Λογοτεχνία

«Οικογένεια», Πέτρος Γλέζος (Πέτρος Βαλμάς) & «Πέρνα Σιγά», του Ρήγα Γκόλφη

«Πέρνα Σιγά»
Πέρνα σιγά. Μη θέλεις να ξυπνήσεις
τον κοιμισμένο μου καημό της μάταιης ζήσης,
και μη ζητάς στην αγωνία της σκέψης
τον παλμό της καρδιά μου να μαντέψεις.

Μην τη φοβάσαι την καρδιά πού μάθει
να την ταράζουν σύρριζα τα πάθη
κι ανάμεσα στης τρικυμίας το σάλο
να βγαίνει στο ταξίδι το μεγάλο.

Μα να λυπάσαι την καρδιά που μένει
στο μυστικό της μέσα αποκλεισμένη
και πνίγοντας τον πόθο και την πλάνη
στης αρνησιάς αράζει το λιμάνι».

Ρήγας Γκόλφης

Οικογένεια, διήγημα του Πέτρου Γλέζου (Πέτρος Βαλμάς).

Από τη «Νέα Εστία», Τεύχος 227, 1 Ιουνίου 1936

Η μητέρα μου ήταν κοσμοπολίτισσα. Χρόνια και χρόνια δούλα σ’ αρχοντικά σπίτια της Πόλης, της Αλεξάνδρειας και της Αθήνας. Στο χωριό μας — είχε φύγει σχεδόν παιδάκι — μιλούσανε με θαυμασμό για τα ταξίδια της, τα πλούτη της και την ομορφιά της. Κάπου -κάπου, ύστερ’ από χρόνων απουσία, έφτανε ξαφνικά, χωρίς κανείς να την περιμένει, για να μείνει λίγες μέρες κοντά στη γριά τη μάνα της.
Το λιμάνι στο ΚατάκολοΣηκωνόταν όλος ο τόπος στο πόδι με τον ερχομό της. Στα λιμάνι της χώρας οι βαρκάρηδες, που ξέρανε την απλοχεριά της, σκοτωνόντανε ποιός θα βγάλει απ’ το βαπόρι τα πολλά μπαούλα της, κ’ οι αγωγιάτες ποιός θα προφτάσει να πάρει την υπόσχεσή της για τ’ αγώι. Μοίραζε σ’ όλους λεφτά κ’ ησύχαζαν, έκανε το τραπέζι στους χωριανούς πού τύχαιναν την ημέρα εκείνη για δουλειές στην πρωτεύουσα, και το δειλινό, που ξεκινούσαν τα μουλάρια για το χωριό, μια συνοδεία χωρικών τη συντρόφευε.
Πολλοί απ’ αυτούς καθυστερούσαν την αναχώρησή τους, μ’ όλο που μπορούσαν να φύγουν πιο νωρίς, για να χαρούν στο μακρύ δρόμο τη συντροφιά της. Περπατούσαν γύρω στο μουλάρι της και της κουβέντιαζαν λαχανιασμένοι απ’ τ’ ανηφόρι. Είχε για όλους ένα καλό λόγο, ένα αστείο, μια παρηγοριά.
Στο χωριό φτάνανε το βράδυ. Η μητέρα μου ανέβαινε απ’ τον απόμερο δρόμο τού Κρηνιού. Τα μουλάρια, φορτωμένα τα μπαούλα της, περνούσαν απ’ την πλάτσα κ’ οι συναγμένοι χωρικοί ρωτούσαν ποιός πλούσιος ξένος έφτασε. Η είδηση τού ερχομού της σκόρπιζε στα κοντινά σπίτια, στις έξω γειτονιές, στις έξοχες. Μόνο η γριά η μάνα της το μάθαινε τελευταία. Έτρεχε κούτσα-κούτσα ως την άκρη τού στενού της, και με λυγμούς και με χαρές προσπαθούσε να τη φτάσει ως απάνω στο σαμάρι τού μουλαριού για να την αγκαλιάσει.
— …Ω, βοή μου, η θυγατέρα μου !..Ε, βοή μου, η θυγατέρα μου !.. έλεγε και ξανάλεγε τρέχοντας κούτσα-κούτσα πάνω και κάτω στα σπίτι, σα για να κάμει χίλιες δουλειές, ενώ δεν έκανε τίποτα.
Η περίεργη γειτονιά χιμούσε απ’ τις ολάνοιχτες πόρτες στο σπίτι, τα παιδιά σκαρφάλωναν στις λευκές μαρμαρένιες σκάλες και στα δώματα. Η ξαδέρφη της η Κατερίνα, που βοηθούσε πάντα σ’ αυτές τις δύσκολες ώρες τη γριά, άνοιγε τα ντουλάπια θαρρετά, κέρναγε λουκούμια συργιανά, πού τ’ άρπαζαν λαίμαργα οι γειτόνισσες, τα χούφτιαζαν και τα τρύπωναν κάτω απ’ τις μακριές ποδιές τους. Τελευταίος πάντα έφτανε ο θειος της, ο δάσκαλος. Βρισκότανε στην πιο κρίσιμη στιγμή της πρέφας του, όταν άκουγε την είδηση. Έπαιζε λίγα λεπτά με την ελπίδα να κερδίσει το παιγνίδι, έβλεπε όμως πως αργούσε, νεύριαζε, κι αφήνοντας τη συντροφιά, έπαιρνε τον ανήφορο. Κάθε φορά, μόλις έμπαινε στο σπίτι, πριν από κάθε λόγο, έλεγε πάντα, ένα δίστιχο, το ίδιο πάντα σαχλό δίστιχο:
Η καλή μου η ανιψά
που της ταίριαζε κλεψά…
Έπρεπε να προχωρήσει πολύ η νύχτα για να μείνει μόνη η μητέρα με τη γριά της. Τα λέγανε κάμποση ώρα γλυκά-γλυκά. Η γριά την άκουγε με προσοχή και θαυμασμό, λογάριαζε, βλέποντας τα κλειστά μπαούλα, τα καινούργια πλούτη που μπαίνανε στο σπίτι, κι όταν η μητέρα μου, κουρασμένη, έπεφτε να κοιμηθεί και της έσιαζε τα σκεπάσματα η γριά πίσω στην πλάτη, την ύστατη στιγμή της αποχώρησης, της έλεγε:
—’Ως για φέτο, θυγατέρα, πρέπει να νοικοκυρευτείς… Να σε χαρώ κ’ εγώ η καμένη. Και να πιάσω κι άγγονάκι στα χέρια μου…
Πάντα ήθελε κάτι ακόμα να προσθέσει. Μα την έπαιρναν τα κλάματα. Η μητέρα μου θύμωνε μ’ αυτά τα άκαιρα δάκρια κ’ η γριά κούτσα-κούτσα πήγαινε στον κομμό, έσβηνε τη λάμπα με προσοχή, μη μαυρίσει το γυαλί, και με το τρεμάμενο φως του καντηλιού κατέβαινε στο κάτω σπίτι να γείρει, Ύστερ’ από λίγην ώρα η αδύνατη φωνή της ανέβαινε απ’ τη στητή μπουκαπόρτα:
– Καλή σου νύχτα, θυγατέρα!.. Καλή σου νύχτα!..
Προετοιμασμένη όλες τις μέρες της βδομάδας, γινότανε την Κυριακή, στην εκκλησιά, η δημόσια εμφάνιση της μητέρας μου. Στο τρίτο χτύπημα της καμπάνας, έβγαινε απ’ το σπίτι. Φορούσε το πιο φίνο της φουστάνι, όλα της τα διαμαντικά, κ’ ήταν χτενισμένη τόσο τέλεια, που ούτε μια τρίχα των μαύρων λείων μαλλιών της δεν ξέφευγε απ’ τη σοφή γραμμή της χτενισιάς της. Οι γειτονοπούλες πού τη συντρόφευαν έχαναν μπροστά της, χωμένες στα φαρδιά φορέματά τους, όλην την ομορφιά τους. Ήταν τόσο συντριπτική κάθε σύγκριση μαζί της, που η κόρη του γιατρού — πρώτη μες στις πρώτες —την Κυριακή εκείνη δεν πήγαινε στην εκκλησιά.
— Σήμερα, βλέπεις, θα πάνε οι ξενικές. Πού για μάς τόπος; – έλεγε στις φίλες της.
Ένα μούρμουρο σα θρόισμα φύλλων από ξαφνικό αεράκι ακουότανε ώσπου να πάρει το κερί της απ’ το παγκάρι, να τ’ ανάψει στο μανουάλι, να προσκυνήσει και να βολευτεί στο στασίδι πού πάντα κάποια γριούλα θα της παραχωρούσε. Όταν ο επίτροπος γύριζε συγκινημένος το δίσκο- συγκινημένος γιατί ήξερε ποιά τύχη περιμένει σήμερα την εκκλησιά —σταματούσε μπρός της με σεβασμό. Έριχνε εκείνη μια λίρα, μια ολόχρυση λίρα, που φάνταζε μες στις πενταροδεκάρες σα γεμάτο φεγγάρι δίπλα σε μικρά δειλά άστρα… Το εκκλησίασμα κοίταζε με θαυμασμό αυτή τη λίρα που έλαμπε, κ’ ευλογούσε το λευκό παχουλό χέρι που την πρόσφερε. 
Οι επίσημοι, στην αυλή της έκκλησής, περίμεναν να τη χαιρετίσουν. Οι φιλενάδες της, οι μακριογειτόνισσες, τα παλικάρια που λείπανε όλη τη βδομάδα στις έξοχες. Ήτανε γεμάτη περηφάνια κ’ ευτυχία την ώρα πού ανηφόριζε προς το σπίτι. Πληρωνόταν για όλες τις ταπείνωσες, για όλα τα βάσανα που περνά μια δούλα στα σπίτια της Πόλης, της Αλεξάνδρειας και της Αθήνας, όσο κι αν είναι αρχοντικά.
Μα σε λίγες μέρες την έπιανε ή πλήξη. Όπως ήρθε βιαστικά, ξαφνικά, έφευγε ένα πρωί. Μάταια το τελευταίο βράδυ που της έσιαζε τα σκεπάσματα πίσω στην πλάτη την ικέτευε η γριά να μη την αφήσει αυτή τη φορά.
— Δε θα μ’ εύρεις στ’ άλλο ταξίδι, θυγατέρα!..
Κι άρχιζε τα κλάματα.
βαπόριΏσπου ήρθε και το ταξίδι που δεν τη βρήκε… Αυτή τη χρονιά ήταν όλα θλιβερά και το χωριό δεν ταράχτηκε όπως άλλοτε. Ερχόντανε τώρα ταχτικά κοπέλες που ακολούθησαν το δρόμο της. Στην Πόλη, στην Αλεξάνδρεια, στην Αθήνα ζούσαν τώρα πολλές. Μια είχε φτάσει ως τα Παρίσια!.. Και τις Κυριακές μπαίνανε στην εκκλησία πιο όμορφες, πιο νέες, πολύ πιο νέες κοπέλες. Για πρώτη φορά ούτε ο θείος της ο δάσκαλος δεν της είπε το γνωστό, το σαχλό δίστιχο. Το άστρο της μητέρας μου— τι φθαρτά και τι ευκολόσβηστα αυτά τ’ ανθρώπινα άστρα!- δεν ήταν πια στο μεσουράνημά του.
Τα βράδια, καθισμένη κοντά στη φωτιά, κουβέντιαζε με την ξαδέρφη της την Κατίνα. Της άρεσε να την ακούει να της μιλεί για τα παλικάρια, για τούς γαμπρούς που έμεναν ακόμα, για τους έρωτες που πλεκόντανε στη γειτονιά. Κι όταν ο θείος της ο δάσκαλος της μίλησε για παντρειά, δε θύμωσε αυτή τη φορά.
ΙΙήρε την απόφαση. Ο έμπορας ο Γρατσίας βοήθησε σ’ αυτή την κρίσιμη την ώρα. Ένα-δυο φορές που ψώνισε απ’ το μαγαζί του, της φάνηκε πως την περιποιήθηκε, την κοίταξε με κάποιον άλλο τρόπο. Ήταν άντρας όμορφος, κι ανάμεσα στους άλλους, που τους έλιωνε η σκληρή δουλειά κ’ η κακοπέραση, φάνταζε πιο πολύ η ομορφιά του. Και το μαγαζί του, εμπορικό σωστό που θα το ζήλευαν κ’ οι έμποροι της χώρας. Ό,τι λαχτάριζες μπορούσες νάβρεις στα ψηλά, φορτωμένα ράφια. Πίσω απ’ τη βιτρίνα με τα γυαλικά, λίγο πιο ψηλά, είχ’ ένα γραφειάκι με ψηλή καρέκλα. Τί όμορφα να κάθεται μια γυναίκα κει, την ώρα που ο άντρας της ζυγιάζει εμπορεύματα, παζαρεύει υφάσματα, να μαζεύει λεφτά, λεφτά που, σα να τα χρωστάνε, τα δίνουν οι χωρικοί με σεβασμό και με προθυμία…
Ο θείος της ο δάσκαλος βρήκε την εκλογή της έξοχη. Και την Κυριακή —το γοργόν και χάριν έχει, όπως έλεγε— στ’ απολείτουργο, έκαμε την προξενιά σε μια γωνιά τού καφενείου. Ο Γρατσίας αρνήθηκε. Δεν ήταν γιατί δεν την ήθελε. Όλο το χωριό — αγαπούν στα χωριά αυτούς τους λογαριασμούς για τις ξένες περιουσίες — λογάριαζε πως η μητέρα μου, εκτός από το σπίτι, το μέγα ποτιστικό στον Αφικλή, τα χρυσαφικά της και τα έπιπλα, έπρεπε νάχει και πολλές χιλιάδες, τριάντα τουλάχιστον χιλιάδες μετρητά. Τα λογάριαζε κι ο Γρατσίας, όπως ήταν σπουδαίος στους λογαριασμούς. Μα ήταν άσκημα μπλεγμένος… Τ’ αδέλφια της μικρής που τους πιάσανε μαζί στον παλιό τον ανεμόμυλο, ήταν όλα παλικάρια και μαχαιροβγάλτες. Έτσι, ο Γρατσίας αρνήθηκε. Κ’ η μητέρα μου σπαράχτηκε μ’ αυτή την άρνηση κ’ έδωκε πάλι των ματιών της…
Κατάκολο 1835Σαν ξαναγύρισε, ο θείος της ο δάσκαλος είχε κι αυτός πεθάνει. Έμαθε στην ξενιτιά το θάνατό του, όπως και της μάνας της. Ένιωσε τότε τον εαυτό της έρημο στις μεγάλες πολιτείες, έρημο σαν την καλαμιά στον κάμπο, που μπορεί να τη δείρει, να την τσακίσει ο ξαφνικός άνεμος. Για πρώτη φορά τη λαχτάρισε αληθινά τη μικρή πατρίδα. Γύρισε, όπως ένας φυλακισμένος που λυτρώθηκε. Τα μαλλιά της δεν ήταν πια τόσο μαύρα και λεία. Το κορμί της, όσο κι αν ήταν όμορφο ακόμη, δε σάλευεν ελεύθερα όταν ανηφόριζε για το έρημό της σπίτι. Οι φιλενάδες της νιότης ήτανε τώρα παντρεμένες, είχαν ένα σωρό παιδιά η κάθε μια. Σαν τ’ άστρα του ουρανού μας, πού, όταν βρεθούν χαμηλά κάτ’ απ’ τις αντένες τ’ ανεμόμυλου τού Τζανακαρή, σημαδεύουν την αυγή για τούς χωρικούς μας, έτσι τ’ άστρο της μητέρας μου πήγαινε να δύσει, σημάδι νύχτας για κείνην.
Τότε παρουσιάστηκε ο πατέρας μου. Ήταν δύο χρόνια μικρότερός της, άντρας νέος ακόμη. Όπως ήταν βαρύς, λιγομίλητος, ήσυχος, οι χωρικοί τον σεβόντανε σα γέρο-προεστό. Ήταν ξερακιανός, μ’ αδρά τα χαρακτηριστικά, με χέρια χοντρά και μεγάλα. Μια χαρακιά στο μάγουλο τον έδειχνε ακόμη πιο σκληρό απ’ ό,τι ήταν. Δεν ταξίδεψε παρά μονάχα σαν πήγε στρατιώτης, κι απ’ αυτή τη μικρά του επαφή με τον κόσμο δεν κράτησε καμιάν ανάμνηση. Δεν έπινε, δεν κάπνιζε, δεν έπαιζε χαρτιά, δεν έκαμε ποτέ του πατινάδες. Η μόνη του αγάπη, το μόνο του πάθος, ήταν ή ξερή άγονη γη πού γεννήθηκε και που από παιδί τη δούλευε με σκληρό πείσμα. Οι γονείς του, άρχοντες ξεπεσμένοι, τ’ αφήκανε λίγες χέρσες βουνοπλαγιές, ένα-δύο μακρινά χτήματα ρημαγμένα. Δούλευε χρόνια να τ’ αναστήσει —όπως έλεγε—, να υποτάξει τη γερασμένη πια γη στα προστάγματά του και να την κάνει πάλι να καρπίσει.
Όταν το δείλι απ’ τα γειτονικά χτήματα ανηφόριζαν συντροφιές -συντροφιές οι δουλευτάδες κατά το χωριό, τον έβλεπαν να δουλεύει ακόμη, να κόβει πέτρες, να ισιώνει τόπους, να χτίζει τράφους. Του φωνάζανε να τούς ακολουθήσει.
—Ωωω!.. Μανώλη!.. Ίντα ταμάχι τόχεις, καημένεεε!
Στον αντίλαλο των φωνών τους, που γέμιζαν τις ήσυχες ρεματιές, απαντούσαν μόνο τα βαριά, ξερά χτυπήματα της αξίνας του, που, όπως μεγάλωνε το γδούπο τους η βραδινή σιγαλιά, έμοιαζαν σαν κρότοι βράχων που κατρακύλησαν από κορφή. Στο γαλανό φόντο που έριχνε ως το χτήμα του ο ουρανός, η κορμοστασιά του φωτιζότανε ολοκάθαρα, κι όσο το φώς της μέρας θάμπωνε, έμοιαζε με δέντρο καλά ριζωμένο στη γη, που λυγίζουν και δουλεύουν και χτυπούν το χώμα τα κλαδιά του. 
Έτσι σιγά-σιγά έκανε καρπερά χτήματα τις ξερές του βουνοπλαγιές. Μεγάλωνε την έκτασή τους χτίζοντας τράφους που τους γέμιζε με χώμα, φύτευε δέντρα, κλήματα. Κάποτε ο άγριος χειμώνας έπαιρνε όλη τη δούλεψή του. Άρχιζε με λύσσα τη δουλειά απ’ την αρχή, χωρίς να καταριέται και να μοιρολογάει στους καφενέδες. Το καλοκαίρι δεν ανηφόριζε στο χωριό ούτε τις Κυριακές. Στο μεγάλο χτήμα το ποτιστικό φύλαγε νύχτα-μέρα τον καρπό. Στις ξαφνικές καλοκαιριάτικες μπόρες τρύπωνε στην πέτρινη καλύβα που είχε χτίσει μόνος κάτ’ απ’ τη μεγάλη του βαλανιδιά. Τις ήσυχες βραδιές κοιμόταν έξω. Έψαχνε με τα μάτια γύρω απ’ το χτήμα, πέρα, ως το μονοπάτι, ακόμη πιο πέρα, ως τη ράχη τού Πιθαδάρη, και τ’ αφτί του άρπαζε και τον πιο ασήμαντο θόρυβο. Δεν τόλμησε ποτέ κανένας να τού κλέψει ούτε μια ρόγα σταφύλι. Δεν είχε ποτέ φοβίσει κανένα, μα οι δειλοί κλέφτες της νύχτας ήταν βέβαιοι πως αν έπιανε κανένα τους στο χτήμα του θα τον άφηνε στον τόπο.
Μεγάλωσε ο πατέρας μου δουλεύοντας και σωπαίνοντας. Αγαπούσε τη γη του, τα δέντρα του, τα πρωτόγονα σύνεργά του. Πιο πολύ απ’ τις δύο του αδελφές, αγαπούσε τη μεγάλη του βαλανιδιά. Μα ένιωθε το καθήκον, και μπροστά σ’ αυτό θυσίαζε κάθε αγάπη του. Μοίρασε στις αδελφές του, σαν τις πάντρεψε, όλην αυτή τη γη που την είχαν κάμει αξιοπρόσεκτη τα μεγάλα δουλευτάρικα χέρια του. Όπως αγαπημένο σου παιδί, που η φτώχια σ’ αναγκάζει να το αφήσεις σε ξένους πλούσιους ανθρώπους, έτσι παράδωσε τα χτήματά του στους γαμπρούς. Κ’ ύστερα, όταν πια δεν ήταν δικά του, σαν περνούσε το δείλι, έμπαινε μέσα, σχεδόν κρυφά, να φτιάξει ένα δεντράκι, πού του φάνηκε πως το έγερνε ο αέρας, να σκεπάσει ένα μεγάλο τσαμπί σταφύλι, πού θα το έκαιγε ο ήλιος ασκέπαστο.
Νερούδα_0005Ήταν πάλι φτωχός δουλευτής σα βρέθηκε μπρός στη μητέρα μου. Δούλευε τώρα πιο μακριά, σ’ άλλες χέρσες βουνοπλαγιές. Οι χωρικοί όμως ξέρανε πως ύστερα από λίγο θα ήταν πάλι πρωτονοικοκύρης. Πίστευαν πως είχε τυχερό χέρι, πως κάποιος θεός, που αυτούς τους λησμόνησε, προστάτευε τα έργα του. Κάτι τέτοιο πίστευαν κ’ οι συγγενείς της μητέρας μου όταν σκέφτηκαν να τους παντρέψουν.
— Άντρας δουλευτής και τίμιος… Στα χέρια του, ανιψιά, ποτέ δε θα πεινάσεις! είπε της μητέρας η θεία που σκέφτηκε το συνοικέσιο.
— Κι από φαμίλια! συμπλήρωσε η ξαδέρφη η Κατερίνα, που ήξερε τις παλιές φιλοδοξίες της μητέρας μου.
Μα εκείνη δεν τ’ αποφάσιζε. Προτίμησε να ξαναφύγει, να μη γυρίσει πια, παρά να φυλακίσει το κορμί της μες σ’ αυτά τα ροζιασμένα χέρια. Ύστερα, όπως δεν το ξέκοψε μεμιάς, πέσανε επάνω της κ’ οι άλλες οι συγγένισσες —το είχαν ντροπή να μείνει λεύτερη— κ’ οι αδελφές του πατέρα, που, χωρίς εκείνος να ξέρει, ενεργούσαν. Ό πόλεμος τού 97 έκλεισε τούς δρόμους για την ΙΙόλη. Έτσι το φθινόπωρο τη βρήκε σκλαβωμένη στο μικρό χωριό. Κι απ’ ανάγκη πήρε την απόφαση.
Δεν μπορώ, όταν κάθομαι καμιά φορά κι ανιστορώ όλα εκείνα τα περιστατικά και μελετώ τους χαρακτήρες των γονιών μου, να καταλάβω πως γίνηκε η ένωση δυο τόσο ανόμοιων ανθρώπων. Η μητέρα μου, επιπόλαιη γυναίκα, που η ζωή της ξενιτιάς της μόλυνε την αγνότητα, έφτασε εύκολα στον αταίριαστο της γάμο. Έβλεπε, επιτέλους, μπρός της το άθλιο φάντασμα των παρθενικών γυναικείων γερατειών. Μα ο πατέρας μου; Ποτέ δεν άκουσα μια λέξη απ’ το στόμα του. Αγάπησε άραγε αυτή τη γυναίκα μ’ εκείνο το σιωπηλό του τρόπο, πού δε σου επέτρεπε να νιώσεις τα αισθήματά του; Την πήρε, μήπως, για την προίκα της; Την παντρεύτηκε για νάχει κάποιαν να του πλένει τα ρούχα, να του μαγειρεύει; Όπως κι αν έγινε, ο γάμος αυτός δεν μπορούσε νάναι ευτυχισμένος.
Στο μικρό κύκλο ενός χωριού, σμίξανε δύο άνθρωποι που ποτέ δεν ταίριαξαν στο μικρό κύκλο ενός χωριού, που ο ένας για τον άλλο πρέπει να είναι ο κόσμος όλος. Η έλλειψη της αγάπης, της συνεννόησης έστω, βασανίζει όχι μόνο τούς ίδιους, μ’ απλώνεται σ’ όλους γύρω, και στα ζώα ακόμα που θα έχουν την ατυχία να δουλεύουν σε τέτοιους αφέντες. Πόσες φορές το κουρασμένο μας μουλάρι δεν έμεινε πεινασμένο, χωρίς νερό, χωρίς κριθάρι, σε βραδιές καυγάδων!..
Ο αδελφός μου κ’ εγώ ήρθαμε στον κόσμο δυστυχισμένοι. Όταν γεννήθηκα, ήταν εκείνος τριών χρονών. Σε λίγα χρόνια η μικρή διαφορά της ηλικίας μάς επέτρεπε να πλησιάσουμε ο ένας τον άλλο, να γίνουμε φίλοι, να φτιάξουμε μείς ανάμεσα στους ξεμοναχιασμένους γονείς μας μια οικογένεια. Μα δε μας δόθηκε τέτοια ευτυχία. Ο αδελφός μου κ’ εγώ είμαστε τόσο ξένοι ο ένας για τον άλλο, τόσο διαφορετικοί, που κανείς δε θα μπορούσε να πιστέψει πως ήρθαμε στον κόσμο απ’ την κοιλιά μιας μάνας.
φωτο_0002Ο πατέρας μου βγήκε νικητής στην πάλη με τη μητέρα μου. Ο αδελφός μου ήταν ίδιος εκείνος. ’Απ’ τούς πρώτους μήνες, που μέρα με την ημέρα χάραζαν τη μορφή του, η φυσική ομοιότητα τους ήταν για όλο το χωριό σωστό θαύμα. Οι γειτόνισσες που αγαπούσαν τον πατέρα μου έφτυναν το παιδί και μιλούσαν ευχαριστημένες. Οι άλλες, οι φιλενάδες της μητέρας μου, το κοίταζαν μ’ αντιπάθεια.
Όσο μεγάλωνε ο αδελφός μου, έκτος απ’ την ομοιότητα της μορφής, κ’ η ομοιότης των ψυχών τους μεγάλωνε. Η αγάπη της σιωπής, της μοναξιάς, το σκληρό πείσμα, ο δεσμός με τη γη, έκαναν αυτό το παιδί, να φαντάζει σαν ώριμος άντρας. Όταν πια μπορούσα να κάνω συγκρίσεις, έβλεπα τον αδελφό μου σα μια μικρογραφία τού πατέρα. Δεν τους ξεχώριζα. Η μόνη δικαιολογία της ύπαρξης δύο τόσο ίδιων ανθρώπων ήταν για μένα το ό,τι μπορούσε η μητέρα μου να κάνει στον ένα ό,τι δε μπορούσε να κάνει στον άλλο, τον ισχυρό: στο μικρό σώμα του αδελφού μου να δέρνει τον πατέρα μου, στο πείσμα του να επιβάλλει τη θέλησή της, στη σιωπή του τη φλύαρη εξυπνάδα της.
Γεννήθηκα Μάρτη. Τα χιόνια μόλις είχαν αρχίσει να λιώνουν και να κυλούν ακάθαρτα νερά πια στους δρόμους. Ο παγωμένος αέρας ορμούσε ακόμη απ’ το διάσελο των δυο κορφών του μεγάλου βουνού μας, που χαμηλά στην ποδιά τους απλώνεται το χωριό. Στέκονται απάνω του αυτές οι δυο κορφές, αιώνιοι φύλακες. Το καλοκαίρι, οι σκληρές, κατάξερες πλαγιές τους δίνουν μιαν αρρενωπή ομορφιά σ’ όλο το τοπίο, όπως η γραμμή τους τραβά κατά τον ουρανό. Μα το χειμώνα, όταν τα σύννεφα τρέχουν απάνω τους και πότε τις κρύβουν πότε τις αφήνουν να φανούν άγριες και πένθιμες, θαρρεί κανείς πως συλλογιούνται να κυλίσουν πάνω στα σπιτάκια του χωριού. Ο αέρας σφυρίζει στο χώρισμά τους άγρια κι ορμά προς το χωριό σα θεριό που ξαφνικά λευτερώθηκε. Στο πέρασμά του, τα μοναχικά δέντρα, τα σκορπισμένα στις άκρες, δέρνονται σα χαροκαμένες μάνες πάνω σε μνήματα παιδιών. Και τα σπιτάκια θαρρεί κανείς πως από στιγμή σε στιγμή θα παραδοθούν, θα σωριαστούν κατ’ απ’ την ανήλεη δύναμή του.
Όταν ξεσπούν οι άγριες μπόρες τού χειμώνα, οι χωρικοί τρυπώνουν στα σπίτια, σα φίδια πού νέκρωσαν. Είναι σιωπηλοί, εκνευρισμένοι, ευαίσθητοι. Μυρίζονται τον αέρα σα ζωντανά πού ψάχνουν λες, να νιώσουν αλλαξοκαιριά. Οι γυναίκες βουλώνουν τ’ αφτιά τους, είναι χωμένες κάτω από τα τζάκια, και τις μακριές ατέλειωτες νύχτες πλέκουν, πλέκουν αδιάκοπα. Τα παιδιά, μη μπορώντας να ριχτούν ατούς δρόμους, γίνονται γκρινιάρικα, τσακώνονται αναμεταξύ τους, τρώνε ξύλο για ασήμαντες αφορμές. Όλος ο ρυθμός της ζωής αυτών των σκλάβων τού ανέμου αλλάζει, γίνεται νευρικός, ακανόνιστος. Κι όταν τους νιώθει κανείς να υποφέρουν έτσι, ψάχνει να βρει από πιο απάνεμο ακρογιάλι ανηφόρισαν σ’ αυτό το άγριο βουνό, ώστε να μη μπορούν αιώνες τώρα ν’ αφομοιωθούν μαζί του.
Απ’ το πρωί ως το βράδυ έκλαιγα, βασάνιζα τη μάνα μου. Ο αδελφός μου, που στέκονταν πια καλά στα πόδια του, νομίζοντας πώς κρυώνω σαν και κείνον, έφερνε τ’ αναμμένα ξύλα της φωτιάς, κατ’ από την κρεμαστή κούνια μου να με ζεστάνει… Έχω πολλές φορές αναγκάσει τη θεία μου να μού διηγηθεί αυτή την τρυφερή σκηνή. Και κάθε φορά ένα φώς ιλαρό μου φαινόταν πως γέμιζε το σκοτεινό σπίτι μας, κ’ ήθελα να τρέξω ν’ αγκαλιάσω τον αδελφό μου. Μια παγωνιά, μια συντριβή ένιωθα όταν σε λίγο αντίκριζα τη σκληρή, ερευνητική ματιά του, το σημάδι εκείνο στο μάγουλο, που ήταν ίδιο του πατέρα μου…
Ο αδελφός μου δεν έπαιρνε τα γράμματα. Τέλειωσε το Δημοτικό με κρυφές παρακλήσεις της μητέρας στους δασκάλους, με πεσκέσια στις γυναίκες τους. Πόθος της ήταν να σπουδάσει. Δεν τον αγαπούσε, μα ήθελε στο πρόσωπό του να ικανοποιήσει τις νεανικές φιλοδοξίες της. Όταν ήρθε ο καιρός να γραφτεί στο Ελληνικό, ο αδελφός μου αρνήθηκε.
— θα πάω να δουλέψω το πράμα τ’ Αφικλή! ξέκοψε με αντρίκια αποφασιστικότητα.
Για πρώτη φορά είδα τον πατέρα μου να συγκινιέται. Κοίταξε τα μικρά, άπραγα παιδικά χέρια και, θέλοντας να πνίξει την άπρεπη γι’ αυτόν συγκίνησή του, το γύρισε στο εύθυμο:
—Αν σού το γράφει ή μάνα σου.., είπε. Και γέλασε.
Υστερ’ από λίγο, ο σκληρός ώριμος άντρας και το μικρό παιδί δούλευαν μαζί, σιωπηλοί, τα χτήματά μας. Όταν τους έβλεπε κανείς, τις μέρες της πολλής δουλειάς, να βοηθούν ο ένας τον άλλο, να συμπληρώνουν ο ένας τον άλλο, έλεγε πώς ήταν ένα κορμί πού χωρίστηκε για να δουλεύει πιο πολύ στα δυο.
Πήγαινα κάποτε κ’ εγώ μαζί τους. Μα σαν τύχαινε καμιά φορά να ζητήσει κι από μένα μια βοήθεια ό πατέρας, δεν πρόφταινα να την προσφέρω. Πριν από κάθε εντολή του ο αδελφός μου, σα να παρακολουθούσε την κρυφή σκέψη του, είχε κιόλας αρχίσει την εκτέλεσή της. Όταν βιαστικά πετούσε ο ένας στον άλλο ένα εργαλείο, μια πέτρα, ένα μεγάλο καρπό, πάντα θα τ’ άρπαζαν στον αέρα. Και τα βράδια, σαν τύχαινε νάχει λίγο κέφι ο γέρος — έτσι τον έλεγε ο αδελφός μου — και σχεδίαζε σιγανομιλώντας τις δουλειές που είχε να κάμει, κοίταζε μονάχα τον αδελφό μου, σα να ήταν μόνος που θα μπορούσε μαζί του να συνεννοηθεί.
Η μητέρα μου κ’ εγώ είμαστε δύο ξένοι γι’ αυτούς. Μα κ’ η απομάκρυνσή μας από τούς άλλους δεν ήταν ικανή να μας τραβήξει εμάς τους δυο κοντά…

Λευκά Όρη-Χρήστος ΤσαντήςΔεν έμοιαζα με τον πατέρα μου. Αλλά κι απ’ τη μητέρα δεν είχα κρατήσει τίποτα. Ήμουν μετέωρος, ξένος μέσα σε ξένους. Τον καιρό που τέλειωσα το Δημοτικό, ένιωσα κιόλας την επιθυμία να δραπετέψω. Και με χαρά δέχτηκα την απόφαση των γονιών μου να σπουδάσω. Μια και θα έφευγα απ’ το χωριό —έπρεπε να πάω στο Ελληνικό της χώρας—, προτίμησαν να με στείλουν στη Σύρα, κοντά στην αδελφή του πατέρα, που ο άντρας της ήταν εκεί εργάτης στις αποθήκες τού σμυριγλιού.
Έφυγα’ απ’ το χωριό δώδεκα χρονώ παιδί, χωρίς καμιά συγκίνηση. Έξω απ’ τη συνήθεια να ζω κοντά στους γονείς μου και τον αδελφό μου, δεν ένιωθα να με δένει τίποτα μαζί τους. Μια τρελή χαρά με συνεπήρε όταν αφήνοντας πίσω τις κορφές τού βουνού μας αντίκρισα τη γαλανή θάλασσα. Και τώρα ακόμη, ύστερ’ από τόσα χρόνια, όταν αναλογίζομαι πως μπορεί η ψυχή ενός παιδιού να είναι τόσο αδιάφορη, νιώθω μια θλίψη, μια ντροπή να με συνεπαίρνει.
Τέλειωσα το Γυμνάσιο με στερήσεις. Το καλοκαίρι πήγαινα στο χωριό για να κάνω οικονομία. Η μητέρα, γερασμένη πια, ήταν τώρα στωική, αποφασισμένη να υπομένει καρτερικά την κυριαρχία των δύο αντρών που τη διηύθυναν. Ο πατέρας ήταν πάντα αμίλητος, σκληρός δουλευτής της γης του, αδιάφορος για κάθε τι που δεν είχε σχέση μαζί της. Ο αδελφός μου, σιγά-σιγά, άπλωνε την προσωπικότητά του στο σκοτεινό μας σπίτι, κ’ ένιωθε κανείς πως η καινούργια αυτή δύναμη θα υπόταζε σε λίγο και τον αλύγιστο πατέρα μου. Δε θύμων’ εκείνος γι’ αυτή τη μελλούμενη υποταγή. 
Τη χρονιά που τελείωσα το Γυμνάσιο ο πατέρας θέλησε να δώσει τα χτήματά του στον αδελφό μου. Εκείνος αρνήθηκε.
— θα πάρει κι ο Πέτρος το μερδικό του! είπε για μένα, και κάθε συζήτηση σταμάτησε.
’Έφυγα στην ’Αθήνα, υπόφερα, πείνασα, πάλεψα. Δεν τους έγραψα ποτέ τίποτα για τα βάσανά μου. Με ξέχασαν και τούς ξέχασα σιγά -σιγά. Μόνο σαν τελείωσα τη Σχολή και πήρα την υποτροφία για την Ευρώπη, έγραψα στον πατέρα. Μου απάντησε ο αδελφός μου και μου ανάγγειλε πως και κείνος την ίδια εποχή παντρευόταν. Ένας πατριώτης μού είπε πως από έρωτα πήρε τη γυναίκα του. Η είδηση μ’ έκαμε για πρώτη φορά να νοσταλγήσω το πατρικό σπίτι. Μου φάνηκε πως ξαφνικά θα ήταν τώρα φωτεινό κ’ ευτυχισμένο, πως θα είναι άσπρο, πως θ’ άνοιξε ο αδελφός μου το παράθυρο που χρειαζόταν η κρεβατοκάμαρα η σκοτεινή…
christostsantis.comΚάθισα και δούλεψα μια μικρή σύνθεση. Όπως έπλαθα τον πηλό νόμιζα πως μαλάζω ζεστά ανθρώπινα χέρια. Σε μια μικρή τετράγωνη βάση από λευκό μάρμαρο έδεσα δύο χάλκινα χέρια. Δύο χέρια σφιχτά πιασμένα. Το ένα, σκληρό αντρίκιο χέρι, και τ’ άλλο, λεπτό γυναικείο. Με ασφάλεια, με δύναμη, η αντρίκια παλάμη σκέπαζε το παχουλό χεράκι. Χάραξα στη βάση με χρυσά γράμματα τ’ όνομα του αδελφού μου και της γυναίκας του, την ημερομηνία τού γάμου τους, και τούς το έστειλα. Όταν, ίίστερ’ από χρόνια, πήγα στο χωριό, δεν είδα το μικρό μου δώρο στο μπουφέ τους με τα στολίδια. Δύο πρόστυχα βαζάκια, ένα ξύλινο φίδι απ’ αυτά που πουλούν στους δρόμους οι Κινέζοι, κ’ ένα μεγάλο βούκινο στόλιζαν το έπιπλο…
Και τα χρόνια πέρασαν. Ένα-δυο φορές που πήγα στο χωριό ο αδελφός μου με φιλοξένησε με ψυχρή τυπικότητα. Ο πατέρας, την ημέρα που πήγαμε μόνοι μας στο μεγάλο χτήμα μου ζήτησε πληροφορίες για την τέχνη μου. Δε μπορούσε να καταλάβει, παρ’ όλες τις εξηγήσεις μου, τί μπορεί να είναι ένας γλύπτης και ποιά χρησιμότητα μπορεί νάχει μια άψυχη προτομή. Πίστευε, παρ’ όλα τα λόγια μου, πως πήγαν χαμένα τα έξοδά του κ’ οι δικοί μου κόποι, κ’ ίσως ντρεπόταν γιατί ζω εις βάρος της κοινωνίας χωρίς να της προσφέρω τίποτα.
Την προτελευταία φορά που πήγα είχα την απόφαση να δουλέψω μια προτομή της μητέρας. Ήθελα να δώσω μια χαρά σ’ αυτή τη φιλόδοξη γυναίκα, που οι μικρές φιλοδοξίες της φυλλορρόησαν σα λουλούδια φθινοπωρινά. Μα τη βρήκα στο κρεβάτι. Έπασχε απ’ την καρδιά της κι απ’ τα νεφρά. Προσπάθησα να την καταφέρω νάρθει μαζί μου στην ’Αθήνα να κοιταχτεί. Δεν δέχτηκε.
Όταν μού τηλεγράφησαν πως είναι στα τελευταία της, έτρεξα πάλι στο χωριό. Δεν την πρόφτασα ζωντανή. Την ώρα που έφτανα, οι καμπάνες χτυπούσαν για το θάνατό της. Οι χωρικοί έβγαιναν στις πόρτες ανήσυχοι και ρώταγαν ποιός πέθανε. ’Απ’ τα κοντινά χτήματα που έφθανε ως εκεί το θλιμμένο καμπανολόι, ερχόταν λαχανιασμένος κανένας μικρός να μάθει ποιος πέθανε για να γυρίσει αμέσως να το πει στους δουλευτάδες, που ανησυχούσαν μην έπαθε κακό κανένας δικός τους.
Την είχαν στη μεγάλη σάλα. Γύρω της οι συγγένισσες, οι γειτόνισσες, έκλαιγαν σιγά-σιγά, ήσυχα. Κάπου-κάπου, καμιά θειά, καμιά ξαδέρφη τάραζε την ησυχία μ’ ένα πικρό μοιρολόι. Όλες τότε γύριζαν και κοίταζαν τη μητέρα κ’ έκλαιγαν για λίγην ώρα πιο δυνατά. Στο κάτω σπίτι οι άντρες κάπνιζαν και κουβέντιαζαν ήσυχα. Ο πατέρας φορούσε ένα μαύρο φαρδύ πουκάμισο και, καθισμένος σε μια γωνιά, σώπαινε. Ο αδελφός μου μπαινόβγαινε φορτωμένος με τις φροντίδες του τελευταίου της ταξιδιού. Με φίλησαν κι οι δυο τους.
Οι γυναίκες σαν πήραν είδηση πως ήρθα, άρχισαν δυνατά τα κλάματα και τα μοιρολόγια. Με πήραν τα δάκρια.
Σε τρεις μέρες έφυγα. Παρακάλεσα, πριν φύγω, τον αδελφό μου, να δεχτεί το μερτικό μου απ’ την κληρονομιά της μητέρας, και κατεβήκαμε μαζί στη χώρα την ήμερα του φευγιού μου για να κάμουμε στο συμβολαιογράφο το χαρτί. Κατάλαβα πως ο πατέρας μου για πρώτη φορά εκτίμησε μια πράξη μου. Τρόμαζε στην ιδέα πως η γης που αυτός δούλεψε, που αυτός ανάστησε, μπορούσε να πάει σε ξένα χέρια. Ήθελε μαζί της να ζήσει τ’ όνομά του. Κ’ ήξερε πώς θα ζήσει μόνο απ’ την οικογένεια τού αδελφού μου. Τί κι αν είναι τυπωμένο στη Μεγάλη ‘Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια αυτό τ’ όνομα, με λόγια κολακευτικά ; Τί κι αν το διαβάζουν οι πυκνοί περιπατητές των πάρκων στη βάση ωραίων — όπως λένε τουλάχιστον — αγαλμάτων ; Είναι πολύ φτηνή και πολύ εφήμερη μια τέτοια δόξα για τον πατέρα μου…
ΑνθολογίαΌταν το βαπόρι ανοίχτηκε απ’ το μικρό λιμάνι, στάθηκα στην πλώρη του και κοίταζα, ώσπου χάθηκαν, τις ψηλές κορφές πού πίσω τους κρύβεται το μικρό χωριό πού γεννήθηκα. Μάντευα την τοποθεσία του. Έβρισκα το δρομάκι του σπιτιού μας. Αυτή την ώρα οι δύο άντρες που έμειναν, θα κουβεντιάζουν, θα σχεδιάζουν το μέλλον, σα να λευτερώθηκαν για πρώτη φορά απ’ το ζυγό σκληρών αφεντάδων…
Αν ποτέ μπορέσω, θα δουλέψω μια σύνθεση. Στριφογυρίζει χρόνια στο μυαλό μου. Δεν έχει ακόμη κατασταλάξει σε μια σταθερή φόρμα. Είναι διάθεση, γραμμή, που χαράζεται και σβήνει. Κάποτε όμως θα γίνει. Έτσι τη φαντάζομαι για την ώρα: Τέσσερεις άνθρωποι όρθιοι, ίσιοι. Τρεις άντρες και μια γυναίκα. Κρατιούνται όλοι απ’ τα χέρια. Μα σε μια επαφή ψυχρή, αναγκαστική, σα στρατιώτες, άγνωστοι μεταξύ τους, που διατάχτηκαν να πιαστούν από τα χέρια. Τα κεφάλια κοιτάζουν ίσια μπρός, ελαφρά αναγερμένα, κοιτάζουν σα να είναι το καθένα καρφωμένο σε διαφορετικό θέαμα. Τα κορμιά θαρρείς πως πάνε να φύγουν, να φύγουν, να χωριστούν… Η ελαφριά επαφή των χεριών δεν είναι εμπόδιο. Οι τέσσερεις αυτοί άνθρωποι που κρατιούνται, είναι μόνοι -ο καθένας ολότελα μόνος.
Έτσι τη φαντάζομαι αυτή τη σύνθεση, που θα την ονομάσω Οικογένεια. Είναι, ασφαλώς, πολύ δύσκολη… Μα τη θέλω πολύ, και κάποτε θα την κάμω…

Πέτρος Γλέζος

Πέτρος Γλέζος

Πέτρος Γλέζος (1902-1996). Ο Πέτρος Γλέζος γεννήθηκε στην Απείρανθο της Νάξου, γιος του κτηματία Δημήτρη Γλέζου, ο οποίος πέθανε όταν ο συγγραφέας ήταν εννιά ετών, και της Καλλιόπης Ζευγώλη. Είχε εφτά αδέρφια. Πέρασε τα παιδικά του χρόνια στη χώρα της Νάξου και -μετά το θάνατο του πατέρα του- στην Αθήνα, όπου εγκαταστάθηκε με τη μητέρα και τα αδέρφια του.
Τέλειωσε το Διδασκαλείο Μέσης Εκπαίδευσης του Δημήτρη Γληνού και στη συνέχεια σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Κατά τη διάρκεια των σπουδών του εργάστηκε ως αντιγραφέας σε δικηγορικό γραφείο, ως διορθωτής στην Καθημερινή του Γεωργίου Βλάχου και τα Χρονικά του Κώστα Κοτζιά και ως υπάλληλος του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας. Μετά την αποφοίτησή του εργάστηκε ως δικηγόρος και ως υπάλληλος του Υπουργείου Γεωργίας και της Αγροτικής Τράπεζας. Συνεργάστηκε ως αρθρογράφος με πολλά περιοδικά και εφημερίδες της Αθήνας και της επαρχίας, κυρίως με τη Νέα Εστία, το Βήμα και την Ελευθερία. Τιμήθηκε με το Βραβείο της Ακαδημίας Αθηνών (1977 για τη συλλογή διηγημάτων Τα θαμπά μάτια) και το Α΄ Κρατικό Βραβείο Διηγήματος (1986 για τη συλλογή διηγημάτων Τα απομνημονεύματα ενός κυρίου). Από το 1980 και για σειρά ετών διετέλεσε πρόεδρος της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών. Έργα του μεταφράστηκαν στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά και δανέζικα. Πέθανε στην Αθήνα το 1996, την ίδια χρονιά με τη σύζυγο και δια βίου σύντροφό του, την ποιήτρια Διαλεχτή Ζευγώλη. Την πρώτη του εμφάνιση στη λογοτεχνία πραγματοποίησε γύρω στο 1920 με τη δημοσίευση του ποιήματος Απριλιάτικη νύχτα στο περιοδικό Οικογενειακός Αστήρ. Την ίδια περίοδο έδωσε μια διάλεξη με τίτλο Ελληνικό Φως, για την οποία βραβεύτηκε από την Περιηγητική Λέσχη και το 1936 δημοσίευσε το διήγημα Οικογένεια στο περιοδικό Νέα Εστία και με το ψευδώνυμο Πέτρος Βαλμάς, το οποίο διατήρησε ως το 1949.
Παρά το μακρόχρονο της ζωής του και τον πλούτο των εμπειριών του, ο Πέτρος Γλέζος, που βίωσε τα ιστορικά γεγονότα που σφράγισαν τον ελλαδικό χώρο, από τη μικρασιατική καταστροφή ως τη δικτατορία του ’67 και τη μεταπολίτευση, σπάνια και μόνο υπαινικτικά αναφέρεται στον ιστορικό και κοινωνικό περίγυρο τον ηρώων των έργων του. Εκείνο που κυρίως τον απασχολεί είναι να μεταδώσει την υπαρξιακή τους αγωνία, όπως αυτή διαμορφώνεται υπό την πίεση των εξωτερικών γεγονότων και στην οποία υποτάσσονται σιωπηλά, με κάποια πικρία ίσως αλλά χωρίς να προβάλουν αντίσταση.
Η γραφή του χαρακτηρίζεται από χαμηλών τόνων ευαισθησία, έμφαση στη σκιαγράφηση της ψυχολογίας των προσώπων και νοσταλγία για το παρελθόν που χάνεται. Γενικότερα το έργο του Πέτρου Γλέζου αν και στο μεγαλύτερο μέρος του τοποθετείται χρονικά στη μεταπολεμική περίοδο της ελληνικής πεζογραφίας, συνεχίζει μάλλον την παράδοση της ελληνικής ψυχογραφικής ηθογραφίας που ξεκίνησε ήδη από τον προηγούμενο αιώνα με κορυφαίους εκπροσώπους τον Γεώργιο Βιζυηνό και τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη και συνεχίστηκε με συγγραφείς όπως ο Παύλος Νιρβάνας ή ο Ιωάννης Κονδυλάκης.
Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Πέτρου Γλέζου βλ. Γιαλουράκης Μανώλης, «Γλέζος Πέτρος», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 5. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ., Μενδράκος Τάκης, «Πέτρος Γλέζος», Η μεσοπολεμική πεζογραφία • Από τον πρώτο ως το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο (1914-1939) Γ΄, σ.160-174. Αθήνα, Σοκόλης, 1992 και .χ.σ., «Γλέζος Πέτρος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 3. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1985.
(Από τη biblionet.gr, Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών ΕΚΕΒΙ)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s