απόσταση ανάμεσα στον υγιή και τον άρρωστο, και θα πέσει ο διαχωριστικός τοίχος της προκατάληψης και των προλήψεων, η ψυχασθένεια θα συνεχίσει να παρουσιάζεται μπροστά μας φορώντας το προσωπείο του απομονωμένου• ακόμα κι αν χτιστούν καινούρια ψυχιατρικά νοσοκομεία, σύγχρονα οργανωμένα κι αυτά όπως και οι κόσμοι που μέσα τους θα περικλείονται, κόσμοι όπου όλες οι ανάγκες θα εί¬ναι ικανοποιημένες. Θα καθησυχάσουμε τις ενοχές μας και θα επαναπαυθούμε με το να κατασκευάσουμε καινούρια νοσοκομεία, θα περιοριστούμε στο να διατηρήσουμε μέσα σε τείχη διάφανα, αλλά όχι λιγότερο ανθεκτικά την παλιά αυταρχική και ιεραρχική δομή μας, δομή που γέννησε όλα τα είδη του αποκλεισμού, άρα και παλινδρόμησης.
Αν ο άρρωστος πλήρωσε ως τώρα την ακεραιότητα της κοινωνίας με την ίδια του την φυλάκιση, στο μέλλον οι ψυχίατροι θα πρέπει να είναι αυτοί που θα προταχθούν για να δημιουργηθεί μια καινούρια ατμόσφαιρα στα νοσοκομεία, μέσα στην οποία ο ίδιος ο ασθενής θα ενεργεί για την κατάκτηση της ελευθερίας του. Πάντως η πλεονεκτική μας θέση απέναντι σ’ έναν άρρωστο που στα μάτια μας μειονεκτεί δεν θα μπορέσει εύκολα να μεταβληθεί (πως θα μπορέσουμε τόσο εύκολα να απαρνηθούμε έναν ρόλο που μας φέρνει σε θέση ισχύος;) αλλά θα μπορούσαμε να προσπαθήσουμε να βιώσουμε τις ανάγκες του αρρώστου ξεκινώντας μ’ αυτόν τον τρόπο μια σχέση -πέρα από κάθε μορφή ιδρυματοποίησης- η οποία θα συνεπάγεται ένα αμοιβαίο ρίσκο και μια αμοιβαία αντιπαράθεση.
Το πρόβλημα ουσιαστικά θα συνίσταται στο πώς θα οργανώσουμε μια κοινότητα που δεν θα είναι προκαθορισμένη, που δεν θα κυβερνάται από κάποιον, αλλά απλώς θα τη διευθύνει μια αρχή που θα ξέρει να αυτοπεριορίζεται έτσι που να κρατάει απλώς την κοινότητα σε μια πορεία και να συντονίζει τις δυνάμεις που θα την απαρτίζουν. Σ’ αυτό το σημείο πρέπει ν’ αρχίσουν να συγκλίνουν οι εμπειρίες αυτών που ήδη έχουν τοποθετηθεί προς αυτή την κατεύθυνση -αυτών που δεν δέχονται να μετατρέψουν με τη βία σε πράγμα τον άρρωστο που τους έχουν εμπιστευτεί- αυτών που δεν θέλουν να διατηρούν πια την απόσταση που δημιουργείται ανάμεσα σ’ αυτούς και τον άρρωστο, που γεννιέται από ένα αίσθημα αφοσίωσης και συμπάθειας που θα εκμηδένιζε τον άρρωστο και θα τον μετέτρεπε σε αντικείμενο οίκτου. Σ’ αυτό το σημείο, όσοι λειτουργούν στηριγμένοι σ’ αυτές τις πεποιθήσεις συναντιόνται -κατευθυνόμενος ο καθένας μέσα από διαφορετικούς δρόμους, τους δρόμους της δικής του εμπειρίας- για να βρουν έναν καινούριο τρόπο οργάνωσης ενός πράγματος που δεν μπορεί και δεν πρέπει να οργανωθεί, να ψάξουν μία μέθοδο ίασης που δεν θα έπρεπε αναγκαστικά να θεσμοθετηθεί μέσα από κανόνες και κωδικοποιήσεις• που συναντιόνται μπροστά στην ανάγκη μιας οργάνωσης και στην αδυναμία συγκεκριμενοποίησης αυτής της οργάνωσης, μπροστά στην ανάγκη να διατυπωθεί το σκαρίφημα ενός συστήματος αναφοράς για να το υπερβούν και να το καταστρέψουν• στην επιθυμία να προκαλέσουν αφ’ υψηλού τα γεγονότα που θα επακολουθήσουν και στην ανάγκη να φροντίσουν ώστε τα γεγονότα αυτά να προκύψουν και να εξελιχθούν από τη βάση μπροστά στη διερεύνηση μιας καινούριας σχέσης ανάμεσα στον άρρωστο, τον γιατρό και την κοινωνία, σχέση όπου ο προστατευτικός ρόλος του νοσοκομείου θα μοιράζεται εξίσου και στους τρεις πόλους της σχέσης, μπροστά στην ανάγκη διατήρησης ενός πεδίου συγκρούσεων, έτσι που η επιθετικότητα, αντί να καταπιέζεται, να υποκινείται, και όμοια να υποκινείται η αντίσταση στο πραγματικό ακόμα κι αν εμείς οι ίδιοι είμαστε οι πρώτοι που ανήκουμε σ’ αυτό το πραγματικό.

(Αναδημοσίευση από το πρώτο τεύχος της τριμηνιαίας έκδοσης του ΑΠΘ, για θέματα Υγείας και Κοινωνικού Αποκλεισμού, «Κοινωνία και Ψυχική Υγεία»).
Επιστημονική επιτροπή: Δικαίου Μαρία, Ζαφειρίδης Φοίβος, Μεγαλοοικονόμου Θεόδωρος, Μιχαήλ Σάββας, Μπακιρτζής Κων/νος, Μπιτζαράκης Παντελής, Πανταζής Παύλος, Παπαϊωάννου Σκεύος, Φαφαλιού Μαρία
Εκδότης – Διευθυντής Μπαϊρακτάρης Κώστας
Συντακτική Ομάδα: Γεωργάκα Ευγενία, Λαϊνάς Σωτήρης, Σταμάτη Γιούλη, Φίγγου Λία, Φραγκιαδάκης Κων/νος
Εποπτεία Τεύχους: Παπαϊωάννου Σκεύος, Μιχαήλ Σάββας
Επιμέλεια κειμένων Σταμάτη Γιούλη

Κατηγορίες:Ψυχιατρική

Tagged as: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s