Βιβλία

Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες «Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας»

Γκαμπριέλ Γκαρσία ΜάρκεςΜετάφραση από τα Ισπανικά: Κλαίτη Σωτηριάδου-Μπαράχας
Ήταν αναπόφευκτο: η μυρωδιά από πικραμύγδαλα του θύμιζε άτυχους έρωτες. Ο γιατρός Χουβενάλ Ουρμπίνο την ένιωσε από τη στιγμή που μπήκε μες στο σκοτεινό ακόμα σπίτι, όπου είχε τρέξει βιαστικά για ν’ ασχοληθεί με μια περίπτωση που από χρόνια είχε πάψει να είναι επείγουσα. Ο Χερεμία δε Σαιντ Αμούρ, πρόσφυγας από τις Αντίλλες, ανάπηρος από τον πόλεμο, φωτογράφος για παιδιά κι ο πιο πονετικός του αντίπαλος στο σκάκι, είχε ξεφύγει μια για πάντα από τα βασανιστήρια της μνήμης, με αναθυμιάσεις από υδροκυανιούχο χρυσό.
Βρήκε το πτώμα σκεπασμένο με μια κουβέρτα, στο ράντσο που κοιμόταν πάντα, κοντά σ’ ένα σκαμνί με μια μικρή λεκάνη που ο νεκρός είχε μεταχειριστεί για να εξατμίσει το δηλητήριο. Στο πάτωμα, δεμένο στο πόδι του ράντσου, βρισκόταν το ξαπλωμένο σώμα ενός μεγάλου μαύρου δανέζικου σκύλου με χιονάτο στήθος κι από κοντά οι πατερίτσες. Το δωμάτιο, που χρησίμευε για κρεβατοκάμαρα και εργαστήριο ταυτόχρονα, πνιγηρό και στενάχωρο, μόλις είχε αρχίσει να φωτίζεται από τη λάμψη της αυγής μέσα από τ’ ανοιχτό παράθυρο, αλλά το φως ήταν αρκετό για ν’ αναγνωρίσει την εξουσία του θανάτου. Τ’ άλλα παράθυρα, καθώς κι όλα τ’ ανοίγματα στο δωμάτιο, ήταν κλεισμένα με κουρέλια ή σφραγισμένα με μαύρα χαρτόνια κι αυτό έκανε ακόμα πιο μαύρο το καταπιεστικό μισοσκόταδο. Υπήρχε ένα τραπέζι φορτωμένο με βάζα και δοχεία χωρίς ετικέτες και δυο μικρές λεκάνες από ξεφτισμένο κασσίτερο, κάτω από ένα συνηθισμένο γλόμπο σκεπασμένο με κόκκινο χαρτί. Η τρίτη λεκάνη, με το στερεωτικό υγρό, ήταν αυτή που βρισκόταν κοντά στο πτώμα.
Ο έρωτας στα χρόνια της χολέραςΠαντού υπήρχαν περιοδικά και παλιές εφημερίδες, σωροί από αρνητικά μέσα σε γυάλινες θήκες, χαλασμένα έπιπλα, όμως όλα ξεσκονισμένα από κάποιο εργατικό χέρι. Παρόλο που ο αέρας από τ’ ανοιχτό παράθυρο είχε καθαρίσει την ατμόσφαιρα, έμενε ακόμα, για όποιον ήξερε να την αναγνωρίσει, μια μυρωδιά από πικραμύγδαλα, αχνό απομεινάρι από άτυχους έρωτες. Ο γιατρός Χουβενάλ Ουρμπίνο είχε σκεφτεί πολλές φορές, χωρίς καμιά προφητική διάθεση, πως εκείνο το μέρος δεν ήταν κατάλληλο για να πεθάνει κανείς σαν άνθρωπος. Με τον καιρό όμως, κατάληξε να σκέφτεται πως η ακαταστασία του υπάκουε σε κάποιο σκοπό, καθορισμένο ίσως από τη Θεία Πρόνοια.
Ένας αστυνόμος είχε φτάσει πριν απ’ αυτόν, μαζί μ’ ένα φοιτητή της ιατρικής, που έκανε την πρακτική του εξάσκηση στο κοινοτικό ιατρείο κι ήταν αυτοί που άνοιξαν το παράθυρο να πάρει αέρα το δωμάτιο και σκέπασαν το πτώμα, ώσπου να φτάσει ο γιατρός Ουρμπίνο.
Τον χαιρέτησαν κι οι δυο πολύ σοβαρά, τη φορά αυτή περισσότερο για συλλυπητήρια παρά από σεβασμό, μιας κι όλοι γνώριζαν τη μεγάλη του φιλία με το Χερεμία δε Σαιντ Αμούρ. Ο διάσημος καθηγητής έσφιξε το χέρι τους, όπως έκανε πάντα με τους φοιτητές του πριν αρχίσει το μάθημα της Γενικής Παθολογίας κι ύστερα έπιασε την άκρη της κουβέρτας με τ’ ακροδάχτυλά του, λες κι ήταν ένα λουλούδι και με τελετουργική σχολαστικότητα ξεσκέπασε το πτώμα από πάνω ως κάτω. Ήταν τελείως γυμνό, άκαμπτο και παραμορφωμένο, μ’ ανοιχτά μάτια και γαλαζωπό δέρμα και σχεδόν πενήντα χρόνια πιο γερασμένο απ’ ότι το προηγούμενο βράδυ. Οι κόρες των ματιών του ήταν διαφανείς, τα γένια και τα μαλλιά κιτρινωπά, ενώ μια παλιά πληγή, ραμμένη με σακοράφα, διέσχιζε την κοιλιά του. Το στήθος κι η πλάτη του ήταν γεροδεμένα, όλο μυώνες, όπως των κωπηλατών, από την προσπάθεια που χρειαζόταν για τα δεκανίκια, αλλά τ’ άχρηστα πόδια του έμοιαζαν παιδικά. Ο γιατρός Χουβενάλ Ουρμπίνο τον κοίταξε για λίγο λυπημένα, όπως πολύ λίγες φορές είχε χάνει στην άκαρπη αναμέτρησή του με το θάνατο.
«Ανόητε», του είπε. «Τώρα πια το χειρότερο είχε περάσει».
Τον σκέπασε ξανά με την κουβέρτα και ξαναπήρε το ακαδημαϊκό του ύφος. Τον περασμένο χρόνο είχε γιορτάσει τα ογδόντα του χρόνια, μ’ έναν επίσημο πανηγυρισμό που κράτησε τρεις μέρες, και στον ευχαριστήριο λόγο του είχε αντισταθεί για άλλη μια φορά στον πειρασμό ν’ αποσυρθεί. Είχε πει: «Όταν θα πεθάνω, θα έχω χρόνο παραπανίσιο για να ξεκουραστώ, προς το παρόν όμως, αυτό το ενδεχόμενο δε βρίσκεται μες στα σχέδια μου».
Gabriel Garcia Marquez, 1986, «Ο έρωτας στα χρόνια της χολέρας», Αθήνα, Εκδόσεις: Νέα Σύνορα-Α.Α. Λιβάνη».

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s