Ψυχιατρική

Θ. Μεγαλοοικονόμου: «Φαρμακευτικές εταιρείες, κράτος και ψυχιατρική».

Οι επικίνδυνες παρενέργειες της σύγχρονης έρευνας, παραγωγής και διάθεσης των ψυχοφαρμάκων*

Η ανάγκη για το άνοιγμα μιας σοβαρής συζήτησης για το ζήτημα των ψυχοφαρμάκων ξεπερνά τα όρια της ψυχιατρικής. Αφορά την κοινωνία στο σύνολό της. Μια κοινωνία που καθοδηγείται και χειραγωγείται με τρόπο ώστε να πνίγει και να ναρκώνει την δυσφορία και τον πόνο που αναβλύζει στα σπλάγχνα της, μεταξύ άλλων και με ηρεμιστικά, αντικαταθλιπτικά και κάθε είδους «νόμιμες» φαρμακευτικές ουσίες.
Το κοινωνικό πρόβλημα από την τρέχουσα χρήση του ψυχοφάρμακου είναι διττό : αφορά, αφενός, τα οικονομικά συμφέροντα και την κερδοφορία των γιγάντιων φαρμακευτικών εταιρειών και αφετέρου, τη χρήση του ψυχοφάρμακου ως ενός εργαλείου κοινωνικού ελέγχου. Το πρόβλημα αυτό και στις δύο του διαστάσεις, αντανακλάται και επικαθορίζει το ίδιο το θεραπευτικό πεδίο. Το γεγονός ότι τα ψυχοφάρμακα είναι ένα σημαντικό εργαλείο για την θεραπευτική αντιμετώπιση της ψυχικής διαταραχής είναι πέραν πάσης αμφισβήτησης – αρκεί να είναι σαφές ότι είναι ένα εργαλείο ανάμεσα σε άλλα (που βοηθάει, άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο) και όχι η μόνη απάντηση στο πρόβλημα της ψυχικής διαταραχής. Το πρόβλημα αρχίζει από το σημείο που εγκαθιδρύεται και κυριαρχεί μια κακοήθης διαπλοκή ανάμεσα στην συγκρότηση και επικράτηση ενός «βιολογικού μοντέλου» στην ψυχιατρική (που μεταφράζεται, στο θεραπευτικό πεδίο, ως ένα «φαρμακευτικό μοντέλο» και στην επιδίωξη των φαρμακευτικών εταιρειών να αυξήσουν όσο γίνεται περισσότερο τις πωλήσεις και τα κέρδη τους από την με κάθε τρόπο προώθηση των προϊόντων τους.

Το φάρμακο ως προϊόν που αποφέρει επιχειρηματικό κέρδος

Είναι γνωστό ότι η έρευνα των δραστικών/θεραπευτικών ουσιών, η παραγωγή και η εμπορική τους διάθεση δεν ήταν ποτέ στα χέρια του κράτους, ούτε (η έρευνα) στα χέρια των πανεπιστημίων ως ανεξάρτητων φορέων. Γινόταν, πάντα, από ιδιωτικές επιχειρήσεις (σήμερα μερικές από αυτές είναι από τις μεγαλύτερες πολυεθνικές παγκοσμίως) με κίνητρο το κέρδος.
koinoniaΟπως έγραψε ο Irvin Cohen, που πρώτος έθεσε σε δοκιμή το Librium, «η ιστορία των βενζοδιαζεπινών (Valium κλπ) αποτελεί, βασικά, ένα μοντέλο του πώς ένας θεραπευτικός παράγοντας επινοείται και προωθείται από ένα φαρμακοβιομήχανο, που απλώς αναζητάει ένα φάρμακο ανώτερο από άλλα που είναι ήδη στην αγορά» (1). Η έρευνα των πανεπιστημιακών επιστημόνων ήταν πάντα, στον ένα στον άλλο βαθμό, χρηματοδοτημένη από τις εταιρείες, σε μια σχέση αμοιβαίου οφέλους.
Μόνο όποιος εθελοτυφλεί, δεν μπορεί να δει τον καθοριστικό ρόλο που παίζει η νομοτελειακή ανάγκη της εταιρείας να προωθήσει το προϊόν της και να κερδίσει από αυτή την προώθηση. Και όχι απλώς να κερδίσει, αλλά και να εξάγει ένα αυξημένο ποσοστό κέρδους σε σχέση με το κεφάλαιο που έχει επενδύσει. Είναι επόμενο ότι, όπως συμβαίνει σε κάθε καπιταλιστική εταιρεία, θα γίνει η κάθε δυνατή προσπάθεια να πεισθεί ο καταναλωτής για την ποιότητα του προϊόντος και ότι θα χρησιμοποιηθεί κάθε δυνατό μέσο επηρεασμού της «επιλογής» του, θεμιτό και αθέμιτο.
Το γεγονός ότι μεσολαβούν ελεγκτικοί μηχανισμοί για την καταλληλότητα του φαρμάκου, τις παρενέργειές του και τους κινδύνους από τη χρήση του (έτσι ώστε να δοθεί ή όχι άδεια κυκλοφορίας με συγκεκριμένες, κάθε φορά, ενδείξεις), δεν αποτελεί ασφάλεια για τον καταναλωτή, δεδομένου ότι η φαρμακευτική εταιρεία έχει τα μέσα να επηρεάζει όχι μόνο την έρευνα και την παραγωγή επιστημονικών εργασιών, που επιβεβαιώνουν την αποτελεσματικότητα του φαρμάκου, ελαχιστοποιώντας ή και αποκρύπτοντας τις παρενέργειες και τους κινδύνους, αλλά και τους ίδιους τους ελεγκτικούς / αδειοδοτικούς μηχανισμούς, μέσα από ένα πολυδαίδαλο δίκτυο διαπλοκής και διαφθοράς, που υφαίνεται γύρω από τα τεράστια κονδύλια των εταιρειών για δωροδοκία και εξαγορά όλων των κομβικών σημείων στην διακίνηση και προώθηση του φαρμάκου, με πρώτους, μια μεγάλη μερίδα γιατρών.

Η κοινωνική διάχυση των ψυχοφαρμάκων

Δεν είναι μόνο ότι οι πολυεθνικές του φάρμακου έχουν συμβάλλει στην πρωτοκαθεδρία, στις μέρες μας, της βιολογικής κατεύθυνσης στην ψυχιατρική, αλλά έχουν επίσης συμβάλλει και στον αποικισμό της ίδιας της λεγόμενης «κοινωνικής» ψυχιατρικής από την πρωτοκαθεδρία του φάρμακου. Η πλειοψηφία των ψυχιάτρων, αλλά και των γιατρών άλλων ειδικοτήτων, είναι πεπεισμένη (και εκπαιδεύεται να είναι πεπεισμένη) για την μονοδιάστατη βιολογική βάση της ψυχικής δυσφορίας / αρρώστιας / διαταραχής, ως δυσλειτουργίας του εγκεφάλου, την οποία μπορεί κανείς να επιδιορθώσει διαμέσου του φάρμακου. Αυτή η «προδιάθεση», που στην ακραία δογματική εκδοχή της ισοδυναμεί με καθαρή δεισιδαιμονία και προκατάληψη, παγιώνεται από τη δράση των εταιρειών και των τεράστιων κονδυλίων που διαθέτουν για τον επηρεασμό των γιατρών.
Κοινωνία και ψυχική υγείαΤο αποτέλεσμα είναι ότι στις μέρες μας αυτά τα ψυχοφάρμακα έχουν τέτοια πέραση που η πλειοψηφία των ασθενών βλέπει τους γιατρούς κυρίως ως «ενδιάμεσους» διαρκώς νεώτερων προϊόντων με μαγικές δυνατότητες, παρά ως θεραπευτές ικανούς να χρησιμοποιήσουν την ίδια τη σχέση γιατρού – ασθενή θεραπευτικά.
Σκοπός των εταιρειών δεν είναι φυσικά απλώς η μονοπώληση από το φάρμακο της θεραπείας των επίσημα διαγνωσμένων ως πασχόντων από μια ψυχική διαταραχή, αλλά η διάχυση του φαρμάκου στον γενικό πληθυσμό, διαμέσου όλων των ιατρικών ειδικοτήτων και ιδιαίτερα αυτών που εμπλέκονται στην πρωτοβάθμια υγεία και στη λειτουργία των εξωτερικών ιατρείων. Ένα μεγάλο μέρος της λεγόμενης «κοινωνικής ψυχιατρικής» δεν ανάγεται σε τίποτα περισσότερο «από την αδιαφοροποίητη και εκτεταμένη συνταγογράφηση των ψυχοφαρμάκων στον πληθυσμό» (2) μέσα από τις ίδιες τις κοινοτικές υπηρεσίες, που υποτίθεται ότι θα αναδείκνυαν, στην αντίληψη και στην πρακτική τους, τον πολυδιάστατο χαρακτήρα του ψυχικού πόνου (ενάντια στην αναγωγική/απλοποιητική προσέγγιση της ιδρυματικής – νοσοκομειακής ψυχιατρικής).

Ψυχοφάρμακα και κοινωνικός έλεγχος-Το σχέδιο Μπους

Η επιδίωξη των φαρμακευτικών εταιρειών να διαδώσουν όσο γίνεται περισσότερο και να κάνουν απαραίτητο για τον καθένα, το κάθε είδους «χάπι της ευτυχίας», συμπίπτει με τις κεντρικές κατευθύνσεις της σύγχρονης βιοπολιτικής, για τον έλεγχο του πληθυσμού. Μέσα στον ορυμαγδό των διεθνών οικονομικών και κοινωνικοπολιτικών γεγονότων της φετινής χρονιάς, δεν έγιναν όσο έπρεπε αντιληπτές μερικές εξαιρετικά επικίνδυνες εξελίξεις, που έχουν σχέση με την επιδίωξη της περαιτέρω ενδυνάμωσης της παντοκρατορίας των πολυεθνικών του φαρμάκου, διαμέσου της διαπλοκής τους με μια από τις πιο αντιδραστικές κυβερνήσεις στην ιστορία του καπιταλισμού, την κυβέρνηση Μπους.
6Ήδη πριν από τις πρόσφατες εκλογές στις ΗΠΑ, η κυβέρνηση Μπους ανακοίνωσε ότι προωθεί ένα υποχρεωτικό πρόγραμμα «ψυχικής υγείας», που αφορά τον έλεγχο όλου του πληθυσμού των ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένων όλων των παιδιών – και αυτών της προσχολικής ηλικίας – για την πιθανότητα «ψυχικών διαταραχών» ήδη παρόντων ή με προδιάθεση ν’ αναπτυχθούν στο μέλλον, έτσι ώστε τα παιδιά αυτά να κάνουν «έγκαιρη θεραπεία» με ψυχοφάρμακα, αντιψυχωσικά και αντικαταθλιπτικά. (3)
Όπως αποκάλυψε το περιοδικό «British Medical Journal»(BMJ), στις 19 Ιουνίου, η κυβέρνηση Μπους είχε ορίσει, τον Απρίλιο του 2002, μια Επιτροπή, με το όνομα «Πρωτοβουλία Νέας Ελευθερίας» (New Freedom Initiative) με σκοπό να κάνει μια πλήρη μελέτη του συστήματος παροχής υπηρεσιών ψυχικής υγείας των ΕΠΑ. Η Επιτροπή εξέδωσε τις συστάσεις της, τον Ιούλιο του 2003 και η κυβέρνηση Μπους έδωσε οδηγίες σε περισσότερους από 25 ομοσπονδιακούς φορείς ν’ αναπτύξουν ένα σχέδιο εφαρμογής βασισμένο πάνω σ’ αυτές τις συστάσεις. (4)
Οι προτάσεις της Επιτροπής συνοψίζονται στον ολοκληρωτικό έλεγχο (screening), από πλευράς ψυχικής υγείας, των «καταναλωτών όλων των ηλικιών». Σύμφωνα με την Επιτροπή, αυτό είναι αναγκαίο γιατί «παρά την συχνότητά τους, οι ψυχικά διαταραχές συχνά δεν διαγιγνώσκονται». (5)
Ο πρόεδρος της Επιτροπής, ψυχίατρος Graham Emslie, δήλωσε ότι «κάθε χρόνο μικρά παιδιά διώχνονται από το νηπιαγωγείο και τους παιδικούς σταθμούς λόγω εξαιρετικά διαταρακτικών συμπεριφορών και συναισθηματικών διαταραχών. Υπάρχουν αξιόπιστα στοιχεία ότι αν ταυτοποιήσεις, σ’ ένα πρώιμο στάδιο, τα παιδιά που είναι επιθετικά, μπορείς να παρέμβεις και ν’ αλλάξεις την διαδρομή της ζωής τους». (6)

Tο «Texas Project»

O Gr. Eslíe είναι αυτός που είχε επιμεληθεί της ανάπτυξης του γνωστού ως «πιλοτικού προγράμματος του Τέξας», πάνω στο οποίο βασίζεται το σχέδιο της κυβέρνησης Μπους.(7) Το πιλοτικό αυτό πρόγραμμα είναι γνωστό ως «Texas Medication Algorithm» (ΤΜΑΡ) και είχε εφαρμοστεί από τον Μπους, όταν ήταν κυβερνήτης του Τέξας, στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας και στο σωφρονιστικό σύστημα (φυλακές) της πολιτείας αυτής, με την χρηματοδότηση, μεταξύ άλλων και αρκετών μεγάλων φαρμακευτικών εταιρειών και με τη θερμή υποστήριξη της Αμερικανικής Ψυχιατρικής Εταιρείας (APA), που είχε καλέσει για την αύξηση της χρηματοδότησης για την εφαρμογή του σχεδίου αυτού. Όπως δήλωσε ο διευθυντής του τομέα έρευνας της APA, «αυτό που είναι καλό με το ΤΜΑΡ, είναι ότι αποτελεί ένα λογικό σχέδιο βασισμένο πάνω σε στοιχεία για την αποτελεσματικότητα από κλινικές δοκιμές».

" Όχι στο ψυχιατρείο των φτωχών "

» Όχι στο ψυχιατρείο των φτωχών «

Το ΤΜΑΡ προωθεί τη χρήση των νέων και πανάκριβων αντιψυψωσικών και αντικαταθλιπτικών για την θεραπεία, μεταξύ άλλων, των παιδιών σχολικής ηλικίας, στα οποία έχει τεθεί η διάγνωση «προβλήματα συμπεριφοράς».
Όπως έγραψε το British Medical Journal, το σχέδιο που προτείνει η Επιτροπή που όρισε ο Μπους, ξεκινά με μια μεγαλόστομη διακήρυξη υπέρ της «πλήρους ενσωμάτωσης των ψυχικά πασχόντων στην κοινότητα, με την παροχή υπηρεσιών στην κοινότητα, παρά σε ιδρύματα» («Progress Reporté της «New Freedom Initiative», Μαρτίου 2004)(8). Και προχωρά να εξηγήσει τι εννοεί με αυτό.
Προτείνει την «σύνδεση του ελέγχου (screening) με θεραπεία και υποστηρικτικά συστήματα», μεταξύ άλλων και «Hegge artis θεραπείες», που χρησιμοποιούν «ειδικά φάρμακα για ειδικές συνθήκες». Η Επιτροπή συστήνει το ΤΜΑΡ, ως ένα μοντέλο σχεδίου φαρμακευτικής θεραπείας, που δείχνει μια «βασισμένη στη εμπειρία πρακτική (evidence based practice) που οδηγεί σε καλύτερα αποτελέσματα στους καταναλωτές»(9).

Αποκαλύψεις

Ωστόσο, το Texas project ήρθε μ’ ένα εκκωφαντικό τρόπο στο προσκήνιο της δημοσιότητας στις ΗΠΑ όταν φέτος, στις 15 Μαΐου, o Alien Jones, ένας αξιωματούχος του Γραφείου του Γενικού Επιθεωρητή (Inspector General) στην Πενσιλβανία, που συμμετείχε στην εφαρμογή, σ’ αυτή την πολιτεία, μιας εκδοχής αυτού του προγράμματος, αποκάλυψε ότι «ανώτεροι υπάλληλοι σε κρίσιμα πόστα για την υλοποίηση του σχεδίου χορήγησης των φαρμάκων, έλαβαν χρήματα και δώρα από τις φαρμακευτικές εταιρείες που ενδιαφέρονται για τον φαρμακευτικό αλγόριθμο» (10). Ο Jones απολύθηκε, γι’ αυτές τις αποκαλύψεις του, στα μέσα του Ιουνίου.
Ο Jones είχε δηλώσει, τότε, ότι «η ίδια πολιτικο-φαρμακευτική συμμαχία, που βρίσκονταν πίσω από το ΤΜΑΡ, χρησιμοποιούσε την «New Freedom Commission», για να ενισχύσει το ΤΜΑΡ ώστε να γίνει ολοκληρωμένη εθνική πολιτική για την θεραπεία των ψυχικών διαταραχών με ακριβά και πατενταρισμένα φάρμακα, που έχουν αμφίβολα αποτελέσματα και θανάσιμες παρενέργειες και να αναγκάσει τις ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες να πληρώνουν αυτά τα φάρμακα»

Η αποτελεσματικότητα, το κόστος και τα κέρδη

Για να καταλάβει κανείς τι διακυβεύεται στο ζήτημα της φρενήρους προσπάθειας των φαρμακευτικών εταιρειών για την αύξηση της διάδοσης των νεώτερων ψυχοφαρμάκων, αρκεί να συγκρίνει το κόστος της θεραπείας με ένα παλιό αντιψυχωτικό (το Aloperidin), με αυτό των νεώτερων, λεγόμενων «άτυπων» αντιψυχωτικών, τα οποία, ενώ δεν έχουν μεγαλύτερη (αντίθετα, συνήθως, ίση ή μικρότερη) αποτελεσματικότητα από το Aloperidin (το οποίο χρησιμοποιούν πάντα ως σημείο αναφοράς και μέτρο σύγκρισης), παρουσιάζουν το πλεονέκτημα ότι δεν έχουν, ή έχουν σε μικρό βαθμό, τις πολύ ενοχλητικές παρενέργειες του πρώτου, ιδιαίτερα αυτές που προέρχονται από το εξωπυραμιδικό σύστημα (τρόμος, ακαθησία, δυστονία κλπ, αλλά και την εξαιρετικά σοβαρή όψιμη δυσκινησία) και έτσι γίνονται περισσότερο ανεκτά από τους ασθενείς (χωρίς αυτό, φυσικά, να είναι πάντα ο κανόνας, δεδομένου ότι και αυτά έχουν παρενέργειες και, εν πάσει περιπτώσει, ακόμα και γι’ αυτά τα «άτυπα» που κυκλοφορούν αρκετά χρόνια τώρα, χρειάζεται περισσότερος χρόνος για να διαπιστωθεί πραγματικά η τυχόν δυσμενής επίδρασή τους). 3Υπολογίζοντας την αντιστοιχία της δοσολογίας ανάμεσα στα διαφορετικά φάρμακα, με ισοδύναμη δοσολογία, η μηνιαία θεραπεία με Aloperidin στοιχίζει 5 Ε, ενώ με τα νεώτερα Risperdal και Zyprexa στοιχίζει 189 και 330 Ε αντίστοιχα.
Για να δώσουμε ένα παράδειγμα, η ολανζαπίνη (Zyprexa), που φιγουράρει ως πρώτης γραμμής φάρμακο στο ΤΜΑΡ, είχε έσοδα από τις παγκόσμιες πωλήσεις της, το 2003, 4.28 δισ. δολάρια, αποτελώντας το πρώτο σε πωλήσεις φάρμακο της Elli Lilly. Τα έσοδα από την ολανζαπίνη ανήλθαν σε περισσότερο από το ένα τρίτο των εσόδων από τις συνολικές πωλήσεις της Lilly. Σύμφωνα με τους New York Times (περσινό άρθρο του Gardiner Harris), 2.63 δισ. δολάρια ήταν τα έσοδα από τις πωλήσεις της ολανζαπίνης στις HΠΑ, εκ των οποίων, το 70% πληρώνεται από κρατικές υπηρεσίες (Medicare, Medicaid). (11)

Το σχέδιο προκαλεί αντιδράσεις

Κύκλοι μέσα από το ίδιο το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα (γύρο από τον γερουσιαστή Ron Paul), δήλωναν, το Σεπτέμβρη, ευθαρσώς ότι «η φαρμακευτική βιομηχανία έπεισε τον πρόεδρο Μπους να υποστηρίξει τον υποχρεωτικό έλεγχο της κατάστασης ψυχικής υγείας κάθε παιδιού στις ΗΠΑ, συμπεριλαμβανόμενων αυτών της προσχολικής ηλικίας και συνεχίζει τώρα τις προσπάθειές της για να πείσει το Κογκρέσο…Το σχέδιο αυτό δεν είναι παρά μια δυσκόλως υποκρυπτόμενη προσπάθεια των φαρμακευτικών εταιρειών να επιτύχουν μιαν ευρύτερη αγορά για τα πανάκριβα αντικαταθλιπτικά και αντιψυχωτικά τους φάρμακα, βάζοντας την κυβέρνηση σε περιοχές της ζωής των Αμερικανών που μέχρι τώρα δεν της ανήκαν…Το πραγματικό όφελος για τις φαρμακευτικές εταιρείες θα είναι η αναγκαστική χορήγηση φαρμάκων στα παιδιά, την οποία θα έχει ως αποτέλεσμα-όπως μάθαμε μ’ ένα τραγικό τρόπο με τη Ritalin-ακόμα και όταν οι γονείς αρνούνται» (Kent Snnyer, εκ μέρους της Liberty Committee, που ίδρυσε ο Paul)(12). Μάλιστα ο Paul επρόκειτο να καταθέσει μια τροπολογία ενάντια στην συμπερίληψη στον σχετικό οικονομικό προϋπολογισμό για το 2005, του σχεδίου για τον υποχρεωτικό έλεγχο και χορήγηση ψυχοφαρμάκων στα παιδιά, (για την ριταλίνη βλέπε παρακάτω, με αφορμή την επαναφορά της στη θεραπευτική πρακτική στην Ιταλία).
Γενικά, τα σχέδια του Μπους έχουν ξεσηκώσει θύελλα αντιδράσεων από όλο το πολιτικό φάσμα. Χαρακτηρίστηκαν ως η πιο ολοκληρωτικού χαρακτήρα προσπάθεια για να αναχθεί η διαφωνία, ή η «παρέκκλιση», σε παθολογία (σε ψυχική διαταραχή) «δεδομένου ότι», όπως υπολογίζει η επιτροπή, που συγκρότησε την πρόταση, διαμέσου των σχολείων και μόνο, «θα μπορούν να ελέγξουν 52 εκατομμύρια μαθητές και 6 εκατομμύρια ενήλικες που δουλεύουν στα σχολεία» (13). Άλλοι τόνισαν ότι «αμφισβητούνται τα γονικά δικαιώματα πάνω στα παιδιά», ότι «επιβάλλεται ένας Απολιτικά σωστός αντι-αμερικανικός τρόπος ζωής» κλπ (14).

Η επιχείρηση των πολυεθνικών για την υπεράσπιση του προϊόντος. Πρώτο μέτρο η χρηματοδότηση του Μπους.

Καταλαβαίνει κανείς ότι οι φαρμακευτικές εταιρείες, όπως θα φανεί παρακάτω, θα χρησιμοποιήσουν οποιοδήποτε μέσο στη διάθεσή τους, από τη μια, για να μεγαλοποιήσουν τη δραστικότητα και να πολλαπλασιάσουν τις ενδείξεις χρήσης του φαρμακευτικού τους προϊόντος και από την άλλη, για να μειώσουν ή και να εξαφανίσουν τη δημοσιοποίηση των κινδύνων από τη χρήση του.
Ο Jones δεν είχε παραλείψει να σημειώσει ότι οι εταιρείες που συμμετείχαν στο ξεκίνημα του «Texas project» ήταν και οι μεγάλοι χρηματοδότες της προεκλογικής εκστρατείας του Μπους, την ίδια στιγμή που μέλη της παραπάνω αναφερθείσας New Freedom Commission είχαν χρηματίσει μέλη συμβουλευτικών επιτροπών των ίδιων αυτών εταιρειών και άλλα είχαν άμεση σχέση με το ΤΜΑΡ(15).
Κοινωνία και Ψυχική ΥγείαΕίναι γνωστό ότι οι φαρμακευτικές εταιρείες συνεισέφεραν στην προεκλογική εκστρατεία του Μπους τρεις φορές περισσότερα χρήματα απ’ ό, τι σ’ αυτήν του Κέρι. Από τα 1.6 δισ. δολάρια των εισφορών της Eli Lilly στα πολιτικά κόμματα, το έτος 2000, το 82% πήγε στο Ρεπουμπλικανικό Κόμμα και στον Μπους. Ήταν τότε που ο Μπους, στην προεκλογική του εκστρατεία, υποστήριζε ανοιχτά το Texas project και, επίσης, το γεγονός ότι η νομοθεσία που είχε περάσει, επεξέτεινε την κάλυψη των ψυχοφαρμάκων από το ομοσπονδιακό πρόγραμμα Medicaid.
Αλλά και άλλες φαρμακευτικές εταιρείες, που βρίσκονται πίσω από το Texas project, χρηματοδοτούσαν γενναία (και εξακολούθησαν και το 2004) την προεκλογική εκστρατεία του Μπους (είχαν δώσει, μέχρι τον Απρίλη φέτος, 764.274 δολ. στον Μπους και μόλις 149.400 δολ. στον Κέρι).

ELI LILLY και οικογένεια Μπους: Μια μακρόχρονη σχέση αγάπης

Ειδικότερα, για τις σχέσεις της Eli Lilly με την οικογένεια Μπους, πολλοί μιλούν για δεσμούς που ισοδυναμούν με ένα Lillygate (τα στοιχεία από το άρθρο του Bruce Levine).
Για να γίνει ανάγλυφα κατανοητό πώς ασκούνται οι επηρεασμοί και τι πραγματικά είναι η περίφημη «διαπλοκή» αρκεί να δει κανείς ποιοι βρίσκονται ή βρίσκονταν στις μισθοδοτικές καταστάσεις της Eli Lilly:
– ο πατήρ Μπους, πρώην πρόεδρος των ΕΠΑ, πρώην αρχηγός της CIA, πρώην μέλος του συμβουλίου των διευθυντών (Board of Directors) της Lilly.
– ο Sidney Taurel, γενικός διευθυντής (chief executive officer-CEO) της Lilly, που διορίστηκε από τον πρόεδρο Μπους το νεώτερο, μέλος του Homeland Security Council (Υπηρεσία Εσωτερικής Ασφάλειας).
– ο Ken Lay, πρώην CEO της Enron και πρώην μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Lilly.
– ο Mitch Daniels, πρώην διευθυντής Διαχείρισης και προϋπολογισμού του Μπους και πρώην αντιπρόεδρος της Lilly.
– η Εθνική Συμμαχία για τους Ψυχικά Ασθενείς (National Alliance for the Mentally 111 – NAMI). (16)
Επιπλέον, μερικά από τα μέλη της New Freedom Commission, ήταν μέλη των διοικητικών συμβουλίων των εταιρειών αυτών, ενώ άλλα είχαν άμεσους δεσμούς με το ΤΜΑΡ.
Για να επανέλθουμε στο παράδειγμα της ολανζαπίνης (Zyprexa), η σημασία της είναι ζωτική για την Lilly, δεδομένου ότι το πλέον φημισμένο προϊόν της, το Prozac, έχει πάρει την κατιούσα στις πωλήσεις, μετά την απώλεια της προστασίας της ευρεσιτεχνίας (patent) και από 2 δισ. δολ. ετήσια έσοδα κάποτε, έπεσε, το 2003, στα 645.1 εκατ. δολάρια. Οι προειδοποιήσεις ότι η ολανζαπίνη μπορεί να προκαλεί διαβήτη (αρχικά από βρετανικές και ιαπωνικές υπηρεσίες και το 2003 και από το Food and Drug Admonistration-FDA- των ΕΠΑ) δεν την εμπόδισε να παρουσιάζει αύξηση κατά 16% στις πωλήσεις της, το 2002, ενώ την ίδια στιγμή που η Lilly προωθούσε τις πωλήσεις των αντιδιαβητικών της φαρμάκων (Actos, Humulin, Humalog), που απέφεραν 2.51 δισ. δολάρια το 2003, προκαλώντας εύλογα σχόλια (με το ένα φάρμακο προκαλούμε διαβήτη και με το άλλο τον θεραπεύουμε).
Θα αναφέρουμε μερικά συγκεκριμένα παραδείγματα για το πώς η Eli Lilly αξιοποιεί και χρησιμοποιεί τις σχέσεις διαπλοκής.
Νταχάου5Οταν το 2002 ο Μπους υπέγραψε την Homeland Security Act για να «θωρακίσει», υποτίθεται, την χώρα απέναντι στη «τρομοκρατία» (μετά την 11η Σεπτέμβρη 2001), δεν παρέλειψε, όπως αποκάλυψαν οι New York Times, στις 25 Νοέμβρη 2002, να περάσει, την τελευταία στιγμή, με τον γνωστό τρόπο που περνούν οι τροπολογίες και στην ελληνική Βουλή, ένα πρωτοφανές άρθρο, θαμμένο μέσα στον όγκο του νομοσχεδίου, που προστατεύει την Eli Lilly και μερικές άλλες γιγάντιες φαρμακευτικές εταιρείες από μηνύσεις γονέων, που θεωρούν ότι τα παιδιά τους είχαν βλαφθεί από το thimerosal. Το thimerosal είναι ένα συντηρητικό που περιέχει υδράργυρο και χρησιμοποιούνταν από την Eli Lilly και άλλες εταιρείες στην Παρασκευή εμβολίων. Το 1999, η Αμερικάνικη Ακαδημία Παιδιάτρων και η Υπηρεσία Δημόσιας Υγείας ζήτησαν από τους κατασκευαστές εμβολίων να πάψουν να χρησιμοποιούν συντηρητικά που περιέχουν υδράργυρο. Και ενώ, ήδη το 2002, υπήρχαν μια σειρά από μηνύσεις που έσυραν την Lilly στα δικαστήρια, ο πρόεδρος Μπους διόρισε τον γενικό διευθυντή της Sidney Taurel, ως μέλος της Homeland Security Advisory Council (17).
Ένα άλλο παράδειγμα είναι το πώς η Lilly προσπάθησε να πλασάρει το Prosac Weekly, όταν το κλασσικό της Prosac άρχισε, για τους λόγους που αναφέρθηκαν παραπάνω, να πέφτει σε πωλήσεις. Οι αντιπρόσωποι της Lilly στην Φλόριντα κατάφεραν ν’ αποκτήσουν πρόσβαση σε φακέλους ασθενών που, προφανώς, περιείχαν εμπιστευτικές πληροφορίες γι’ αυτούς και, χωρίς καμιά άδεια, ταχυδρόμησαν σ αυτούς τους ασθενείς δείγματα του Prosac Weekly. Πώς η Lilly βρήκε αυτούς τους φακέλους και τα στοιχεία τους; Είναι απλό : η κυβέρνηση Μπους έβαλε σε εφαρμογή ρυθμίσεις που είχε ετοιμάσει ως πρόταση η κυβέρνηση Κλίντον (για να επιβεβαιωθεί η ανυπαρξία διαφορών μεταξύ των δύο κομμάτων σε όλα τα βασικά ζητήματα) ότι αυτοί που παρέχουν υπηρεσίες υγείας και φροντίδας έχουν το δικαίωμα να πωλούν εμπιστευτικές ιατρικές πληροφορίες σε εμπορικές φίρμες και σε φαρμακευτικές εταιρείες.(18)

Η περίπτωση της μη κερδοσκοπικής «ΝΑΜΙ»

Σε μιαν άλλη περίπτωση, όταν η πολιτεία του Κεντάκυ προσπάθησε να κόψει το Zyprexa (ολανζαπίνη) από την λίστα των προτιμώμενων φαρμάκων (αφού το πρόγραμμα Medicaid της πολιτείας είχε έλλειμα, το 2002, 230 εκ. δολάρια και δαπάνες μόνο για το Zyprexa, 36 εκ. δολάρια). Τότε, η μη κερδοσκοπική ΝΑΜΙ (Εθνική Συμμαχία για τους Ψυχικά Ασθενείς) έκανε μια τεράστια εκστρατεία κατά της περικοπής με έξοδα πληρωμένα από την Eli Lilly.
Η ΝΑΜΙ πήρε, στο διάστημα 1996-99 συνολικά 11.7 εκ. δολάρια από φαρμακευτικές εταιρείες, μεταξύ των οποίων και από τη Lilly, η συνεισφορά της οποίας έφτασε τα 2.87 εκ δολάρια. Στη χρηματοδότηση της Lilly περιλαμβανόταν και ένας δικός της διοικητικός, που εργαζόταν στα γραφεία της ΝΑΜΙ, αλλά έπαιρνε το μισθό του από την Lilly (αναφέρεται στο άρθρο του Ken Silverstein στο περιοδικό Mother Jones, 1999). H NAMI είναι μια μεγάλη μη κερδοσκοπική εταιρεία που περιλαμβάνει ψυχικά ασθενείς (χρήστες) και θεωρείται ότι αγωνίζεται για τα δικαιώματά τους. (19)

Η υπεράσπιση του προϊόντος στα δικαστήρια

Ένα παράδειγμα του τρόπου που οι γιγάντιες φαρμακευτικές εταιρείες χειραγωγούν τα δικαστήρια είναι ο τρόπος που η Lilly χειρίστηκε στα δικαστήρια την μήνυση που της έκαναν τα θύματα του Josheph Wesbecker, που, το 1989, μετά από λήψη για ένα μήνα Prosac, τράβηξε το όπλο του, σκότωσε 8 άτομα και τραυμάτισε 12 πριν αυτοκτονήσει. Όπως είναι γνωστό, υπήρξε και εξακολουθεί να υπάρχει μια μεγάλη συζήτηση για την πιθανότητα το αντικαταθλιπτικό Prosac (φλουοξετίνη) να προκαλεί έκρηξη βίας κατά του εαυτού και άλλων. Πάνω από 150 μηνύσεις για το Prosac είχαν τεθεί στο αρχείο ήδη μέχρι το 1994. Η Lilly θεωρούσε βέβαιη τη νίκη της και αυτή τη φορά. Ήδη από το 1991 όταν μια επιτροπή του FDA (του Φορέα που δίνει την άδεια κυκλοφορίας και τις ενδείξεις, προειδοποιήσεις κλπ για τα φάρμακα στις ΗΠΑ) που ερευνούσε την πιθανή σχέση μεταξύ Prosac και βίας είχε αποφασίσει ότι Νερούδα_0004δεν χρειάζεται για το Prosac να έχει επιγραφή που να προειδοποιεί για πιθανότητα πρόκλησης βίας. Αλλά το 1994 φημολογούνταν ότι πέντε από τα εννέα μέλη της επιτροπής του FDA είχαν δεσμούς με τις μεγάλες φαρμακευτικές εταιρείες, δύο, δε, εξ αυτών ήταν ερευνητές για μελέτη του Prosac, χρηματοδοτούμενη από τη Lilly. Όταν στη διαδικασία της δίκης η Lilly τα βρήκε κάποια στιγμή «σκούρα», πλήρωσε μάρτυρες για να μην εμφανιστούν στο δικαστήριο, κάτι που, όταν ερευνήθηκε σε βάθος, μετέτρεψε την αναμενόμενη νίκη σε «συμβιβασμό» (20).
Μολονότι η Eli Lilly δεν έχει καταδικαστεί, μέχρι τώρα, στις δίκες στις οποίες σύρθηκε, με την κατηγορία ότι το Prosac ενοχοποιείται για περιστατικά βίαιης και αυτοκτονικής συμπεριφοράς από άτομα που το ελάμβαναν ως αντικαταθλιπτική αγωγή, μερικά δικαστήρια πήραν αποφάσεις που ενοχοποιούσαν την λήψη, από δράστες βίαιων εγκλημάτων, του Zoloft (Αυστραλία) και του Paxil της GlaxoSmithKline (παροξετίνη, στην Ελλάδα εμπορική ονομασία Seroxat) στο Γουαϊόμινγκ των ΗΠΑ. Όπως το Prosac, ανήκουν και αυτά στους SSRI (αναστολείς της επαναρρόφησης της σεροτονίνης).
Ήδη το 1999, είχαν αναφερθεί στη FDA 2000 αυτοκτονίες από χρήστες Prosac, από τις οποίες, τουλάχιστον το ένα τέταρτο, φαινόταν να οφείλεται σε ακαθησία και διέγερση. Αν, όπως αναφέρει η FDA, μόνο το ένα εκατοστό των σοβαρών παρενεργειών αναφέρεται σ αυτήν, τότε υπολογίζεται ότι, μέχρι το 1999, είχαν υπάρξει 50.000 αυτοκτονίες σχετιζόμενες με την ακαθησία. Για το σύνολο των SSRI ο αριθμός είναι πολύ μεγαλύτερος.

Και επαφές «τρίτου τύπου»

Στο διεθνή Τύπο μπορεί να βρει κανείς πλήθος πληροφοριών για τις σχέσεις των πολυεθνικών του φάρμακου με το κράτος για την κοινή και με αμοιβαίο όφελος συνεργασία τους – όπως πχ η προμήθεια, το 1953, της CIA από την Eli Lilly με LSD προκειμένου η πρώτη να κάνει πειράματα πλύσης εγκεφάλου (John Marks : The search for the «Manchurian Candidate»: the CIA and the mind control-the secret history of the behavioral sciences, 1979, Washington Post, 1985, New York Times, 1988). (21)

Πως συγγράφεται μια επιστημονική εργασία προβολής ενός ψυχοφαρμάκου

Μια άλλη πτυχή του σκανδαλώδους τρόπου με τον οποίο πλαστογραφούνται και πλασάρονται τα ερευνητικά δεδομένα για τις ενέργειες και τις παρενέργειες των ψυχοφαρμάκων είναι η αποκάλυψη, πριν ένα χρόνο (7 Δεκέμβρη 2003) του βρετανικού «Observer» για την απάτη, που συχνά κρύβεται, πίσω από επιστημονικά, υποτίθεται, άρθρα για τη δράση και τα οφέλη των φαρμάκων, που δημοσιεύονται σε γνωστά ιατρικά περιοδικά και υπογράφονται από γνωστούς επιστήμονες, γιατρούς και μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας, ενώ έχουν γραφτεί από «συγγραφείς -φαντάσματα», που πληρώνονται από φαρμακευτικές εταιρείες.(22)
Νερούδα_0003Σύμφωνα με εκτιμήσεις, τα μισά από τα άρθρα που δημοσιεύονται στα επιστημονικά ιατρικά περιοδικά είναι γραμμένα από «συγγραφείς- φαντάσματα» Γνωστοί γιατροί βάζουν το όνομά τους κάτω από το άρθρο και πληρώνονται αδρά γι’ αυτό, ενώ οι πραγματικοί συγγραφείς παραμένουν άγνωστοι. Αυτά τα άρθρα, γράφει ο «Observer» αναφερόμενος στην εμπειρία της Βρετανίας, παρελαύνουν μπροστά από τους γενικούς γιατρούς (GP-general practitioners) για τους πείσουν να συνταγογραφήσουν τα παρουσιαζόμενα φάρμακα.
Όπως ανέφερε μια υπάλληλος του εκδοτικού μηχανισμού μιας εταιρείας που ειδικεύεται στην συγγραφή ιατρικών άρθρων (που εν συνεχεία υποβάλλει για δημοσίευση σε ιατρικά περιοδικά) «αυτό που έκανε ο βοηθός σύνταξης – δηλ. η ίδια- ήταν, πριν υποβληθεί ένα άρθρο σ’ ένα περιοδικό ηλεκτρονικά ή σε δισκέτα, ν’ ανοίγει τις «ιδιότητες φακέλου» (file properties) στον υπολογιστή και να σβήνει τα ονόματα των συγγραφέων-φαντάσματα ή της εταιρείας συγγραφής ιατρικών άρθρων και να τα αντικαθιστά με το όνομα ενός προσώπου, που είχε προσκληθεί από μια φαρμακευτική εταιρεία να μπει ως συγγραφέας, αλλά ο οποίος δεν είχε καμμιά πραγματική συνεισφορά στο κείμενο» (επιστολή της Susanna Rees, British Medical Journal website).
Το άρθρο του «Observer» αποκαλύπτει περιπτώσεις από όλο το φάσμα των ιατρικών επιστημονικών δημοσιεύσεων, αλλά αυτό που τονίζει, είναι ότι το πρόβλημα έχει γίνει τεράστιο στον τομέα της ψυχιατρικής. Αναφέρει το παράδειγμα ενός ψυχιάτρου, του David Healy, στο πανεπιστήμιο της Ουαλίας που έκανε έρευνα για τους πιθανούς κινδύνους των αντικαταθλιπτικών, όταν πήρε ένα e-mail από μια φαρμακευτική εταιρεία, που του έστελνε ένα 12σέλιδο κείμενο «βασισμένο σε ό, τι έχετε δημοσιεύσει, για να ελαφρύνουμε το φορτίο της δουλειάς σας».
Στο κείμενο, που επρόκειτο να παρουσιαστεί σ ένα επικείμενο συνέδριο, εμφανιζόταν το όνομα του ως άνω ψυχιάτρου ως μόνου συγγραφέα. Όταν αυτός, επειδή θεώρησε ότι η παρουσίαση του συγκεκριμένου φαρμάκου ήταν υπέρ το δέον ευνοϊκή, πρότεινε μερικές αλλαγές, η εταιρεία απάντησε λέγοντας ότι «παρέλειπε μερικά σημαντικά από εμπειρική άποψη σημεία» Τελικά, το ίδιο αυτό κείμενο, εμφανίστηκε, στη αρχική του μορφή, στο συνέδριο και εν συνεχεία δημοσιεύτηκε σ ένα ψυχιατρικό περιοδικό με το όνομα άλλου συγγραφέα. (23)
Ο ίδιος ο Healy δήλωσε εν συνεχεία ότι, κατά τη γνώμη του, «ένα μεγάλο μέρος των άρθρων που δημοσιεύονται σε περιοδικά, όπως το New England Journal of Medecin, το British Medical Journal και το Lancet, συγγράφονται από εταιρείες συγγραφής ιατρικών άρθρων».
Ο ίδιος ο εκδότης του British Medical Journal, Richard Smith, παραδέχεται ότι τα άρθρα από «συγγραφείς-φαντάσματα» (ghostwriting) είναι ένα πολύ μεγάλο πρόβλημα… «Πολιορκούμαστε από τις φαρμακευτικές εταιρείας. Τα άρθρα έρχονται με τα ονόματα γιατρών και συχνά βρίσκουμε ότι δεν έχουν ιδέα τι έχουν γράψει. Όταν το ανακαλύπτουμε, απορρίπτουμε το άρθρο, αλλά είναι πολύ δύσκολο. Έχουμε ζητήσει, όταν υπάρχει εμπλοκή μιας εταιρείας, αυτό να αναφέρεται. Αλλά έχουν βρει τρόπους να το παρακάμπτουν και να λειτουργούν συγκαλυμμένα». (24)
Τέλος, στις ΗΠΑ, όταν σε μια δίκη κατά της Pfizer, η εταιρεία αναγκάστηκε να παρουσιάσει εσωτερικά της έγγραφα, φάνηκε ότι χρησιμοποιούσε εταιρείες συγγραφής ιατρικών άρθρων. Ένα από τα ντοκουμέντα αναλύει άρθρα για το αντικαταθλιπτικό Zoloft. Αλλά από μερικά από τα άρθρα έλειπε το όνομα του συγγραφέα. Στο περιθώριο υπήρχαν τα αρχικά «TBD», που εικάζεται ότι σήμαινε «To Be Determined» (δηλαδή, πρέπει να καθοριστεί). (25)

Οι επικίνδυνες παρενέργειες και το σκάνδαλο της προώθησης των ψυχοφαρμάκων στα παιδιά

Η σημασία των παραπάνω αποχτά την πραγματική της διάσταση στο φως της προσπάθειας των εταιρειών να αντιμετωπίσουν τις αυξανόμενες ενδείξεις (που διαρκώς νέες κλινικές έρευνες φέρνουν στην επιφάνεια) για την περιορισμένη αποτελεσματικότητα και τους μεγαλύτερους κινδύνους, απ’ ό,τι αρχικά νομιζόταν, των νέων προϊόντων τους, αντιψυχωτικών και αντικαταθλιπτικών, ιδιαίτερα σε σχέση με τα τεράστια κόστη τους. Η προσπάθεια των εταιρειών είναι να πάρουν ένδειξη για την χορήγησή τους στα παιδιά, παρά τα ερευνητικά δεδομένα ότι η χρήση τους στις μικρές ηλικίες είναι επικίνδυνη, ή, πάντως, αδιευκρίνιστης επικινδυνότητας και επομένως τυχοδιωκτική και άρα ..επικίνδυνη. Γίνεται, έτσι, φανερή η σημασία που αποκτά και το σχέδιο Μπους για μαζική χορήγηση αυτών των φαρμάκων σε όλο τον πληθυσμό, που «συλλαμβάνεται» από τα τεστ να έχει «πρόβλημα» ήδη από την προσχολική ηλικία….
Νερούδα_0002Τον περασμένο Μάρτιο, το FDA στις ΗΠΑ συνέστησε να μπει εμφανής προειδοποίηση ότι η χρήση των νεώτερων αντικαταθλιπτικών στα παιδιά «μπορεί» να εντείνει την αυτοκτονική συμπεριφορά σε παιδιά και εφήβους, ύστερα από μια δημόσια ακροαματική διαδικασία, όπου πολλά μέλη οικογενειών και παθόντες έδωσαν μαρτυρίες για αυτοκτονική και βίαιη συμπεριφορά από άτομα που έπαιρναν αυτά φάρμακα. Η προειδοποίηση αφορά φάρμακα όπως το Prosac, το Remeron, το Zoloft, το Effexor, το Paxil, το Celexa, το Luvox κλπ. Σύμφωνα με μια επιπρόσθετη προειδοποίηση του FDA, ορισμένες συμπεριφορές είναι γνωστό ότι συνδέονται με αυτά τα φάρμακα, συμπεριλαμβανόμενου του άγχους, της διέγερσης, των κρίσεων πανικού, της αϋπνίας, της εχθρότητας, της παρορμητικότητας, της ευερεθιστότητας, της ακαθησίας, της υπομανίας και της μανίας. Τα ερευνητικά δεδομένα, ωστόσο, που είχε το FDA στη διάθεσή του, επέβαλλαν μια πιο απαγορευτική απόφαση. (26)
Σύμφωνα με μια έρευνα (2003) του Andrew D. Mosholder, επιδημιολόγου του FDA, 22 μελέτες έδειχναν ότι παιδιά που παίρνουν αντικαταθλιπτικά γίνονται δυο φορές πιο αυτοκτονικά απ’ αυτά που παίρνουν placebo (αδρανής ουσία). Αυτή η έρευνα δεν άρεσε στους επικεφαλής του FDA (με τις προαναφερθείσες διασυνδέσεις με τις εταιρείες) και γι’ αυτό την απέκρυψαν. Εν συνεχεία, ανέθεσαν στο πανεπιστήμιο του Κολούμπια να αναλύσει εκ νέου τα δεδομένα που είχε χρησιμοποιήσει ο Mosholder.(27)
Οι ερευνητές του Κολούμπια έφτασαν στα ίδια συμπεράσματα. Το Paxil (Seroxat στη Ελλάδα) της GlaxoSmithKline και το Effexor της Wyeth βρήκαν ότι μπορεί να κάνουν τα παιδιά ακόμα περισσότερο αυτοκτονικά απ’ ό, τι βρήκε η έρευνα του Mosholder. (28)
Με αυτά τα δεδομένα, η μεσοβέζικη (στη ουσία επιτρεπτική) στάση του FDA απέναντι στη χορήγηση των αντικαταθλιπτικών στα παιδιά, είναι σε αντίθετη κατεύθυνση με την απόφαση της βρετανικής κυβέρνησης, πέρσι, να απαγορεύσει την χρήση όλων των αντικαταθλιπτικών στα παιδιά, εκτός από το Prosac.
Υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις ότι τα φάρμακα αυτά προκαλούν απρόβλεπτες αντιδράσεις διαμέσου της σεροτονίνης, ενός νευρομεταβιβαστή, την δράση, ακριβώς, του οποίου επηρεάζουν προκειμένου να επιτύχουν το αντικαταθλιπτικό αποτέλεσμα που επικαλούνται. Όλες οι παρενέργειες που επικαλείται το FDA, από τη διέγερση και την εχθρότητα μέχρι την παρορμητικότητα και την μανία, είναι ταυτόσημες με τις ενέργειες του PCP, της μεθαμφεταμίνης και της κοκαΐνης, που είναι γνωστό ότι προκαλούν επιθετικότητα και βία. Τόσο τα παλιότερα διεγερτικά, όπως και τα νεώτερα αντικαταθλιπτικά προκαλούν παρόμοια αποτέλεσματα ως αποτέλεσμα της επίδρασής τους στην σεροτονίνη. (29)
Αν και είναι δύσκολο να καθοριστεί το ποσοστό που τα νεώτερα αντικαταθλιτικά προκαλούν δραματικά γεγονότα, όπως αυτοκτονία και βία, είναι γνωστό το προκαλούν διεγερτικά αποτελέσματα, όπως ευερεθιστότητα και ανησυχία σε πάνω από το ένα τρίτο των ασθενών που τα λαμβάνουν. Μερικές φορές οι γιατροί που δεν αναγνωρίζουν τα συμπτώματα αυτά ως αποτέλεσμα του αντικαταθλιπτικού τείνουν ν’ ανεβάσουν τη δόση του αντικαταθλιπτικού, επιδεινώνοντας την κατάσταση. Αλλά ακόμη και η διακοπή της λήψης των νεώτερων αντικαταθλιπτικών χρειάζεται προσοχή, δεδομένου ότι μπορεί
να εμφανιστεί «σύνδρομο απόσυρσης», προκαλώντας κατάθλιψη, αυτοκτονική διάθεση και βία. (30)

Η επανακυκλοφορία της ριταλίνης στην Ιταλία

Burnaout2Στην Ιταλία έχει ξεσπάσει ένας μεγάλος αγώνας από επαγγελματίες ψυχικής υγείας ενάντια στην επάνοδο στην κυκλοφορία της ριταλίνης, που αποφασίστηκε από το Μάρτιο του 2003, αλλάζοντας τον χαρακτηρισμό της, από διεγερτικό (είναι ένα παράγωγο της αμφεταμίνης) σε ψυχοφάρμακο. Η ένδειξή της είναι η θεραπεία της «διαταραχής της ελλειματικής προσοχής με υπερκινητικότητα» (Adhs), από την παιδική ηλικία μέχρι την εφηβία», μια διάγνωση της σύγχρονης ψυχιατρικής που αμφισβητείται από πολλούς. Μάλιστα, στα ιταλικά σχολεία έχει δοθεί ένα ερωτηματολόγιο για να ταυτοποιηθούν τα παιδιά που πάσχουν από το σύνδρομο (Adhs), έτσι ώστε, στη βάση των αποτελεσμάτων, να χορηγείται το φάρμακο.
Στις ΗΠΑ η ριταλίνη έχει χαρακτηριστεί «κοκαΐνη των μωρών» και χορηγείται στα σχολεία σε εκατομμύρια παιδιών, πολλά από τα οποία ανέπτυξαν εξάρτηση από φάρμακο. Έχει σοβαρές παρενέργειες, από την αρτηριακή πίεση, την καρδιά και την απώλεια βάρους, έως την τοξική ψύχωση, την βαριά κατάθλιψη, την χρόνια υπερκινητικότητα και κίνδυνο αυτοκτονίας στη φάση της στέρησης.
Παρόλα αυτά, η χορήγηση συνεχίζεται γιατί ανταποκρίνεται σε μιαν ορισμένη πολιτική και κουλτούρα ελέγχου της συμπεριφοράς των παδιών και αντίληψης για τις αιτίες των «δυσπροσαρμοστικών» και παρεκκλινότων» συμπεριφορών τους. Όπως έχει επισημανθεί από κινήσεις γονέων που αντιδρούν στη ριταλίνη,(31) «στην υγεία, όπως και στην εκπαίδευση και στις κοινωνικές υπηρεσίες, η πολιτική της κυβέρνησης Μπερλουσκόνι είναι να μειώσει τα κόστη καταστρέφοντας τις υπηρεσίες. Και στον τομέα της ψυχικής υγείας, προωθείται προνομιακά το φαρμακολογικό μοντέλο ενάντια σε παρεμβάσεις πιο πολύπλοκες, που θέτουν στο κέντρο το παιδί και τις ανάγκες του. Ζούμε σε μια κοινωνία που έχει κάνει δύσκολο να διατηρηθεί μια ισορροπία όπου τα παιδιά έχουν αναγνωρισμένους τους χώρους τους και τις δραστηριότητές τους, και, ως εκ τούτου, φαίνεται πιο εύκολο να καταστείλουμε (με φάρμακα) αυτά τα αιτήματα, βάζοντας διαγνώσεις αμφισβητούμενες και χρήσιμες μόνο στις λογικές του σχολείου-εταιρεία και του κοινωνικού κομφορμισμού».
Για μια ακόμη φορά, το φάρμακο προωθείται ως η απάντηση σ ένα πολύπλοκο πρόβλημα. Μετατρέπεται, έτσι, το φάρμακο σε εργαλείο ανάγνωσης της πραγματικότητας, περιορίζοντας το φάσμα των παρεμβάσεων, σ ένα τύπο μονοδιάστατων και απλοποιητικών απαντήσεων. Όσο περισσότερο δίνεται ως απάντηση στην πολυπλοκότητα και το πολυδιάστατο της ύπαρξης, των αισθημάτων, των ατομικών επιλογών, που πηγάζουν μέσα από το ιδιαίτερο πλαίσιο στο οποίο ζει και την ανεπανάληπτη χρονικότητα που βιώνει το υποκείμενο, τόσο περισσότερο επηρεάζει τις σχέσεις ανάμεσα στα άτομα, την ανάπτυξη των υπηρεσιών, τις οργανωτικές επιλογές, τα θεραπευτικά προγράμματα.(32) Τα φτωχαίνει, υλικά και πνευματικά.
Burnaout1Έτσι και η ριταλίνη χορηγείται ως η γρήγορη απάντηση, που σιωπηλά και αποτελεσματικά θα λύσει το πρόβλημα του τι σημαίνει να είναι ένα παιδί ανήσυχο στην τάξη, να μην προσέχει το μάθημα, να μην υπακούει, να μην ακολουθεί τις οδηγίες που του δίνονται, ή να φέρει σε πέρας αυτό που του αναθέτουν, που είναι απρόθυμο, που χάνει τα πράγματά του, είναι παρορμητικό, άτακτο, ενοχλητικό, που μιλάει πολύ, που διακόπτει τους άλλους, που ανακατεύεται στα των άλλων. Όλα αυτά, όπως τονίζεται στον έντονο διάλογο που έχει ανοίξει στη Ιταλία, δεν είναι παρά χαρακτηριστικά της σχολικής τάξης, αλλά θα μπορούσαν ν’ αποτελούν πιο ανεκτές συμπεριφορές σε ανοιχτό χώρο, όπως πχ στο παιχνίδι σε μια πλατεία ή το καλοκαίρι στη θάλασσα.
Το ταξινομικό σύστημα της αμερικάνικης ψυχιατρικής εταιρείας, το γνωστό DSM IV, βάσει του οποίου τίθεται η διάγνωση του Adhd, δείχνει πώς είναι δύσκολο να τεθεί αυτή η διάγνωση κάτω από την ηλικία των 4-5 ετών, δεδομένου ότι, μέχρι τότε, τα συμπτώματα αυτά αποτελούν συχνό χαρακτηριστικό των παδιών. Αυτό, αντίθετα, που πρέπει να μπει σε ερωτηματικό είναι το πώς το σχολικό σύστημα της συγκεκριμένης κοινωνίας αντιλαμβάνεται και δίνει υπερβολική έμφαση σε μια πραγματικότητα που δεν είναι πάντα παθολογική. Τα αποτελέσματα της αμφεταμίνης μπορεί ν’ ανταποκρίνονται στο όνειρο ενός δασκάλου να έχει παιδιά με επάρκεια, εύστροφα, προσεχτικά. Αυτό που χρειάζεται, επομένως, είναι ν αναρωτηθεί κανείς – και όχι μόνο στην Ιταλία – είναι πώς λειτουργεί το σχολείο, τα επίπεδα της ανεκτικότητας του, οι ακαμψίες του, έτσι ώστε να μπορεί πραγματικά ν’ αναγνωριστεί ο πληθυσμός που έχει πραγματικά παθολογικό πρόβλημα, στο οποίο, εν πάσει περιπτώσει, δεν μπορεί να είναι η ριταλίνη η πρώτη επιλογή, αλλά ούτε και η τελευταία (ψυχολογικές και οικογενειακές θεραπείες φαίνεται να έχουν καλλίτερα αποτελέσματα, ιδιαίτερα στην παιδική ηλικία).
Αλλά, προφανώς και στην Ιταλία η επανείσοδος της ριταλίνης στην κυκλοφορία δεν είναι, όπως φαίνεται, παρά η αρχή. Οι φαρμακευτικές εταιρείες, σε συνεργασία με πανεπιστημιακές κλινικές, έχουν ήδη αρχίσει εκστρατεία για την Franco Basagliaδοκιμασία της χρήσης των αντιψυχωτικών και των αντικαταθλιπτικών στα παιδιά και στους εφήβους, όπως αναφέρει το ντοκουμέντο του Οκτώβρη 2003 του Forum Salute Mentale, μιας πανιταλικής συσπείρωσης επαγγελματιών ψυχικής υγείας, που προέρχονται από το κίνημα της Δημοκρατικής Ψυχιατρικής, που ιδρύθηκε την εποχή του Franco Basaglia στη δεκαετία του 70.
«Το φαρμακολογικό μοντέλο», λέει το ντοκουμέντο, έχει καταντήσει κάθε άλλη θεραπευτική παρέμβαση απλή γαρνιτούρα στο «κύριο πιάτο» που είναι το φάρμακο. Μερικοί γιατροί έχουν αρνηθεί να εφαρμόζουν πιο συνθετικές θεραπείες, με αντάλλαγμα μια, πέραν αμφισβήτησης, πρωτοκαθεδρία του φαρμάκου μέσα στις υπηρεσίες και μια νέα επαγγελματική εικόνα «λευκής μπλούζας» και «ειδικού του εγκεφάλου». Επιπρόσθετα, πέραν αυτών, οι πολυεθνικές του φάρμακου, χρηματοδοτώντας πανεπιστημιακές έρευνες, παρεμβαίνουν ακόμα και στα στατιστικο-διαγνωστικά εγχειρίδια». (33)

Φαρμακευτικές εταιρείες και ψυχιατρικές διαγνώσεις

Αυτό το τελευταίο είναι εξαιρετικά σημαντικό γιατί δείχνει πώς οι πολυεθνικές του φάρμακου επηρεάζουν και διαμορφώνουν την ίδια την σύγχρονη ψυχιατρική νοσολογία, τον τρόπο που αρθρώνεται σε νοσολογική οντότητα ο ανθρώπινος ψυχικός πόνος, έτσι ώστε να ταιριάζει στα επενδυτικά τους σχέδια και στην κερδοφορία των επιχειρήσεών τους. Δείχνει πώς οι φαρμακευτικές εταιρείες συμμετέχουν στην διαμόρφωση της τρέχουσας κουλτούρας, όχι μόνο των ψυχιάτρων, αλλά και του τρόπου (μονοδιάστατου και απλοποιητικού) που οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται την ίδια τους τη δυσφορία και τον ψυχικό τους πόνο : ως αντικείμενο και όχι ως αντίφαση της ύπαρξης.
Η μεπροβαμάτη (Miltown της Wallace, Equanil της Wyeth) πρώτα, στη δεκαετία του 50 και το Valium (της Hoffmann-La Roche) και οι αδελφές του βενζοδιαζεπίνες, στη δεκαετία του 60, είχαν προκαλέσει, στην εποχή τους, μια φρενίτιδα για το «μαγικό χάπι» που αντιμετωπίζει το άγχος και «ηρεμεί». Μια φρενίτιδα που, ωστόσο, σε τίποτα δεν συγκρίνεται με την εποχή του Prosac (Ladose).(34)
BurnaoutΕκείνη την εποχή, η ένδειξη για τις βενζοδιαζεπίνες ήταν το άγχος και η ήπια κατάθλιψη. Ενώ, όμως, η δημοτικότητα του Valium είχε φτάσει στα ύψη (παρά τις παρενέργειες των βενζοδιαζεπινών, που, στο μεταξύ, ήρθαν στη επιφάνεια – κυριότερη, ανάμεσά τους, ο εξαρτησιογόνος χαρακτήρας τους) οι φαρμακοβιομήχανοι άρχισαν να συνειδητοποιούν ότι εδώ ήταν οι αγορές του μέλλοντος. Καθώς γινόταν φανερό ότι είχε ανοίξει μια χρυσοφόρα εποχή για τις πολυεθνικές του φάρμακου, που στρέφονται, πλέον, όλο και περισσότερο στα ψυχοφάρμακα, άρχισαν, παράλληλα, να παρεμβαίνουν και να διαστρέφουν το ίδιο το διαγνωστικό σύστημα της ψυχιατρικής. Στην προσπάθειά τους ν’ ανοίξουν χώρους στην αγορά, οι φαρμακευτικές εταιρείες άρχισαν να φουσκώνουν κάποιες διαγνωστικές κατηγορίες. Μια ορισμένη διαταραχή θα μπορούσε να έχει παρατηρηθεί σπάνια, μέχρις ότου μια φαρμακοβιομηχανία ανακοινώνει ότι κατέχει το φάρμακο για την θεραπεία της, μετά το οποίο, η διαταραχή γίνεται ξαφνικά
επιδημία. Όπως έχει γράψει ο βρετανός David Healy : «Όπως συχνά συμβαίνει στην ιατρική, η διαθεσιμότητα μιας θεραπείας, οδηγεί στην αύξηση της αναγνώρισης της διαταραχής, που θα μπορούσε να ευεργετηθεί από αυτή τη θεραπεία. (35)
Είναι χαρακτηριστικό το παράδειγμα της «διαταραχής πανικού», όπως το αφηγείται ο Ε. Shorter. (36)
Παραδοσιακά η ψυχιατρική θεωρούσε τον πανικό μέρος της «αγχώδους νεύρωσης» (χαρακτηριζόμενης ως υπερβολικό άγχος, που μπορεί να φτάσει μέχρι τον πανικό και συνδεόμενης, συχνά, με σωματικά συμπτώματα), σύμφωνα, τουλάχιστον, με το ταξινομικό σύστημα DSM II (1968). Το 1964, μια εργασία ενός Αμερικάνου πανεπιστημιακού ερευνητή, του Donald Klein, που χρηματοδότησαν η Geigy και η SmithKline & French, συμπέρανε ότι ο πανικός είναι μια διαφορετική νοσολογική οντότητα από το άγχος και ότι θα μπορούσε να προλάβει κανείς τις κρίσεις, αν συνέχιζε να παίρνει φαρμακευτική αγωγή. Ο Klein ήταν μέλος της ομάδας εργασίας για την συγκρότηση του DSM III, που δημοσιεύτηκε το 1980 και στο οποίο κατάφερε να περάσει την «διαταραχή πανικού» ως ξεχωριστή νοσολογική οντότητα, χαρακτηριζόμενη από «αιφνίδια έναρξη έντονου τρόμου, με φυσικά σημεία, όπως εφίδρωση και λιποθυμία».
Τον επόμενο χρόνο, η Upjohn Company του Michigan έριξε στην αγορά μια νέα βενζοδιαζεπίνη, την αλπραζολάμη (Xanax), και καθώς η αγορά των βενζοδιαζεπινών βούλιαζε, εκείνη τη περίοδο, η Upjohn παρουσίασε την δική της βενζοδιαζεπίνη ως ειδική για την «διαταραχή του πανικού» Στην δεκαετία του 80, η Upjohn χρηματοδότησε εκτεταμένες έρευνες για να εγκαθιδρύσει την «διαταραχή πανικού» ως πραγματικά ανεξάρτητη διαταραχή, για την οποία η αλπραζολάμη έκανε θαύματα χωρίς, ωστόσο, τα αποτελέσματα των ερευνών να είναι και πολύ πειστικά. Στην δεκαετία του 90, το Xanax ήταν ένα από τα πιο χρησιμοποιούμενα φάρμακα στις ΗΠΑ και οι ψυχίατροι το χορηγούσαν πιστεύοντας ότι ενεργούν επιστημονικά και ότι το Xanax έδινε την μοναδική ελπίδα στην επιδημία «διαταραχής πανικού», που είχε, σαρώσει τις ΗΠΑ. Πολλοί ονόμασαν, τότε, τον πανικό «νόσο της Upjohn».(37)

Επιτέλους το φάρμακο για κάθε νοικοκυριό

Καθώς η ψυχιατρική διάγνωση χειραγωγούνταν, όλο και περισσότερο, από τις φαρμακευτικές εταιρείες, ήρθε το Prosac, που έμελλε να γίνει το φάρμακο που δεν έλειπε από κανένα νοικοκυριό, αφού, μεταξύ άλλων, αδυνατίζει (και μάλιστα διαφημίστηκε ως τέτοιο). (38)
Όταν κυκλοφόρησε το Valium, τόσο οι ασθενείς, όσο και οι γιατροί τους ήταν πρόθυμοι ν αναγνωρίσουν τη δυσφορία τους ως άγχος, αφού υπήρχε ένα αποτελεσματικό φάρμακο να το καταπολεμά. Όταν έφτασε στο προσκήνιο το Prosac, ένα φάρμακο για την κατάθλιψη, η έμφαση έπεσε στην κατάθλιψη ως την κύρια μορφή δυσφορίας.
1Τρία χρόνια μετά την κυκλοφορία του Prosac, δημοσιεύονται εργασίες που το βρίσκουν αποτελεσματικό σε μια σειρά διαταραχές, όπως «διαταραχή πανικού», «καταπληξία» (drop attac). Αφού όλα αυτά απαντούν στο Prosac, πρέπει να έχουν κάτι κοινό, ίσως ν’ αποτελούν μέρος μιας «Διαταραχής του Συναισθηματικού Φάσματος» (Affective Spectrum Disorder ASD).(39)
Αυτό που ακολούθησε ήταν μια ενορχηστρωμένη, από τα ΜΜΕ, εκστρατεία, ότι το Prosac ήταν η πανάκεια για την αντιμετώπιση όλων των προβλημάτων ζωής, ακόμα και με απουσία ψυχικής αρρώστιας. Η περίπτωση του Prosac δείχνει πώς ένα φάρμακο, που μπορεί να είχε προσόντα σε σχέση με τα προηγούμενα (κυρίως όσον αφορά τις παρενέργειες), μπορεί να μετατραπεί στο μαγικό χάπι που θεραπεύει κάθε αρρώστια και κάθε ανθρώπινη οδύνη. (40) Αυτό δεν θα ήταν δυνατό χωρίς την ενσωμάτωση της κλινικής ψυχιατρικής στην εταιρική κουλτούρα των φαρμακοβιομηχανιών, με συνέπεια ν’ αποτελεί (η ψυχιατρική) τον κύριο προαγωγό της κουλτούρας του φαρμακολογικού ηδονισμού, που είναι μια μορφή κοινωνικού ελέγχου- καθώς εκατομμύρια άνθρωποι, που δεν είχαν καμιά επίσημη ψυχιατρική διαταραχή, εκλιπαρούσαν για την νέα ουσία γιατί ελάφρυνε το βάρος της αυτοσυνείδησης και της προσωπικής τους ευθύνης, ενώ, ταυτόχρονα, τους επέτρεπε ν’ αδυνατίσουν
Όπως αναφέραμε παραπάνω, άρχισαν να έρχονται στο κέντρο της προσοχής οι επικίνδυνες παρενέργειές τους, εξ ού και ο αγώνας τους ν’ αυξήσουν τα μερίδιά τους στην αγορά με νέα, εξίσου αβέβαια (πέραν πάσης δυνατότητας για μια πραγματικά ασφαλή και αδέκαστη επιστημονική τεκμηρίωση) σκευάσματα, με την φρενήρη είσοδο στην αγορά ολοένα καινούργιων αντιψυχωτικών (με δραστικότητα πολύ κατώτερη των προσδοκιών) και με την κρατική ενίσχυση (σχέδιο ΤΜΑΡ του Μπους) για την περαιτέρω προώθηση των πωλήσεών τους σε ολοένα ευρύτερα στρώματα του πληθυσμού.

…Και στην Ελλάδα

Στην Ελλάδα λείπει, δυστυχώς, ο ευρύτερος και πολυεπίπεδος προβληματισμός γύρο από το ψυχοφάρμακο, όπως και γύρο από πολλά άλλα. Παρά τις εξαιρέσεις, η πλειοψηφία του ψυχιατρικού νοσοκομειακού και εξωνοσοκομειακού συστήματος (δημόσιου και ιδιωτικού) λειτουργεί διαμέσου του ψυχοφαρμάκου ως του «κύριου (και συχνά, μόνου) πιάτου»
Εκτός από μεμονωμένες φωνές, το πράγμα λειτουργεί χωρίς θεαματικές καταστάσεις, με το πανεπιστήμιο να προβάλλει μονόπλευρα τα «νέα ατράνταχτα δεδομένα» της βιολογίας και τις φοβερές ιδιότητες του τάδε νέου ψυχοφάρμακου (που, φυσικά, σπανίως έχει και κάποια παρενέργεια), με το σύνηθες πλέγμα για τον επηρεασμό των ψυχιάτρων (του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα) από τις εταιρείες, με τα δωράκια, τα ταξιδάκια, την ψευδοεπιστημονική ενημέρωση μετά γευμάτων σε κοσμικά εστιατόρια, με τα πρωτόκολλα δοκιμής των νέων (ή και λίγο παλιότερων) φαρμάκων στους ασθενείς (με την παρότρυνση να διακοπεί το φάρμακο που έπαιρναν έως τώρα για να δοκιμαστεί το καινούργιο), ενίοτε και με «άλλα».

Το σύντομο συμπέρασμα

Οσο το φάρμακο παραμένει μια καπιταλιστική επιχείρηση με σκοπό το κέρδος και όσο δεν αναπτύσσεται μια αντίσταση των επαγγελματιών ψυχικής υγείας και της ευρύτερης κοινωνίας, η κατάσταση αυτή όχι μόνο δεν πρόκειται ν αλλάξει, αλλά, αντίθετα, θα επιδεινωθεί – με σοβαρές συνέπειες για την σύγχρονη ψυχιατρική, τον κοινωνικό της ρόλο και το πραγματικό θεραπευτικό της δυναμικό, αλλά και για την κοινωνία ολόκληρη.

ΥΓ. Στις 15 Φεβρουάριου 2005 η «Ελευθεροτυπία» δημοσίευσε την είδηση της κυκλοφορίας και στην Ελλάδα, μετά από έγκριση του ΕΟΦ, της μορφής της ριταλίνης που χορηγείται μια φορά την ημέρα (Μεθυλφαινιδάτη OROS), σε παιδιά 6 έως 12 ετών και εφήβους, όπου τίθεται η διάγνωση της «Διαταραχής Ελλειματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας» (Adhd). Υπολογίζεται ότι το 3-7% του μαθητικού πληθυσμού πάσχει από Adhd – δηλαδή ένας στους είκοσι μαθητές πρέπει να πάρει το φάρμακο (!!!), «διαφορετικά θα έχουν επιπτώσεις στην μετέπειτα ενήλικη ζωή τους».

Θ. Μεγαλοοικονόμου

*Αναδημοσίευση από το περιοδικό «Κοινωνία και Ψυχική Υγεία»

ΠΗΓΕΣ :
1. Irvin Μ. Cohen, «The benzodiazepines», in Ayd «Discoveries in Biological Psychiatry», σελ 130.
2. Εισήγηση στην πρώτη σύνοδο του Forum Salute Mentale, 16 Οκτώβρη 2003, στη Ρώμη.
3. Jeanne Lenzer, «Bush plans to screen whole US population for mental illness», British Medical Journal, 19 Ιουνίου 2004, 328:1458.
4. οππ
5. οππ
6. The New American « No child left unmedicated?» 12 Ιουλίου 2004.
7. Jeanne Lenzer, BMJ, οππ
8. οππ
9. οππ
10. The Allen Jones whistleblower report, 20 Γενάρη 2004 & BMJ, οππ
11. Bruce Levine «Eli Lilly and the Bush family the deseasing of our malaise» στην ιστοσελίδα La leva Di Archimede.
12. Ron Strom, «forced mental screening hits roadblock in Housed,» 9 Σεπτέμβρη 2004, WorldNetDaily.com.
13. οππ
14. οππ και «The New American», οππ
15. Bruce Levine, οππ
16. οππ
17. οππ
18. οππ
19. οππ
20. οππ
21. οππ
22. Antony Barnett, «Revealed how drug firms hoodwink medical journals / «Pharmaceutical giants hire ghostwriters to produce articles-then put doctors names on them», The Observer, 7 Δεκέμβρη 2003.
23. οππ
24. οππ
26. FDA talk paper, 22 Μάρτη 2004, OFDA issues Public Health Advisory on Cautions for the use of Antidepressants in Adults and Children.
27. Marilyn Elias, USA TODAY, 18 Οκτώβρη 2004.
28. Gardiner Harris, «Antiderpessant study seen to back Expert», New York Times, 20 Αυγούστου 2004.
29. Peter R. Breggin : Suicidality, violence and mania caused by serotonin reuptake inhibitors (SSRI^s) : a review and analysis».
30. Peter R. Breggin «The proven dangers of antidepressants στην ιστοσελίδα La Leva Di Archimede».
31. Coordinamento Genitori Democratici e Psichiatria Democratica. Ανακοίνωση Τύπου, 22 Οκτώβρη 2004, Ρώμη : « Οχι ναρκωτικά στα παιδιά, όχι στην κατάχρηση των ψυχοφαρμάκων».
32. Εισήγηση στη πρώτη σύνοδο του Forum Salute Mentale, οππ
33. Gli argomenti del Secondo Forum Per La salute Mentale, στην ιστοσελίδα http://www.Forum Salute Mentale.it
34. Edward Shorter : A History of Psychiatry, ed. John Wiley & Sons, Inc. 1997.
35. David Healy The History of British Psychopharmacology in Hugh Freeman and German E.
Berrios, eds, 150 Years Of British Psychiatry, Vol II, The Aftermath (London, Athlon, 1996).
36. Ed. Shorter, οππ
37. οππ
38. οππ
39. οππ
40. οππ
Θ. Μεγάλοοικονόμου

Κατηγορίες:Ψυχιατρική

Tagged as: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s