Λογοτεχνία

«Ο Πατούχας» του I. Κονδυλάκη

Έρευνα της φοιτήτριας Μαρίας Τσώνη, με θέμα: «Ο ρόλος του εκπαιδευτικού μέσα από τη λογοτεχνία», δημοσιευμένη στο βιβλίο του Δημήτρη Τσαρδάκη «Η κοινωνική θεωρία των ρόλων», εκδόσεις Σκαραβαίος, 1992

Η ενασχόλησή μου με το βιβλίο του Ιωάννη Κονδυλάκη «Ο Πατούχας» δεν αποτελεί μία ακόμη φιλολογική ανάλυση του έργου. Δεν θα με απασχολήσει εδώ η πυκνή αφήγηση, ο ζωηρός διάλογος, οι ιδιωματικές εκφράσεις και ο πλούτος των λαογραφικών στοιχείων του λογοτεχνήματος. Το ενδιαφέρον αυτής της εργασίας θα στραφεί γύρω από το ρόλο του δασκάλου, την Κρήτη πριν από την απελευθέρωση του νησιού από τους Τούρκους, όπως παρουσιάζεται από το συγγραφέα.
Ήρωας αυτής της θαυμάσιας Κρητικής ηθογραφίας του Κονδυλάκη είναι ο Μανώλης Σαϊτονικολής, ένας δεκαοχτάχρονος, νέος ο οποίος «επαρουσιάσθει άξαφνα μιαν Κυριακήν του 1863» στο χωριό του, ύστερα από απουσία πολλών ετών και με την συμπεριφορά του και τους ιδιόρρυθμους τρόπους του έκανε αισθητή την παρουσία του, δημιουργώντας αντιπάθειες και έχθρες, προσελκύοντας σχόλια και εμπαιγμούς.
Ο Μανώλης ο επονομαζόμενος Πατούχας, επειδή είχε μεγάλα και πλατιά πόδια, μέχρι εκείνη την Κυριακή ζούσε στα βουνά ως βοσκός, μακρά από τους ανθρώπους, με μοναδική παρέα τα ζώα του και δύο τρεις άλλους βοσκούς. Στο χωριό κατέβαινε μονάχα για να μεταλάβει, αλλά ακόμη και τότε πήγαινε νύχτα στην εκκλησία και έφευγε αμέσως μόλις τελείωνε η λειτουργία.
Ο λόγος γι’ αυτή του την απομόνωση ήταν φανερός σε όλους: Ο Μανώλης φοβόταν τρομερά τους ανθρώπους. «Άμα ευρίσκεται μεταξύ ανθρώπων, λέει ο Κονδυλάκης, τάχανε κέκανε σαν αγριότραγος που κυττάζει από που να φύγει»².
Ο Πατούχας έτρεμε τους ανθρώπους καθέναν χωριστά κι όλους μαζί από μικρό παιδί. Από τότε που πήγε στο σχολείο. Από την ώρα που πιέσθηκε να ανεχθεί για δάσκαλο «έναν καλόγηρον, όστις προ ολίγου είχεν ανοίξει σχολείον, όπου έδιδε περισσοτέρους ραβδισμούς παρά μαθήματα»¹, από τότε που αναγκάσθηκε να αποδράσει από εκείνον τον τόπο του μαρτυρίου και να καταφύγει στα βουνά για να σωθεί από τις συνεχείς τιμωρίες, το ξύλο και τα απάνθρωπα βασανιστήρια που εφάρμοζε ο εν λόγω «δάσκαλος». Και το «απάνθρωπα» δεν είναι τρόπος του λέγειν απ’ τη στιγμή που ο καλόγηρος έσπαζε δεκάδες ράβδους στην πλάτη των μαθητών του και που έφθανε ακόμη στο σημείο να τους κάνει φάλαγγα για …. να μάθουν την άλφα-βήτα!
Λευκά Όρη-Χρήστος ΤσαντήςΣτην ερημιά και τη σιωπή των βουνών και των χειμαδιών ο Μανώλης δεν άργησε να εξαγριωθεί τελείως, φοβόταν με το δέος του άγριου ζώου όταν έβλεπε άνθρωπο κι όπως εκείνο, ήταν έτοιμος να τραπεί σε φυγή ή να κρυφτεί. Οι άνθρωποι, το χωριό, και προπάντων το σχολείο ήταν σκιάχτρα τρομερά, φόβητρα απαίσια γι’ αυτόν. Η γνώμη του εκφράζεται έντονα μέσα απ’ τα λόγια του που απευθύνονται στα πρόβατά του και στα σκυλιά του, τα οποία είχε εξανθρωπίσει και τα είχε κάνει φίλους του: «Αι, μωρέ παιδιά, κακά πούναι στο χωριό σα σε βάλουνε και στο σκολειό! Κατέχετε είντανε το σκολειό: Ένα σπίτι που πάνε κάθε μέρα τα κοπέλλια κι εκ’ είν’ ένας καλόγερος που τόνε λένε δάσκαλο, και τα δέρνει».(4) Χαρακτηριστικότερη περιγραφή για τη λειτουργία του σχολείου και το ρόλο του δασκάλου της εποχής δεν θα μπορούσε να υπάρξει.
Ο ρόλος όμως του καθενός και φυσικά του δασκάλου του Μανώλη και κάθε δασκάλου «σαν το σύνολο της συμπεριφοράς του ατόμου μέσα στην κοινωνία που δικαιούνται οι άλλοι να προσδοκούν απ’ αυτό»(5) για να είναι λειτουργικός πρέπει να είναι και αποδεκτός. Και θα αναρωτιόταν, δίκαια, κανείς κατά πόσο η συμπεριφορά του δασκάλου του Μανώλη ήταν αυτή που οι άλλοι προσδοκούσαν απ’ αυτόν. Πώς θα μπορούσαν οι γονείς των παιδιών, οι λόγιοι του τόπου, οι αρχές κλπ. όχι μόνο να ανέχονται αλλά και να θεωρούν σωστούς τους ανελέητους ξυλοδαρμούς, τα σωματικά βασανιστήρια, την ψυχολογική πίεση και τους εξευτελισμούς που ασκούσε αυτό στα παιδιά;
Και όμως έτσι ήταν «Μόνο τα κόκαλα γερά, δάσκαλε»(6), ήταν η φοβερή εντολή του πατέρα του Μανώλη προς τον καλόγερο. Και εκείνος ακολούθησε με τη μεγαλύτερη ευσυνειδησία αυτή την εντολή, κάνοντας το παιδί να μισήσει όχι μόνο αυτόν, τον «κακό άνθρωπο»(7), όπως τον λέει αλλά και κατ’ επέκταση και κάθε άλλο άνθρωπο για χρόνια ολόκληρα.
Ο καλόγηρος-δάσκαλος του Μανώλη είναι χαρακτηριστικός εκπρόσωπος της «παλιάς παιδαγωγικής» όπως τη λέμε, το πνεύμα της οποίας είναι ταυτισμένο με μια μακρόχρονη περίοδο που φτάνει μέχρι τις παρυφές του αιώνα μας και συμπίπτει με την άποψη πως η αγωγή του παιδιού μπορεί να εικονισθεί με το γέμισμα «κενού δοχείου». Αποτέλεσμα αυτής της προσπάθειας «γεμίσματος» είναι η μετάδοση ξερής γνώσης, η οποία παρέχεται από το δάσκαλο δογματικά και λαμβάνεται από το μαθητή άκριτα.
κοινωνική θεωρία των ρόλωνΤο πρόβλημα είναι, πως ακόμα κι έτσι δεν είναι πάντοτε σίγουρο πως θα γίνει η πρόσληψη αυτής της γνώσης, πως θα γεμίσει τελικά το κεφάλι – άδειο δοχείο – του μαθητή. Σ’ αυτή την περίπτωση ο δάσκαλος πρέπει να λάβει δραστικά μέτρα για να επιτευχθεί ο στόχος.
Αυτά τα «δραστικά” μέτρα ξεκινούν από κάποιες «δευτερεύουσες τιμωρίες»(8) όπως τις ονομάζει ο Κονδυλάκης, περνούν στους ξυλοδαρμούς και φτάνουν μέχρι τα ανελέητα σωματικά βασανιστήρια. Απώτερος σκοπός τους είναι να μάθουν τα παιδιά γράμματα και να «γίνουν άνθρωποι».
Και φτάνουμε εδώ να θυμηθούμε τα πικρά – ειρωνικά λόγια του Καζαντζάκη στο βιβλίο του «αναφορά στον Γκρέκο”: «Και περιμέναμε όλοι, δάσκαλοι και μαθητές, πότε με το πολύ ξύλο, θα γίνουμε άνθρωποι»(9).
Αυτή ήταν η λογική, η φιλοσοφία και η άποψη της παιδαγωγικής για το ρόλο του δασκάλου και το σκοπό του διδακτικού του έργου εκείνη την εποχή. Μια εποχή σαφώς προσδιορισμένη από τον Κονδυλάκη: Χρόνια δίσεκτα, αμαυρωμένα από την παρουσία των Τούρκων στην Κρήτη. Χρόνια που οι Χριστιανοί έστω και αν δεν ήταν «οι προ του 21 ραγιάδες είχον ακόμη το συναίσθημα του θέσει υποδεέστερου»(10) και το βαθύτερο πόθο να αναγκάσουν το συντομότερο τους Τούρκους «να φύγουν στην Κόκκινη Μηλιά».(11)
Χρόνια τέλος που είχαν κάνει τους σκλάβους να συνειδητοποιήσουν πως για να πετύχουν την απελευθέρωσή τους δεν έφταναν τα όπλα και τα ανδραγαθήματα στα πεδία των μαχών, έπρεπε να ξέρουν και γράμματα, έπρεπε να νικήσουν και στον πνευματικό χώρο τον κατακτητή, γιατί μόνο έτσι η πολυπόθητη ελευθερία θα είχε και διάρκεια.
Ο δάσκαλος, λοιπόν, που απ’ ό,τι φαίνεται από το κείμενο στα χρόνια στα οποία αναφέρεται το βιβλίο, οι Τούρκοι του είχαν επιτρέψει να ασκεί κάπως ελεύθερα το επάγγελμά του, μια και ήταν ο μόνος άνθρωπος που μπορούσε να τους μάθει αυτά τα «γράμματα» είχε ουσιαστικά και το ρόλο αυτού που εργάζεται για την απελευθέρωση, όπως επίσης και το ρόλο του σωτήρα από την παρακμή, και του θεματοφύλακα των αξιών και των παραδόσεων της φυλής, τις οποίες και φρόντιζε να μεταδίδει στις επόμενες γενιές, διαφυλάττοντας έτσι την πολιτισμική, ιστορική, θρησκευτική κλπ. ταυτότητα της φυλής.
Όλα αυτά του έδιναν επιπρόσθετο κύρος και αίγλη. Όχι πως διαφορετικά δεν είχε ένα κάποιο κύρος. Ο ρόλος του ως χορηγού γνώσεων, που ουσιαστικά σήμαινε ότι αυτός γνώριζε περισσότερα από τους υπόλοιπους, σήμαινε ότι αυτός γνώριζε περισσότερα από τους υπόλοιπους για να μπορεί και να δίνει γνώσεις, ο ρόλος του γνώστη δηλαδή, ήδη του είχε χαρίσει ένα υψηλότερο status αφού οι υπόλοιποι ήταν αγράμματοι εντελώς ή σχεδόν αγράμματοι. Αυτός ήταν ο λόγιος της εποχής, ο σοφός, ο γνωρίζων. Από αυτό του το ρόλο αντλούσε το κύρος του και από αυτό την εξουσία του. Δεν έχει σημασία αν τα γράμματα που ήξερε ήταν ουσιαστικά «κολλυβογράμματα» και αν όπως στην περίπτωση του καλόγερου «εδίδασκε μόνο τα κοινά η εκκλησιαστικά λεγάμενα γράμματα και κατήρτιζεν αναγνώστας δυναμένους να ψάλλουν εις την εκκλησίαν»(12), η ουσία ήταν πως κάτω από τον Τουρκικό ζυγό και αυτά πολλά ήταν και κανείς δεν ήξερε και περισσότερα.
Έτσι, μέσα στο σχολικό πλαίσιο οι ρόλοι προϋπήρχαν και ήταν φανερά επιβεβλημένοι σαν άνισοι από τον πολιτιστικό και κοινωνικό περίγυρο. Μέσα στο σχολείο ο δάσκαλος ήταν ο μοναδικός φορέας της εξουσίας, ο δότης γνώσεων, ο ανώτερος, ο ισχυρός και ο τιμητής. Αυτός που ελέγχει, απαιτεί, αξιολογεί, τιμωρεί, αυτός που τελικά κάνει το μαθητή να υιοθετήσει τον ακριβώς αντίθετο ρόλο. Το ρόλο του επαναστατημένου απέναντι στο status της εξουσίας του δάσκαλου. Το ρόλο αυτού που περιφρονεί θεσμούς και πρόσωπα, που τελικά απελευθερώνεται δραπετεύοντας από το κολαστήριο που φέρει το όνομα σχολείο.
Ο ΠατούχαςΟ Μανώλης λοιπόν «εκσφενδονίσας κατά του διδασκάλου την επί καλάμου προσηρμοσμένην φυλλάδα, ετράπη εις φυγήν»(13) και δεν γύρισε πίσω αλλά διατήρησε βαθιά μέσα του φόβο και μίσος μεγάλο για το δάσκαλο και το σχολείο του. Αυτό φαίνεται καθαρά και από ένα επεισόδιο που έγινε πολλά χρόνια αργότερα όταν ο Μανώλης επέστρεψε στο χωριό ύστερα από απουσία πολλών χρόνων, όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως και χρειάσθηκε να λάβει μέρος σε κά¬ποια βάφτιση ως ανάδοχος.
Μέσα στον ιερό χώρο της εκκλησίας ξαφνικά ο Μανώλης χλόμιασε σαν να έβλεπε φάντασμα φρικτό. Μπροστά του βρισκόταν ο δάσκαλός του, ο φοβερός καλόγερος. Σκοπός του δεύτερου ήταν απλά να, χαιρετήσει το νέο, που είχε χρόνια πολλά να τον δει, αλλά μόλις ο Μανώλης αντίκρυσε πάλι το βασανιστή του ο τρόμος που του προξένησε ήταν τόσο μεγάλος που έβαλε τις φωνές: «Φύγε! Μη μου σιμώνης! Διάλε τσ’ αποθαμένους σου!»14
Ο Ναός αντιλάλησε τη βλασφημία και οι παριστάμενοι στο μυστήριο έμειναν άναυδοι. Ο πατέρας του Μανώλη προέτρεψε το δάσκαλο να φύγει για να αποτρέψει το χειρότερο μια και ο γιος του είχε ήδη αρπάξει ένα βαρύ εκκλησιαστικό βιβλίο και το είχε υψώσει με απειλητικές για το δάσκαλο διαθέσεις. «Θωρεί ταδά είντα κάμε με το ξύλο και το φάλαγγα» είπε για το δάσκαλο κλείνοντας το επεισόδιο ο γέρο-Σαϊτονικολής.
Τα λόγια του μας βάζουν σε σκέψεις μια και μέσα απ’ αυτά φαίνεται να αποδοκιμάζει την αυταρχική συμπεριφορά του δασκάλου και να κρίνει την αυθεντία του. Η στάση του δασκάλου δεν ανταποκρινόταν απόλυτα στις «προδιαγραφές» του πατέρα του Μανώλη και ίσως και του υπόλοιπου κοινωνικού συνόλου και αυτό γιατί είχε υπερβεί τα δικαιώματά του και δεν είχε εκτιμήσει σωστά τις υποχρεώσεις του. Δηλαδή με το να είναι τόσο πολύ αυταρχικός είχε βγει από τα όρια του ρόλου του, ενός ρόλου που τελικά δεν είχε ποτέ σαφώς οριοθετηθεί. Όμως το «είντα ’καμε» το ξύλο και η φάλαγγα είναι αυτό που απασχολεί και τον Κονδυλάκη. Οι επιπτώσεις δηλαδή που είχαν στην τρυφερή παιδική ψυχή του Μανώλη αυτές οι τιμωρίες. Δεν ασχολείται ο συγγραφέας ιδιαίτερα με το δάσκαλο και με τον ευρύτερο κοινωνικό του ρόλο. Περιορίζεται στο να παρουσιάσει το ρόλο του μέσα στο σχολείο σαν παιδαγωγού, σαν χορηγού γνώσεων, σαν γραμματοδιδάσκαλου, ένα ρόλο, που φυσικά επηρεαζόταν και από άλλους παράγοντες που σχετίζονταν με το γενικότερο και εξωσχολικό πλαίσιο, τους οποίους αναφέραμε και τους οποίους ο συγγραφέας αφήνει να φανούν μέσα από το ροή του κειμένου.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. Ιωάννη Κονδυλάκη, Ο Πατούχας (Αθήνα: Γαλαξίας), σελ. 5
2. ο.π., σ. 5
3. ο.π. σελ. 6
4. ο.π. σελ. 9
5. Αλξ. Β. Κοσμόπουλου, Σχεσιοδυναμική παιδαγωγική του προσώ¬που (Αθήνα: 1983), σελ. 317
6. Ιωάννη Κονδυλάκη, ο.π. σελ. 7
7. ο.π., σ. 7
8. ο.π. σελ. 6
9. Νίκου Καζαντζάκη, Αναφορά στον Γκρέκο (Αθήνα, εκδ. Ελένης Ν. Καζαντζάκη, 1982), σελ. 54
10. Ιωάννη Κονδυλάκη, ο.π. σελ. 26
11. ο.π. σελ. 33
12. ο.π. σελ. 7
14. ο.π. σελ. 48
15. ο.π., σ. 48
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Καζαντζάκη Νίκου, Αναφορά στον Γκρέκο, εκδ. Ελένης Ν. Καζαντζάκη, Αθήνα: 1982
Κονδυλάκη, Ιωάννη, ο Πατούχας, εκδ. Γαλαξίας, Αθήνα Κοσμόπουλου, Αλεξάνδρου Β: Σχεσιοδυναμική παιδαγωγική του προσώπου, Αθήνα 1983.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s