Ψυχολογία

Η έννοια της υγείας και της αρρώστιας. Franco Basaglia

«Αυτό το οποίο θα πρέπει να κατανοήσουμε είναι ότι η αξία του ανθρώπου -υγιούς ή άρρωστου, κανονικού ή μη κανονικού- πηγαίνει πέρα από την αξία της υγείας και της αρρώστιας, της κανονικότητας και της μη κανονικότητας• ότι η αρρώστια και η μη κανονικότητα, όπως κάθε άλλη ανθρώπινη αντίφαση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως εργαλείο ιδιοποίησης του εαυτού ή αλλοτρίωσης απ’ αυτόν, επομένως, ως εργαλείο απελευθέρωσης ή κυριαρχίας…»

«Il concetto di salute e malatia»: Παρουσίαση στο συνέδριο «Les ambiguite du concept de sante dans les societes industrialisees», Organisation de cooperation et de developpement economiques, Paris 1975. Σε συνεργασία με τη Franca Ongaro Basaglia και τη Maria Garza Giannichedda.
Μετάφραση: Θεόδωρος Μεγαλοοικονόμου.

Οι σκέψεις που θ’ αναπτυχθούν σ’ αυτό το κείμενο δεν είναι μια αφηρημένη θεωρητική επεξεργασία αλλά το αποτέλεσμα του στοχασμού που προκύπτει από μια συγκεκριμένη ιατρική πρακτική σε ένα ψυχιατρικό ίδρυμα. Οι συγγραφείς του επιχειρούν ν’ αναδείξουν-πάνω στο ιδιαίτερο έδαφος της αρμοδιότητας τους και στα πλαίσια της διαρκούς έρευνας της συμμετοχής των χρηστών στη δουλειά τους-την πραγματική σημασία της διφορούμενης έννοιας της υγείας, ερευνώντας πάνω απ’ όλα το διφορούμενο της έννοιας της αρρώστιας μέσα στην κοινωνική μας οργάνωση.

Franco Basaglia

Franco Basaglia

Εισαγωγή

Όταν μιλάμε σήμερα για την υγεία αναφερόμαστε σε μία πολλαπλότητα φαινομένων που υπεισέρχονται στην οργάνωση του υγειονομικού συστήματος με τρόπο που να τονίζουν όλο και περισσότερο το διφορούμενο χαρακτήρα του ορίου που χωρίζει την υγεία από την αρρώστια. Η παραδοσιακή ουδετερότητα αυτών των πεδίων παρέμβασης σε σχέση με την κοινωνική οργάνωση έχει επιμολυνθεί από εισροές (inputs) που προέρχονται από τον οικονομικό, τον πολιτικό και τον παραγωγικό τομέα της κοινωνίας («συγκρούσεις συμφερόντων, εξουσίας, ηθικές συγκρούσεις»), ενώ ο ατομικός χώρος -παραδοσιακά το αντικείμενο παρέμβασης- έχει διευρυνθεί ώστε να συμπεριλάβει τον άνθρωπο στην πολυπλοκότητά του ως κοινωνικού όντος. Κατά συνέπεια, έχουν ενταχθεί σ’ αυτό το πεδίο νέοι τεχνικοί, με την εξειδικευμένη λειτουργία να οικοδομήσουν τη συνέχεια ανάμεσα στο γιατρό, το πεδίο παρέμβασής του και τα νέα προβλήματα που σωρεύονται γύρω από αυτή.
Η ανάγκη επαναθεμελίωσης ενός ορισμού της υγείας που να λαμβάνει υπόψη του όλα τα νέα στοιχεία που έχουν προκύψει, γεννιέται από «την αμφισβήτηση της επάρκειας των επενδύσεων στο χώρο της υγείας και ακριβέστερα από την υπόθεση ότι είναι προσανατολισμένες κυρίως στην ανάπτυξη της αρρώστιας, που είναι αναγκαία για την επέκταση της υγειονομικής οργάνωσης». Παράλληλα, «έχει προχωρήσει στην κοινωνία μας η διάδοση μίας συγκεκριμένης αντίληψης για την υγεία, μέρος της οποίας αποτελεί η επιθυμία για ζωή. Από αυτό προκύπτει η ανάγκη παρέμβασης ενός συστήματος υπηρεσιών πριν από την εμφάνιση της αρρώστιας, υπηρεσίες που να επιλαμβάνονται της ζωής του ανθρώπου με τρόπο ώστε να απομακρύνουν εκείνους τους παράγοντες της αρρώστιας που υπάρχουν στη συγκεκριμένη κοινωνική οργάνωση».
Η κατανόηση της ιστορικής διάστασης όλων των φαινομένων, που εκ των πραγμάτων παρεμβαίνουν σ’ αυτό το πεδίο, σημαίνει κατά συνέπεια να θέσουμε υπό αμφισβήτηση την παραδοσιακή ουδετερότητα και αντικειμενικότητα των επιστημών.
3Η εισαγωγή αυτών των νέων μεταβλητών διευρύνει τόσο πολύ το πρόβλημα ώστε το κάνει ασαφές με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη τόσο η ενιαία εννοιολογική συστηματοποίηση όσο και η αναγκαία πρακτική παρέμβαση. Γι’ αυτό χρειάζεται να κατανοήσουμε καλά τη σχέση ανάμεσα στα φαινόμενα που έχουν τροποποιήσει την έκταση και τα όρια αυτού του τομέα.
Πιο συγκεκριμένα, χρειάζεται να κατανοήσουμε τους μηχανισμούς, τις διαδικασίες και τις ποιοτικές σχέσεις ανάμεσα στα διαφορετικής φύσης προβλήματα που εμπλέκονται σ’ αυτό το πεδίο, δηλαδή, ανάμεσα στην ευρύτητα του φαινομένου της αρρώστιας και την ποιότητα των συγκρούσεων που παράγονται κατά τη διαχείρισή της. Δεν αρκεί, δηλαδή, να τοποθετήσουμε τα φαινόμενα σε μία περιγραφική αλληλουχία για να κατανοήσουμε περισσότερο το πρόβλημα που θέλουμε ν’ αναλύσουμε.
Για παράδειγμα, ποια σχέση υπάρχει ανάμεσα σ’ αυτό που ορίζεται ως «συγκρούσεις συμφερόντων» και σ’ ό,τι ορίζεται ως «συγκρούσεις εξουσίας»; Με ποιο βάρος και σε ποια στιγμή παρεμβαίνουν αυτά στο φαινόμενο της αυξανόμενης επίπτωσης της αρρώστιας; Με ποιον τρόπο και διαμέσου ποιών καναλιών προχωρά, και μπορεί ν’ αποτελεί ένα κοινωνικό γεγονός, η αφαίρεση της «υποκειμενικής αντίληψης» της κατάστασης της υγείας;
Ο βαθύτερος λόγος για τον οποίο χρειάζεται ν’ απαντήσουμε σ’ αυτά τα ερωτήματα, χωρίς να περιοριστούμε σε μιαν αφηρημένη λίστα των φαινομένων που συγκλίνουν στον καθορισμό ενός πλαισίου τόσο πολύπλοκου, είναι η πρακτική ανάγκη που τέθηκε στην αρχή. Χρειάζεται να βρούμε έναν λειτουργικό ορισμό της υγείας, ο οποίος να παρεμβαίνει ως παράγοντας αλλαγής σ’ αυτή την κατάσταση και κατά συνέπεια, χρειάζεται ν’ αναλύσουμε τη διαφορετική φύση, τους λόγους και τους μηχανισμούς των τωρινών συγκρούσεων. Να καταλάβουμε, δηλαδή, προκειμένου ν’ απαντήσουμε στην ανάγκη που αναγνωρίζεται ως προοδευτική, σε ποιο βαθμό υπάρχουν «εσωτερικές αντιφάσεις του συστήματος» ως έκφραση συμφερόντων μη ανταγωνιστικών και κατά συνέπεια, πως είναι δυνατό ν’ ανασυντεθούν χωρίς να τροποποιηθούν ποιοτικά τα υποκείμενα που τις αντιπροσωπεύουν και οι σχέσεις ανάμεσά τους. Ή, σε ποιο βαθμό υπάρχουν «αντιφάσεις ανταγωνιστικές», τέτοιες, δηλαδή, που να καθιστούν αναγκαία την επικράτηση ενός μόνο από τα συμφέροντα που συμμετέχουν στο κοινωνικό παιχνίδι. Η επιλογή της μίας ή της άλλης εξήγησης θα έχει συνέπειες θεμελιακές στο επίπεδο του τύπου της παρέμβασης, των πόρων που είναι αναγκαίοι για τη διεκπεραίωσή της, των προσπαθειών και των συμμαχιών που είναι αναγκαίες για να παραχθεί.
Για να γίνουν, όμως, όλα αυτά χρειάζεται να βρούμε τα εννοιολογικά εργαλεία που είναι ικανά όχι πλέον μόνο ν’ αναπαραστήσουν και να εξηγήσουν την ύπαρξη και την εξωτερική όψη των φαινομένων, αλλά και να τα τοποθετήσουν στο εσωτερικό της διαδικασίας, του γενικού μηχανισμού που βρίσκεται πίσω από αυτά και στον οποίο εκφράζονται σε μία σειρά σχέσεων στενά συνδεδεμένων μεταξύ τους.
4Συμπερασματικά, δεν είναι πλέον δυνατό να θεωρήσουμε ως μία νέα παράμετρο του προβλήματος «υγεία» ένα γενικό «κοινωνικό», χωρίς να εξακριβώσουμε τι είναι αυτό που το συνιστά, ποιες διαδικασίες το καθορίζουν και σε ποια σχέση αυτό τοποθετείται σχετικά με άλλες πλευρές που αποτελούν μέρος του ανθρώπου. Διαφορετικά, θα διατρέχαμε τον κίνδυνο να επαναλάβουμε την ίδια διαδικασία στη βάση της οποίας, στις αρχές του αιώνα, η ψυχολογική πλευρά προστέθηκε στη βιολογική πλευρά της ιατρικής, οδηγώντας έτσι όχι σε μία νέα, ενιαία οπτική του ανθρώπου, αλλά σ’ ένα περαιτέρω διαχωρισμό και μία εξειδίκευση των διαφόρων πλευρών που, όμως, συλλαμβάνονται ενιαία στο ίδιο αντικείμενο (την παρέμβαση στον άρρωστο άνθρωπο).
Με τον ίδιο τρόπο, η αφηρημένη εισαγωγή της κοινωνικής προβληματικής διατρέχει τον κίνδυνο να είναι μόνο μια αφορμή παρέμβασης από νέους τεχνικούς και νέες υπηρεσίες για τη διαχείριση αυτής της πλευράς, η οποία, ενώ μοιάζει να συμπεριλαμβάνει όλες τις άλλες, επαναπροτείνεται εν συνεχεία ως μία περαιτέρω ειδική παρέμβαση που προστίθεται στις άλλες. Στο δίπολο «όλα οργανικά»-«όλα ψυχικά» υπάρχει ο κίνδυνος να προσθέσουμε σήμερα μία νέα πλευρά: «όλα κοινωνικά» και αυτή η διαδικασία διαρκούς απολυτοποίησης των φαινομένων δεν επιτρέπει άλλον τύπο παρέμβασης από την αναπαραγωγή του διαχωρισμού και τη διατήρηση του σημείου εκκίνησης.
Για να λύσουμε αυτό το δίπολο χρειάζεται να επανοικοδομήσουμε τον αρχικό μηχανισμό λειτουργίας της κοινωνίας ξεκινώντας από την οπτική της για την υγεία• χρειάζεται δηλαδή να βρούμε, ξεκινώντας από την κατανόηση και ταυτόχρονα από το συγκεκριμένο χαρακτήρα των ρόλων και των χώρων στους οποίους γίνεται η διαχείριση της αρρώστιας, την έννοια της υγείας που βρίσκεται πίσω από αυτήν και ακολούθως ν’ αναλύσουμε ποια είναι τα κομβικά σημεία που πρέπει ν’ αλλάξουμε στο συνολικό μηχανισμό που θα έχει αποσαφηνιστεί, στο όνομα μίας έννοιας της υγείας που θα είναι αληθινή και κοινή σε όλους -στο βαθμό που θα υποδεικνύει την πραγματική υπέρβαση των αντιφάσεων που βρίσκονται στη βάση αυτού του μηχανισμού.

Υγεία και αρρώστια

Εναλλακτική ΨυχιατρικήΌταν μιλά κανείς για «υγεία» και «αρρώστια» είναι πολιτισμικά αναγκασμένος να δεχθεί έναν προφανή, καθαρό διαχωρισμό ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο αντίθετα, με τον ίδιο φυσικό τρόπο που λέει «βρέχει» ή «έχει ήλιο». Οι ορισμοί μοιάζουν φαινομενικά ν’ αναφέρονται σε μία πραγματικότητα απτή και αδιαμφισβήτητη. Όπως είναι απτή και αδιαμφισβήτητη η βροχή που μουσκεύει, ή ο ήλιος που ζεσταίνει, ή όπως είναι η διαφορά ανάμεσα στο ένα και στο άλλο.
Εάν ακολούθως κάποιος αναρωτιέται τι είναι η υγεία και τι είναι η αρρώστια, ως πραγματικότητες συγκεκριμένες αναφορικά με τη ζωή που ζούμε, παραπέμπεται σ’ έναν ορισμό προφανή που κάνει παράδοξη την ίδια την ερώτηση• ότι, δηλαδή, αρρώστια είναι «να μην είναι κανείς υγιής» και υγεία «να μην είναι άρρωστος». Πράγμα που εξακολουθεί να μη μας λέει τίποτα γι’ αυτό που είναι η υγεία, ούτε για το τι είναι η αρρώστια και πολύ λίγο μπορεί να βοηθήσει να καταλάβουμε ποια είναι τα όρια που χωρίζουν τη μία από την άλλη. Αλλά αν προσπαθήσουμε να εμβαθύνουμε τη συζήτηση μιλώντας για υγεία και αρρώστια -σε σχέση με τη σημασία και με τη λειτουργία που τους ανατίθεται μέσα στο σύνολο των αξιών που συνιστούν την κουλτούρα μας και το σκελετό της κοινωνικής οργάνωσης της οποίας αυτή αποτελεί στήριγμα- αρρώστια γίνεται αυτό για το οποίο τρέχει κανείς στο γιατρό και στο νοσοκομείο και κατά συνέπεια αυτό που καθορίζει την αναστολή της «κανονικής» ζωής, δηλαδή της δραστηριότητας και της εργασίας. Και υγεία το σημάδι της διατήρησης του ατόμου στον ιδιαίτερο ρόλο του, στην ιδιαίτερη θέση εργασίας του, σύμφωνα με το βαθμό αποδοτικότητας που απαιτείται.
Υγεία και αρρώστια δεν αντιπροσωπεύουν, σ’ αυτή την περίπτωση, φυσικές καταστάσεις, προφανείς, που μπορούν να οριστούν στη βάση επακριβών χαρακτηριστικών, υποκειμενικών και συνάμα αντικειμενικών: δηλαδή, δεν είναι συγκεκριμένες πραγματικότητες (θετικές ή αρνητικές) αυτόνομες αυτές καθαυτές σε σχέση με τη λειτουργία και τη σημασία που προσλαμβάνουν. Καταλήγουν να είναι σχετικές προς μία «νόρμα» η οποία ορίζεται σαφώς με όρους συμμετοχής στην παραγωγική ζωή, σα να υπήρχε μία άμεση ισοδυναμία, υποκειμενική και αντικειμενική, ανάμεσα στο να είναι κανείς υγιής και στο να εργάζεται. Αλλά το γεγονός ότι η υγεία είναι σχετική προς κάτι που δεν ταυτίζεται εκ των προτέρων με τις ανάγκες του ανθρώπου (για την κοινωνία μας μπορούμε μάλλον να πούμε ότι η παραγωγή είναι μία αξία καθαυτή που δεν έχει φτιαχτεί για τον άνθρωπο ο οποίος παράγει ή δεν παράγει.

" Όχι στο ψυχιατρείο των φτωχών "

» Όχι στο ψυχιατρείο των φτωχών «

Παρεμπιπτόντως, σε διαφορετικές φάσεις, η παραγωγή έχει ανάγκη από εργάτες -δηλαδή από ανθρώπους- αλλά μπορεί να κάνει με λιγότερους, (όπως συχνά συμβαίνει στην περίπτωση της οικονομικής ύφεσης ή τους καταργεί εξαιτίας της ανάπτυξης της αυτοματοποίησης), μεταφράζεται σε μία απολυτοποίηση της υγείας ωσάν η νόρμα να μην ήταν η ζωή, δηλαδή μία υγεία που διαρκώς απειλείται από την αρρώστια και μία αρρώστια διαρκώς παρούσα μέσα στην υγεία. Μ’ αυτό τον τρόπο, η αρρώστια επωμίζεται το ρόλο μίας αναστολής της νόρμας• αναστολή η οποία, αν δεν μεταφραστεί ταχέως σε υγεία (δηλαδή, αποδοτικότητα και συμμετοχή στην παραγωγή), απολυτοποιείται ως θάνατος (δηλαδή, ως αποκλεισμός από τη ζωή).
Η απολυτοποίηση των αντιθέτων (το ένα θετικά, τα άλλο αρνητικά) εμποδίζει την ύπαρξη οποιουδήποτε σημείου σχέσης ανάμεσά τους, με αποτέλεσμα την άρνηση μίας διαλεκτικής σχέσης που καθιστά την υγεία μία στιγμή συνειδητοποίησης της ιδιοποίησης του σώματος, ως υπέρβαση της αρρώστιας σαν εμπειρίας και την αρρώστια μία φάση της ζωής, μία ευκαιρία ιδιοποίησης του εαυτού, του σώματος, των ιδίων εμπειριών και άρα μια ευκαιρία ιδιοποίησης της ίδιας της υγείας (αν δεν μεσολαβήσει ο θάνατος).
Υγεία και αρρώστια, εξαιτίας του γεγονότος ότι η ζωή προϋποθέτει τον θάνατο, θα έπρεπε να είναι ανθρώπινα φαινόμενα σε σχέση ταυτόχρονου ανταγωνισμού και ενότητας: ισορροπία και ανισορροπία των αντιθέτων, θα έπρεπε να είναι οι δύο διαλεκτικοί πόλοι της πραγματικότητας, που κινούνται ακριβώς ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο.
Η λειτουργία της ιατρικής, σ’ αυτή την περίπτωση, θα έπρεπε να συνίσταται σε μία διαμεσολάβηση η οποία, αν και θα αντιμετώπιζε την αρρώστια, θα έτεινε να διατηρεί παρούσα, ως θεμελιακή εμπειρία του ανθρώπου, την αντίφαση που είναι σύμφυτη με τη ζωή (ότι περιέχει το θάνατο), χωρίς να απολυτοποιεί τον ένα από τους δύο πόλους εις βάρος του άλλου. Αλλά από τη στιγμή που η υγεία προσλαμβάνεται ως απόλυτη αξία (στο βαθμό που είναι ισοδύναμη με την αποδοτικότητα, μοναδική αξία που αναγνωρίζεται σε μία κοινωνία όπου η ζωή λειτουργεί για τις ανάγκες ενός καθορισμένου τύπου παραγωγής), η αρρώστια παίζει το ρόλο ενός δυστυχήματος που υπεισέρχεται στην κανονική εκτύλιξη της ζωής, ως εάν η νόρμα να μην περιείχε τόσο την υγεία όσο και την αρρώστια.
Μ’ αυτό τον τρόπο, ο άρρωστος καταλήγει να ζει την αρρώστια του σαν κάτι ξένο προς τη ζωή, για την αντιμετώπιση του οποίου πρέπει να εμπιστευθεί τον εαυτό του στην «επιστήμη», μετατρεπόμενος ολόκληρος σε άρρωστο. Αυτό τον εμποδίζει να ζήσει την αρρώστια ως μία προσωπική εμπειρία που δεν κατακερματίζει το συνεχές της ζωής και στην οποία θα μπορούσε να συμμετάσχει υποκειμενικό και να την αντιμετωπίσει με την βοήθεια της «επιστήμης».
6Η ιατρική ιδεολογία -που δεν ξεφεύγει από την απολυτοποίηση της υγείας ως μοναδικής θετικής αξίας- προσλαμβάνει αυτή καθαυτή την εμπειρία της αρρώστιας, την οποία ουδετεροποιεί και αρνείται μέχρι του σημείου να την ανάγει σε καθαρό αντικείμενο της αρμοδιότητος της. Κατά παράδοξο τρόπο, αυτή καταστρέφει τον άρρωστο τη στιγμή που προσπαθεί να τον θεραπεύσει, ακυρώνοντας τη σχέση του με την αρρώστια του (τη σχέση του με το δικό του σώμα, με τη δική του ιστορία, με τον υποκειμενικό του τρόπο να ζει το μεν και τη δε), την οποία πρέπει να ζήσει ως παθητικότητα και εξάρτηση. Η ιατρική ιδεολογία καταλήγει, κατά συνέπεια, να είναι υπεύθυνη για την ανάδυση μίας πραγμοποιητικής σχέσης ανάμεσα στον άνθρωπο και τις εμπειρίες του, ωθώντας τον άρρωστο να ζήσει την αρρώστια ως ένα καθαρό δυστύχημα, που μπορεί ν’ αντικειμενοποιηθεί από την επιστήμη και όχι ως μία προσωπική εμπειρία.
Η απόσταση που ο γιατρός θέτει ανάμεσα στον εαυτό του και τον ασθενή, ο οποίος έχει αναχθεί σε καθαρό σώμα ή κατευθείαν σε καθαρό άρρωστο όργανο (απόσταση που χωρίζει το υποκείμενο από το αντικείμενο), θα χρησιμεύσει ως μοντέλο για την απόσταση που ο άρρωστος πρέπει να μάθει να θέτει ανάμεσα στον εαυτό του και την αρρώστια του, ανάμεσα στον εαυτό του και στο σώμα του, το οποίο καταλήγει να εμπιστεύεται στο γιατρό ως το μοναδικό υποκείμενο που νομιμοποιείται να επιλαμβάνεται των δικών του σωματικών εμπειριών.
Η απάρνηση των προσωπικών εμπειριών, στην οποία εξαναγκάζεται ο άρρωστος σ’ αυτή τη διαδικασία, είναι το σημάδι της απώλειας της ταυτοποίησης του εαυτού με το σώμα του, της ρήξης στο εσωτερικό αυτής της ταυτοποίησης και κατά συνέπεια της αμετάτρεπτης αλλοτρίωσης που θα τον εμποδίσει να την επανιδιοποιηθεί. Θα είναι η ιατρική ιδεολογία που θα διαχειριστεί ως δική της αρμοδιότητα (trait – d’ union) αυτή την ταυτοποίηση, αλλά ως ένα σώμα ξένο που εμποδίζει μία πραγματική επικοινωνία ανάμεσα στις δύο διαχωρισμένες μονάδες.
Αυτό που κοινώς θεωρείται ως ανάρρωση είναι, κατά συνέπεια, ταυτόχρονα έκφραση της αποδοχής από τη μεριά του αρρώστου ότι του έχει ακυρωθεί και απαλλοτριωθεί η δυνατότητα να ζήσει διαλεκτικά την αρρώστια και, επομένως, το σώμα του ως εμπειρία. Η ιατρική ιδεολογία και πρακτική συμβάλλουν στην τροφοδότηση του ρήγματος, στην παγίωση της αποξένωσης από τον εαυτό ως αξίας, διαμέσου της τεχνικής (επιστημονικής) επικύρωσής τους ως μίας πρωτεύουσας κατάστασης πέραν της οποίας υπάρχει η υγεία.
Νερούδα_0004Από τη στιγμή που οι «φυσικές» αντιφάσεις (εν προκειμένω υγεία-αρρώστια) δεν βιώνονται διαμέσου της υπέρβασης της εσωτερικής τους σύγκρουσης και με τη συμμετοχή της ιατρικής να διευκολύνει την ενεργό και υποκειμενική λύση αυτής της σύγκρουσης, δεν μπορεί παρά να κρατηθούν αποχωρισμένοι οι πόλοι που τη συνιστούν: αυτό που αφορά την αρρώστια, αν δεν γίνει αμέσως ανάρρωση (δηλαδή, υγεία) είναι αμέσως θάνατος, καθώς δεν γίνεται δεκτό ως μέρος της ζωής.
Σ’ αυτή την οπτική, διαχωρίζονται αυτομάτως τα πεδία -δηλαδή οι θεσμοί- όπου εκτυλίσσεται η αρρώστια από αυτά στα οποία εκτυλίσσεται η ζωή, γεγονός που απαιτεί μία ταυτοποίηση όλο και πιο έγκαιρη, καθώς και την άμεση απολυτοποίηση κάθε στιγμής, κάθε φαινόμενου που εγείρει υποψίες παρουσίας της αρρώστιας μέσα στην υγεία. Αλλά τα νοσοκομεία που δημιουργήθηκαν για την αρρώστια δεν έχουν δημιουργηθεί για τον άρρωστο, ο οποίος μέχρι τη στιγμή του θανάτου, είναι φορέας ταυτόχρονα αρρώστιας και υγείας: δηλαδή, αποτελεί πάντα μέρος της ζωής. Είναι αυτό ακριβώς (πέραν του γεγονότος ότι είναι χώροι εργασίας στα μέτρα των τεχνικών) που κάνει τα νοσοκομεία να γίνουν αυτό που είναι: οργανισμοί όπου ο άρρωστος είναι μόνο άρρωστος, εκμηδενισμένος, σ’ ό,τι του απομένει ζωτικό, από την επάρκεια-ανεπάρκεια του νοσοκομείου, που λειτουργεί ως καθαρός οργανισμός της αρρώστιας, ως γεγονός ασηπτικό, απόλυτο, αποχωρισμένο από την πραγματικότητα του αρρώστου.
Το ναρκοθετημένο και ταυτόχρονα καθησυχαστικό έδαφος πάνω στο οποίο συνεχίζουμε να κινούμαστε, είναι, λοιπόν, αυτό του καθαρού διαχωρισμού των αντιθέτων: «καλό» και «κακό», «υγεία» και «αρρώστια», «ωραίο» και «άσχημο», «αληθινό» και «ψεύτικο», «κανονικό» και «μη κανονικό». Καθένα με το δικό του διαχωρισμένο ιδεολογικό και θεσμικό πεδίο, αποκτά μιαν απόλυτη αξία (θετική ή αρνητική), τόσο που το ένα δεν μπορεί ποτέ να εμπλακεί σε μία διαλεκτική σχέση με το άλλο.

Η αρρώστια ως κοινωνικό πρόβλημα

Η αρρώστια τίθεται ως πρόβλημα αρμοδιότητας της κοινωνικής οργάνωσης, από τη στιγμή που ενοποιείται η παραγωγή όλου του πλούτου διαμέσου ενός συστήματος καταμερισμού της εργασίας, όπου χρειάζεται ο συντονισμός όλων των πλευρών σε μία μοναδική κατεύθυνση: τον τρόπο παραγωγής του καπιταλισμού.
Σαζ 4Σ’ αυτή τη φάση το πολιτικό σύστημα διαφοροποιείται από το οικονομικό σύστημα διαμέσου της ανάθεσης, από αυτό το τελευταίο, της οργάνωσης των μηχανισμών του κράτους και των λειτουργιών με τις οποίες προηγούμενα ήταν επιφορτισμένες διάφορες κοινωνικές ομάδες, ενοποιώντας τους διάφορους μηχανισμούς, όπως: ο διοικητικός, ο οικονομικός, ο κανονιστικός κ.λπ. Το πρόβλημα είναι, αυτές οι πλευρές της κοινωνικής οργάνωσης να γίνουν λειτουργικές προς το παραγωγικό σύστημα, δημιουργώντας μία κοινωνία οργανωμένη έτσι, ώστε να επιτρέπει την επέκταση της παραγωγής και των αγαθών.
Το πρόβλημα της αρρώστιας γίνεται, λοιπόν, πρόβλημα κοινωνικό όταν γεννιέται η αναγκαιότητα να διατηρηθεί και να ελεγχθεί η αποδοτικότητα της εργατικής δύναμης που είναι αναγκαία στην παραγωγή. Στην κατάσταση της εμπορευματοποίησης και της εκμετάλλευσης του ανθρώπου, που δημιουργείται, η αρρώστια γίνεται εμπόρευμα: εμπόρευμα ελαττωματικό που μπορεί να διορθωθεί διαμέσου της παραγωγής υπηρεσιών που είναι αυτές καθαυτές εμπορεύματα. Η αλλοτριωμένη εργασία ανάγει τον άνθρωπο -υγιή ή άρρωστο- σε μία κατάσταση αλλοτρίωσης από τον εαυτό του, η οποία θα επικυρωθεί ακολούθως από όλες τις τεχνικές παρεμβάσεις που προωθούνται φαινομενικά προς όφελος της ζωής και της υγείας του, αλλά που στην πραγματικότητα δεν είναι παρά μία επικύρωση της εκμετάλλευσής και της εμπορευματοποίησής του.
Από την αρχή των αγώνων της ευρωπαϊκής εργατικής τάξης, ως απάντηση σ’ αυτές τις πιέσεις και σ’ αυτές τις ανάγκες και ταυτόχρονα ως απάντηση στις ανάγκες του κεφαλαίου τίθενται, λοιπόν, νέα προβλήματα: η αναγκαιότητα ανάκτησης της εργατικής δύναμης για να ξαναμπεί στον κύκλο της διευρυμένης παραγωγής. Και η αναγκαιότητα ώστε στρώματα του πληθυσμού ολοένα και πιο πλατιά να είναι σε θέση να καταναλώσουν, να γίνουν δηλαδή αγοραστές εμπορευμάτων που έχουν παραχθεί σε μία αγορά που κι αυτή διευρύνεται, πράγμα που έρχεται ταυτόχρονα ν’ αναλάβει μία λειτουργία ενσωμάτωσης διαμέσου της δυνατότητας -λίγο ως πολύ πραγματικής- για συμμετοχή, με την απόκτηση αγαθών, στα οφέλη που προκύπτουν από τον πλούτο που έχει παραχθεί.
φτώχεια στον μεσαίωναΌταν, δηλαδή, η παραγωγή περνάει από τη στιγμή της απλής επέκτασης στην οργάνωσή της (περίπου μέχρι το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα), γεννώνται από τη μεριά του κράτους η οργάνωση υγειονομικών υπηρεσιών, η κοινωνική ασφάλιση, τα κανονιστικά πλαίσια του υγειονομικού πεδίου και μαζί με αυτά, η επιστημονική συστηματοποίηση της ιατρικής. Η σφαίρα της αρρώστιας και η λειτουργία της φροντίδας διαφοροποιούνται σε εξειδικευμένους μηχανισμούς στους οποίους ανατίθεται η διαχείριση των διαφόρων πλευρών δυσλειτουργικότητας της εργατικής δύναμης: αρρώστια και παρέκκλιση οργανώνονται στο εσωτερικό μίας κλίμακας αξιών μέσα στην οποία υπάρχουν σφαίρες των ορίων (για παράδειγμα η ψυχική αρρώστια, της οποίας η διαχείριση γίνεται μέσα σε νοσοκομεία-φυλακές ως απτό σημάδι αυτού του διφορούμενου), σφαίρες μέγιστης επένδυσης (η παραγωγική ηλικία του ανθρώπου) και σφαίρες ελάχιστης επένδυσης (τα προβλήματα της γυναίκας, του ηλικιωμένου, του παιδιού, του ανάπηρου).
Αυτή η διαδικασία διαφοροποίησης της λειτουργίας και της εξειδίκευσης των μηχανισμών συντελεί ώστε, για παράδειγμα, η σφαίρα της πολιτικής όπως και η υγειονομική να ζουν, φαινομενικά, ανεξάρτητα από την οικονομική-παραγωγική σφαίρα, ισχυρές στο ρόλο τους από την αρχική ανάθεση, η οποία προσφέρει σε αντάλλαγμα ελεύθερο πεδίο για τη διαχείριση του ιδιαίτερου αντικειμένου τους, το οποίο έχει ήδη οριστεί σε σχέση με τις ανάγκες της κοινωνικής οργάνωσης. Μ’ αυτό τον τρόπο, η ουδετερότητα της επιστήμης, η ανεξαρτησία της κουλτούρας, η αντικειμενικότητα της δικαστικής εξουσίας, το απόμακρο της πολιτικής εξυπηρετούν, από τη μία μεριά, το κλείσιμο των συγκρούσεων στην οικονομική σφαίρα και από την άλλη, αφήνουν «ελεύθερους και κυρίαρχους» τους διαχειριστές αυτών των ιδιαιτεροτήτων με την αρμοδιότητα να νομιμοποιήσουν με διαφορετικά περιεχόμενα και μορφές το ιδιαίτερο αντικείμενό τους και να νομιμοποιηθούν στο προνόμιο να ασκούν αυτή τη διαχείριση, δημιουργώντας αυτό που ο Γκράμσι ορίζει ως «λειτουργό της συναίνεσης».
Η αρρώστια έχει φτιαχτεί να ζει έτσι ξέχωρα από την υγεία επειδή οι σφαίρες διαχείρισης της μίας και της άλλης είναι διακριτές, όπως είναι διακριτό το προσωπικό από το πολιτικό, το επιστημονικό από το εμπειρικό, το θεωρητικό από το πρακτικό• επειδή είναι πλήρως διακριτές οι ιδεολογίες τους και οι θεσμοί τους, με μιαν αμοιβαία φαινομενική αδιαπερατότητα και μία πραγματική συνενοχή μεταξύ τους στο βαθμό που προέρχονται από την ίδια λογική και με σκοπό, όλα, να νομιμοποιήσουν και να παγιώσουν την ίδια κοινωνική οργάνωση.
Αλλά η χρησιμότητα αυτού του μανιχαϊστικού διαχωρισμού, που φαίνεται να επιτελείται σ’ ένα επίπεδο ουδέτερο, μεταφυσικό, ανταποκρίνεται σ’ έναν άλλο διαχωρισμό, συγκεκριμένο και πραγματικό, πάνω στον οποίο βασίζεται η κοινωνική μας οργάνωση: τον διαχωρισμό σε τάξεις• διαχωρισμό που έχει παραχθεί και προσδιοριστεί ιστορικά, ο οποίος επιβάλλεται και θεωρείται ως φυσικός διαχωρισμός. Μέσα στην κοινωνική μας οργάνωση κάθε ανθρώπινη έκφραση αξιολογείται φαινομενικά σύμφωνα με τις παραμέτρους της πρώτης αφηρημένης, μεταφυσικής, ηθικής διχοτομίας, αλλά εγγράφεται πρακτικά σ’ αυτή τη δεύτερη μήτρα και από αυτή παίρνει τη λειτουργία και τη σημασία της.
Από αυτή την προϋπόθεση εξάγεται μία σειρά αξιών, κανόνων, διατάξεων, ιδεολογιών, θεσμών, οι οποίοι, αν και τυπικά έχουν στόχο να επιλύσουν τις φυσικές αντιφάσεις του ανθρώπου (πείνα, αρρώστια, παρέκκλιση), χρησιμεύουν στην πραγματικότητα στη διαχείριση και την επικύρωση του αφύσικου διαχωρισμού, πάνω στον οποίο βασίζεται η οικονομικοκοινωνική δομή.
Ιστορία της τρέλας«Καλό» είναι αυτό που έχει προσδιοριστεί από την ηγεμονική τάξη (ή, ακριβέστερα, από τους νόμους της οικονομίας που αυτή η τάξη αντιπροσωπεύει), «κακό» είναι αυτό που αρνείται τη νομιμοποίηση αυτής της σύμπτωσης του καλού με το καλό της ηγεμονικής τάξης και των νόμων της οικονομίας.
«Αληθινό» είναι αυτό που επικυρώνει τη χρησιμότητα και την αναγκαιότητα αυτού του διαχωρισμού και αυτής της κυριαρχίας, «ψεύτικη» είναι η ανάγκη του κυριαρχούμενου να γίνει κύριος του εαυτού του και να καθορίσει τη ζωή του σύμφωνα με νόμους που ανταποκρίνονται στις δικές του ανάγκες και όχι στις ανάγκες αυτού που τις επιβάλλει.
Σ’ αυτό το πλαίσιο, τι μπορεί να είναι η υγεία αν όχι η προφανής συνθήκη αυτού που βρίσκεται στη θέση του -είτε είναι υγιής είτε άρρωστος- σε μία κατάσταση καθολικής αλλοτρίωσης, η οποία τον εμποδίζει να είναι κύριος του εαυτού του, του σώματός του, της ζωής του, ακριβώς όπως στην κατάσταση της αρρώστιας;
Όταν, ακολούθως, εισέλθουμε στη σφαίρα του «κανονικού»-«μη κανονικού», ο διαχωρισμός και ο ορισμός είναι ακόμα πιο ασαφείς, ή καλύτερα, ακόμα πιο σαφείς. Κανονικό-μη κανονικό σε σχέση με τί;
Οι κανονικές συμπεριφορές είναι αυτές που είναι συναφείς με τις αξίες της ηγεμονικής τάξης, οι οποίες ανταποκρίνονται σε παραμέτρους που έχουν παγιωθεί από αυτήν ως άμεσα συναφείς με τις δικές της ανάγκες. Η μη κανονική συμπεριφορά θα ήταν επομένως, εξ ορισμού, η συμπεριφορά αυτού που δεν βρίσκει, στις αξίες που του επιβάλλονται, μιαν απάντηση στις ανάγκες του. Δεδομένου ότι οι κανόνες της συμπεριφοράς καθορίζονται σε συνάφεια με τις ανάγκες και τις αξίες της ηγεμονικής τάξης, η κατώτερη τάξη δεν μπορεί να βρει -σ’ αυτές τις αξίες- μιαν απάντηση στις δικές της ανάγκες, γιατί οι αξίες της κυρίαρχης τάξης δεν περιλαμβάνουν τις ανάγκες της κατώτερης, παρά μόνο στο βαθμό που η ηγεμονική τάξη είναι διατεθειμένη και θεωρεί επωφελές γι’ αυτήν να απαντήσει σ’ αυτές και να τις οργανώσει, ή στο βαθμό που η κατώτερη τάξη έχει τη δύναμη να απαιτήσει την απάντηση σ’ αυτές.
Για παράδειγμα, αν ανατρέξει κανείς στις πρώτες διατυπώσεις των κανόνων συμπεριφοράς της αστικής κοινωνίας που -αρχικά- θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως ένα εργαλείο κοινωνικού μετασχηματισμού, είναι καθαρό ότι πρόκειται για εξορθολογισμό των αξιών και των αναγκών της κυρίαρχης τάξης: οι κανόνες του πως να ζει κανείς είναι η κωδικοποίηση του αστικού τρόπου ζωής, που προτείνεται ως η γενική νόρμα στην οποία πρέπει να προσαρμοστεί όλη η κοινωνία. Αλλά από τη στιγμή που γίνεται αντιληπτό ότι οι κανόνες της συμπεριφοράς οικοδομούνται κατ’ εικόνα μίας καθορισμένης πραγματικότητας (των αναγκών και των αξιών της κυρίαρχης τάξης), γίνεται φανερό ότι αυτές είναι η έκφραση ιδιαίτερων αναγκών και απαιτήσεων που επιβάλλονται ως καθολικές, ότι, δηλαδή, δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες και στις απαιτήσεις των πολλών.
Ο διχασμένος εαυτόςΜ’ αυτή την έννοια, ένας κανόνας που δεν ανταποκρίνεται σε μιαν ανάγκη δεν μπορεί να λειτουργήσει παρά ως εργαλείο καταπίεσης και ελέγχου πάνω σε ομάδες ανθρώπων στις οποίες επιβάλλεται, καθώς προτείνεται ως μία αφηρημένη κατηγοριοποίηση που δεν δικαιολογείται παρά μόνο για την επιβολή και για τις υπονοούμενες κυρώσεις απέναντι σε όποιον δεν συμμορφώνεται. Αν δεν ανταποκρίνεται σε μία πραγματική ανάγκη, μία νόρμα είναι πάντα ένας κανόνας προσαρμογής σε κάτι τεχνητό, που πρέπει να μεταφραστεί σε μία διαγωγή, σε μία συμπεριφορά κοινή σε όλους και η οποία, ως τέτοια, δεν χρησιμεύει παρά στην καταστροφή κάθε εμπειρίας μη προβλέψιμης και μη κατηγοριοποιήσιμης.
Αυτό που έχει σημασία είναι να εμποδιστεί η δυνατότητα μίας εναλλακτικής λύσης που πηγαίνει πέρα από την εγκαθιδρυμένη νόρμα και τις αξίες που είναι σύμφυτες με αυτή. Αλλά πρόκειται πάντα για αξίες της κυρίαρχης τάξης, που καταφέρνει έτσι ν’ απορροφήσει στη λογική της την κυριαρχούμενη τάξη, η οποία -αν δεν καταφέρει να ικανοποιήσει τις ανάγκες της- χάνει τη δύναμή της από την προσαρμογή της σ’ ένα κανόνα συμπεριφοράς, ο οποίος είναι ξένος προς αυτήν και μειώνει τον επείγοντα χαρακτήρα των αναγκών της και την επιθετικότητα της θέλησης να τις ικανοποιήσει.
Στην καπιταλιστική λογική δε υπάρχει ποτέ μία άμεση απάντηση στις ανάγκες του ανθρώπου (παρά μόνο σ’ εκείνες της κυρίαρχης τάξης, η οποία εγκαθιδρύει τους κανόνες για την ικανοποίηση τους) και η κυριαρχία διαιωνίζεται τόσο διαμέσου της δημιουργίας τεχνητών αναγκών που μπορούν να ικανοποιηθούν όσο και διαμέσου της θεσμικής οργάνωσης, σε διάφορες κατηγορίες, των πρωταρχικών αναγκών οι οποίες μένουν αναπάντητες. Μ’ αυτό τον τρόπο μειώνεται η δυνατότητα αιτημάτων, τα οποία δεν θα μπορούσαν ν’ αντιμετωπιστούν μέσα σε μια τέτοια οικονομική λογική.
ΓκόλεμανΟι κανόνες της συμπεριφοράς ως σύνολο αφηρημένων κωδικοποιήσεων, που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματική ζωή της πλειοψηφίας, λειτουργούν επομένως ως φρένο και έλεγχος, είτε διαμέσου της ισοπέδωσης των εμπειριών είτε διαμέσου της απειλής κυρώσεων για τους παρεκτρεπόμενους.
Ο σκοπός είναι η δημιουργία μίας φαινομενικής οικουμενικής μεσαίας τάξης, όπου συνεχίζει να υπάρχει ο ταξικός διαχωρισμός, αλλά όπου η κυριαρχούμενη τάξη -προσαρμοζόμενη στους κανόνες συμπεριφοράς και στις αξίες που της έχουν επιβληθεί- μιμείται την κυρίαρχη τάξη, ενσωματώνοντας τους κανόνες και τις αξίες της.
Μ’ αυτό τον τρόπο αυτή διασπάται ακόμα περισσότερο με την απόκτηση αξιών που δεν ανταποκρίνονται σ’ αυτήν, ενώ η κυρίαρχη τάξη ενισχύεται από την ενδυνάμωση των δικών της αξιών. Η απόσταση ανάμεσα στην ανάγκη και στην ικανοποίηση της ανάγκης μένει αμετάβλητη, αν ο κανόνας της συμπεριφοράς δεν ανταποκρίνεται στις συγκεκριμένες ανάγκες όλων των ανθρώπων: σ’ αυτή την περίπτωση ο κανόνας γίνεται ένα άλλοθι για την επιβολή του, που μεταφράζεται σ’ ένα εργαλείο ελέγχου και κυριαρχίας απέναντι σ’ όποιον τον παραβιάζει, όπως και απέναντι σ’ όποιον τον ενσωματώσει ως δικό του.
Επιπλέον, οι θεσμοί (και μ’ αυτό τον όρο αναφερόμαστε σε όλους τους θεσμούς της κοινωνικής μας οργάνωσης, συμπεριλαμβανομένων της κουλτούρας και της επιστήμης) των οποίων η λειτουργία είναι πάντα, αν και σε διαφορετικά επίπεδα, η προστασία και η διασφάλιση της εγκαθιδρυμένης «νόρμας», διευθύνονται και διαχειρίζονται από την κυρίαρχη τάξη σύμφωνα με το δικό της κώδικα αναφοράς. Αυτός ο κώδικας είναι προσβάσιμος μόνο σε όποιον τον συμμερίζεται και τον κατανοεί, γιατί αποτελεί μέρος του και μέρος της ζωής του. Δεν πρόκειται μόνο για ένα γλωσσικό ιδίωμα, αλλά και για ένα σύνολο αξιών που είναι τελείως συναφείς με αυτόν που τις παράγει, αυτόν που τις αντιπροσωπεύει και αυτόν που τις χρησιμοποιεί.
Χρήστος ΤσαντήςΑυτός ο κώδικας δεν μπορεί να περιέχει τις ανάγκες και την απάντηση στις ανάγκες μιας τάξης που είναι εκ των προτέρων αποκλεισμένη από αυτές τις αξίες. Ως εκ τούτου, ο κώδικας αυτός καθαυτός λειτουργεί, ως εργαλείο χειραγώγησης, αποστασιοποίησης, κυριαρχίας και διακρίσεων, στο βαθμό που η ίδια η καταπιεσμένη τάξη -ακόμα και στα πιο πολιτικοποιημένα τμήματά της- δεν αναγνωρίζει αυτόματα στην «επιστήμη» ένα από τα εργαλεία, διαμέσου των οποίων περνά η χειραγώγηση και ο έλεγχος των οποίων είναι αντικείμενο. Αυτή η ίδια η καταπιεσμένη τάξη αναγνωρίζει σ’ αυτή μιαν «αντικειμενική» αξία, δηλαδή «επιστημονική», πράγμα που διευκολύνει την παθητική αποδοχή αυτής της αξίας, στο βαθμό που τίθεται σ’ ένα πεδίο που είναι πέρα από τη δυνατότητα να γνωσθεί και να κατανοηθεί, καθώς χειραγωγείται έτσι ώστε να μην μπορεί κάτι τέτοιο να συμβεί.
Η κανονικότητα λοιπόν μίας συμπεριφοράς συνίσταται ουσιωδώς στο γεγονός ότι είναι συναφής προς τις αξίες του ατόμου, που την εκφράζει ως συναφή με τις αξίες της κυρίαρχης ομάδας της οποίας αποτελεί μέρος, ή -παρόλο που δεν είναι συναφής με τις αξίες του (δηλαδή με τις δικές του ανάγκες και τις αξίες και τις ανάγκες της τάξης στην οποία ανήκει το άτομο)- αυτό την εκφράζει ως δική του γιατί χειραγωγείται με τρόπο που δεν καταλαβαίνει το ρήγμα μεταξύ του κόσμου των δικών του αναγκών και του κόσμου των αξιών που του επιβάλλονται.
Ένα άτομο είναι, λοιπόν, κανονικό εφόσον αποδέχεται τους κανόνες που ορίζονται ως κανόνες της «πολιτισμένης συμβίωσης», οι οποίοι στην πραγματικότητα ανταποκρίνονται στους κανόνες που παγιώνουν την απόσταση ανάμεσα σ’ αυτόν που έχει την εξουσία να καθορίζει το νόμο και σ’ αυτόν που έχει την υποχρέωση να υποτάσσεται στο νόμο. Η τάξη που έχει την εξουσία ταυτίζεται μ’ αυτούς τους κανόνες γιατί είναι συναφείς με τις απαιτήσεις της, με τις αξίες της ζωής της και, επομένως, της χρησιμεύουν ως κατοχύρωση απέναντι στην τάξη που πληρώνει το κόστος και η οποία, συνεπώς, θα μπορούσε να τους ακυρώσει.
Dybbuk1Άρα, μη κανονικός είναι αυτός που -χωρίς, κατά κάποιο τρόπο, να το σκεφτεί- αμφισβητεί αυτούς τους κανόνες, παραβαίνοντάς τους γιατί δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες του. Οι ανώμαλες συμπεριφορές είναι, λοιπόν, αρχικά μία κωδικοποιημένη και κωδικοποιήσιμη παραβίαση κανόνων που επιβάλλονται ως καθολικοί, δηλαδή ως ανταποκρινόμενοι στα συμφέροντα και στις ανάγκες όλων, ενώ ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις και στα συμφέροντα της τάξης που τους εγκαθιδρύει.
Η παράβαση είναι, έτσι, ένα φαινόμενο σχετικό με τις αξίες που επιβάλλονται ως απόλυτες, στο πλαίσιο των οποίων οι «απαντήσεις» στην παράβαση δεν μπορούν παρά να είναι απόλυτες: Τιμωρία, ποινή, ενοχή, ακοινωνικότητα, επικυρωμένες και απολυτοποιημένες στους διάφορους κλάδους της επιστήμης, οι οποίοι τις αναλαμβάνουν ως καθαρό αντικείμενο της αρμοδιότητάς τους, διαχωρίζοντας το φαινόμενο «παράβαση» από το κοινωνικό πλαίσιο στο οποίο εκδηλώνεται και του οποίου η παράβαση αποτελεί μέρος, ακέραιο και γεμάτο σημασία.
Αυτό το φαινόμενο είναι ιδιαίτερα φανερό στο πεδίο των ανθρωπιστικών επιστημών, στο οποίο συμμετέχει μ’ ένα διφορούμενο τρόπο η ιατρική στο πλαίσιο του ανοίγματος της στο «κοινωνικό», οι οποίες -την περίοδο του γεννήθηκαν- φαινόταν ότι θα μπορούσαν ν’ ανοίξουν νέες προοπτικές για την απελευθέρωση του ανθρώπου. Αλλά από τη στιγμή που αυτές οι νέες επιστήμες μπήκαν στη λογική του ταξικού διαχωρισμού, δηλαδή, στη λογική της κυριαρχίας της μίας τάξης πάνω στην άλλη, μεταμορφώθηκαν αναπόφευκτα σε εργαλεία που είναι αναγκαία για την επικύρωση αυτού του διαχωρισμού και αυτής της καταπίεσης, διαμέσου του αποχωρισμού των φαινομένων από την αρχική τους μήτρα, της οποίας είναι μία από τις εν δυνάμει εκφράσεις.
Αυτή η διαδικασία γέννησε μία σειρά από πολιτιστικά σώματα γνώσης (corpus), που κωδικοποιούν και προσδιορίζουν τις συμπεριφορές, αποσιωπούν τις πρωταρχικές ανάγκες, δημιουργούν ανάγκες τεχνητές, διδάσκουν στους ανθρώπους τη σημασία της γέννησής τους, ποιά πρέπει να είναι η ζωή τους και ποιοι οι ρόλοι τους, ποιες σχέσεις πρέπει να εγκαθιδρύονται ανάμεσά τους, ποιος πρέπει να είναι και τι μορφή πρέπει να πάρει ο θάνατός τους.
Η μάνα και το νόημα της ζωής_0001Αν οι θρησκείες είχαν τη λειτουργία της χειραγώγησης και του ελέγχου διαμέσου της διάκρισης, μεταξύ καλού και κακού, ανταμοιβής και σωφρονισμού, ενοχής και τιμωρίας, οι ανθρωπιστικές επιστήμες φαίνεται ότι εξειδικεύτηκαν στην εστίαση στο κανονικό σε σχέση με το παθολογικό, στη σωστή συμπεριφορά σε σχέση με την παρεκκλίνουσα και όλα αυτά, όχι πλέον αναφορικά με μιαν απόλυτη αξία, η οποία -αν και σε διαφορετικά επίπεδα- τους καθιστούσε όλους κοινωνούς της υπευθυνότητας των «αμαρτημάτων» τους, αλλά αναφορικά με το συμφέρον του εντολέα.
Αυτές οι επιστήμες, αν και γεννήθηκαν στο όνομα του ανθρώπου και της απελευθέρωσής του, είχαν τη λειτουργία της κωδικοποίησης των κανονικών συμπεριφορών, του ορισμού των ορίων της νόρμας, του ελέγχου -διαμέσου της θεραπείας και του εγκλεισμού- των παρεκκλίσεων απ’ αυτά και όχι στη βάση των αναγκών του ανθρώπου (δηλαδή, των αναγκών όλων των ανθρώπων), αλλά ως απάντηση στις απαιτήσεις του νόμου της οικονομίας που αντιπροσωπεύεται από την κυρίαρχη ομάδα, η οποία πρέπει να υπολογίζει στον έλεγχο των πολλών ως εγγύηση του δικού της παιχνιδιού και της δικής της εξουσίας.
Οι διακλαδώσεις διαμέσου των οποίων πραγματοποιείται αυτή η διαδικασία είναι ποικίλες, παρόλο που όλες παρουσιάζουν έναν κοινό παρονομαστή: την τάση να απομονώνουν τα φαινόμενα σαν να μην είχαν γεννηθεί και σαν να μη παρουσιάζονταν σ’ ένα δίκτυο αμοιβαίων σχέσεων και συσχετισμών, για ν’ αντιμετωπιστούν διαιρεμένα, αποχωρισμένα από τον ιστό, του οποίου είναι ένα από τα στοιχεία, έτσι ώστε να γίνει δυνατό να τα κάνουν να πάρουν ένα χαρακτήρα απόλυτο, φυσικό, άκαμπτο. Κάθε φαινόμενο, άπαξ και απολυτοποιηθεί, βρίσκει τη δική του, ξεχωριστή σφαίρα αρμοδιότητας, όπου αυτό, αντί ν’ αντιμετωπιστεί και να επιλυθεί, δεν θα μπορέσει παρά να επιδεινωθεί και να παγιωθεί.
Αυτή ακριβώς η διαδικασία απομόνωσης και απολυτοποίησης των φαινομένων προϋποθέτει μιαν άλλη, στενά συνδεδεμένη προς αυτήν: τη μετατόπιση κάθε προβληματικής από το κοινωνικό επίπεδο, στο οποίο εκδηλώνεται (ότι κάθε φαινόμενο διαπλέκεται σ’ έναν ιστό σχέσεων και συσχετισμών, αιτιών κα αποτελεσμάτων), στο άτομο που το ενσαρκώνει και όπου αυτόματα αποϊστορικοποιείται και ταυτίζεται με το φαινόμενο καθαυτό. Ακόμα κι όταν, για να ξεπεραστεί αυτό το αδιέξοδο, γίνεται επίκληση των κοινωνικών συνεπειών που είναι παρούσες σε όλα τα φαινόμενα, η διεύρυνση του πεδίου της έρευνας δεν αναιρεί την υποκειμενική απομόνωση του ατόμου, αλλά λειτουργεί σαν να υπήρχε, για κάθε άτομο, μία ξέχωρη αιτία της κοινωνικής του διαταραχής.
Η ανάθεση
Το πρόβλημα της υγειονομικής περίθαλψης αντιμετωπίστηκε και βιώθηκε ως πρόβλημα απλώς τεχνικό. Πολιτικοί και κρατικοί αξιωματούχοι ανέθεσαν στους γιατρούς -στους ειδικούς- τόσο την υγεία ως στιγμή πρόληψης, όσο και την αρρώστια, από τη στιγμή της εμφάνισής της. Ο τεχνικός θεωρήθηκε, δηλαδή, ως ο ουδέτερος θεματοφύλακας μίας ουδέτερης επιστήμης, που, από τη μία, θεωρούσε τον άνθρωπο ως ένα σύνολο από όργανα -εκ των οποίων ένα ή περισσότερα προσβάλλονταν ή αλλοιώνονταν από μία νοσηρή διαδικασία- και από την άλλη, προχωρούσε στον αποχωρισμό του ανθρώπου από την ιστορία του, από το περιβάλλον του, από τη ζωή του, για ν’ αντιμετωπίσει την αρρώστια με τρόπο απομονωμένο, ασηπτικό και χωρίς εξωτερικές παρεμβάσεις.
Κοινωνία και ψυχική υγείαΗ «θεραπεία» περιορίστηκε, ως επί το πλείστον, στην αντιμετώπιση ενός άρρωστου οργάνου παρεμβαίνοντας όταν η διάγνωση ήταν σαφής, ή, όταν ήταν αβέβαιη ως προς την αιτία ή την πηγή, στην εξουδετέρωση του συμπτώματος, ή στον αποκλεισμό του αρρώστου όταν η ιατρική στεκόταν ανίκανη μπροστά στην αρρώστια του. Αλλά όταν η αρρώστια αποχωρίζεται πλήρως από τη ζωή του άρρωστου ανθρώπου, η παρέμβαση μένει μερική, διότι το σύμπτωμα συχνά αποχωρίζεται από αυτό του οποίου μπορεί να είναι η έκφραση.
Αυτή είναι μία από τις στιγμές που η ιατρική δείχνει ανάγλυφα την μη ουδετερότητα της παρέμβασής της: οι διαφορετικές ιστορίες των διαφορετικών αρρώστων που η ιατρική θα έπρεπε να θεραπεύσει, είναι βασικά ταξικές ιστορίες, με την έννοια ότι -αν και όλοι οι άνθρωποι είναι ευάλωτοι απέναντι στην αρρώστια- οι απαντήσεις της ιατρικής διαφέρουν ανάλογα με την ταξική θέση του αρρώστου. Αυτό δεν σημαίνει μόνο ότι υπάρχει μία ιατρική για τους πλούσιους και μία για τους φτωχούς, δηλαδή, μία περίθαλψη πιο εξεζητημένη για όποιον μπορεί να διαχειριστεί από μόνος του την αρρώστια του και μία ιατρική πρόχειρη και μοιρολατρική για όποιον δεν έχει τα μέσα να το κάνει. Αλλά σημαίνει, επίσης, ότι το γεγονός του αποχωρισμού του αρρώστου από την ιστορία του (από το περιβάλλον της εργασίας, από τις σχέσεις του, τις οικονομικές του συνθήκες, το οικογενειακό του περιβάλλον, το είδος της κατοικίας του κ.λπ.), εξετάζοντας μόνο το κλινικό ιστορικό, έχει επιπτώσεις που διαφέρουν ανάλογα με την κοινωνική τάξη του αρρώστου.
Ομάδα Φίλων ΚΕΘΕΑ ΚάλυμνοςΤο σύμπτωμα μίας αρρώστιας, αν θεωρηθεί αυτό καθαυτό, λέει πολύ λίγα πράγματα αν δεν αντιμετωπιστεί ως έκφραση μίας δυσφορίας, μίας οδύνης που εμπλέκει τον άνθρωπο στην ολότητά του και αν δεν ληφθούν υπόψη οι αιτίες προκειμένου να εξαλειφθούν. Η επικέντρωση στο σύμπτωμα σημαίνει συχνά ότι κάνουμε να σιωπήσει μία φωνή, η οποία, λέγοντας ένα πράγμα, μπορεί να εκφράζει κάποιο άλλο. Για την τάξη των κατεχόντων, της οποίας οι πρωταρχικές ανάγκες ικανοποιούνται αυτομάτως, τα σύμπτωμα μπορεί να εκφράζει άμεσα αυτό που είναι, δηλαδή την αρρώστια, στην οποία μπορεί να είναι παρούσες η δυσφορία και η οδύνη μίας ζωής που εκτυλίσσεται παρ’ όλα αυτά πέραν του κόσμου της ανάγκης όπου, εντούτοις, υπάρχει ένα κεφάλαιο προσωπικό, οικογενειακό, περιβαλλοντικό, που συναινεί -αν η πρόγνωση είναι ευνοϊκή- στην ανάρρωση και στην αποκατάσταση. Η αρρώστια, σ’ αυτή την περίπτωση, παραμένει ενσωματωμένη στον παραγωγικό κύκλο, ούτως ώστε να συνεχίσει να αντιπροσωπεύει μιαν ανταλλακτική «αξία», η οποία υπολογίζεται και λαμβάνεται υπόψη.
Αλλά για την τάξη της οποίας οι πρωταρχικές ανάγκες δεν ικανοποιούνται, το να βάλουμε σε παρένθεση την ιστορία του αρρώστου και να θεραπεύσουμε το σύμπτωμα, σημαίνει να βάλουμε σε παρένθεση -σα να μην υπήρχαν- τις ανάγκες, υποθέτοντας ότι αυτές μπορούν να ικανοποιηθούν, αναθέτοντας μάλιστα μόνο στο άτομο την υπευθυνότητα να τις ικανοποιήσει ή όχι. Το σύμπτωμα μπορεί να είναι έκφραση αυτών των αναγκών που δεν έχουν ικανοποιηθεί, ή μπορεί να είναι αυτές οι ίδιες, οι μη ικανοποιημένες ανάγκες, που η ιατρική θέτει ταχύτατα σε παρένθεση, ως προβλήματα που δεν είναι της αρμοδιότητάς της και οι οποίες παράγουν την αρρώστια.
Η απομόνωση του συμπτώματος από την ιστορία του αρρώστου δεν έχει συνέπειες σε όποιον ζει την ιστορία του βασιζόμενος σε ίδια μέσα (έχει τα οικονομικά και πολιτιστικά μέσα να το κάνει, έχει την ατομική δυνατότητα να τα επανιδιοποιηθεί μόλις επανέλθει από την αρρώστια, εξασφαλίζοντας ο ίδιος όλα όσα είναι αναγκαία για να επιτύχει την ανάρρωση). Αλλά για την τάξη της οποίας οι ανάγκες ικανοποιούνται μόνο στο βαθμό που υπάρχει μία κοινωνική οργάνωση που τις λαμβάνει υπόψη και απαντά σ’ αυτές, η απομόνωση και ο διαχωρισμός του συμπτώματος από τον κόσμο των αναγκών ή από αυτόν της βλαβερής εργασίας, από την οποία μπορεί να προέλθει, εκφράζει στα μάτια του τεχνικού μόνο μία αρρώστια που πρέπει να θεραπεύσει, η οποία -μετά την πρώτη παρέμβαση- ανατίθεται και πάλι στον ίδιο τον άρρωστο για να την αντιμετωπίσει από μόνος του, σε μία κατάσταση στην οποία είναι καθαρό ότι θα του είναι αδύνατο να το κάνει.
Τί σημαίνει σ’ αυτή την περίπτωση θεραπεία;
Και πού είναι η υποτιθέμενη ουδετερότητα της επιστήμης που θα μπορούσε να δώσει έγκυρες απαντήσεις για όλους τους ανθρώπους και για όλες τις αρρώστιες;
Μάσλοου 1Τί νόημα έχει να θεραπεύουμε τη δηλητηρίαση που προκαλείται από τα οξέα ή τα αέρια, τους όγκους που προκαλούνται από τις χρωστικές ουσίες, την ηπατίτιδα λόγω μόλυνσης εξαιτίας της έλλειψης αποχετευτικού συστήματος, αν ο άρρωστος που θεραπεύεται επιστρέφει στο ορυχείο, στο εργοστάσιο, στην ανθυγιεινή κατοικία, ενώ άλλοι έχουν ήδη εισέλθει στη σπειροειδή πορεία των ασθενειών που προκαλούνται από τις ίδιες αιτίες που παραμένουν αμετάβλητες;
Ή, τί νόημα έχει να θεραπεύουμε το σύμπτωμα αν η αρρώστια θ’ αποτελέσει την αφορμή για ν’ αποκλειστεί ο άρρωστος από το ορυχείο, από το εργοστάσιο, από τον χώρο εργασίας, αφήνοντάς του ως μόνη εναλλακτική λύση την ανθυγιεινή κατοικία, στο βαθμό που θα μπορεί να τη διατηρήσει;
Σ’ αυτή την περίπτωση, πώς μπορούμε να μιλήσουμε για μία επιστήμη που ανανεώνεται, που προοδεύει, που βελτιώνει τα εργαλεία της, διατηρώντας άθικτες τις προϋποθέσεις πάνω στις οποίες βασίζεται;
Η συζήτηση σκόπιμα απλοποιείται γιατί είναι πράγματι απλή, παρόλο που η επιστήμη, στην υποτιθέμενη ουδετερότητά της, δεν είναι διατεθειμένη να κατανοήσει αμέσως αυτό που η ίδια αποκρύπτει.
Η μη ουδετερότητα της επιστήμης συνίσταται στο ότι τοποθετείται υπεράνω του ταξικού διαχωρισμού, του καταμερισμού της εργασίας, ενοποιώντας φαινομενικά την υγειονομική παρέμβαση (παρόλο που υπάρχει μία τυπική διαφοροποίηση της παρέμβασης), διαμέσου της υποτιθέμενης ισοπέδωσης του συμπτώματος: το σύμπτωμα είναι το ίδιο για όλους, συνεπώς, η αρρώστια είναι η ίδια για όλους, συνεπώς, η ζωή είναι η ίδια για όλους μπροστά το θάνατο.
Σάββας Μιχαήλ2Το γεγονός ότι ορισμένοι μπορούν να βρουν τις πιο κατάλληλες λύσεις για την ανάρρωσή τους και άλλοι όχι, δεν είναι μία υπόθεση που αφορά την ιατρική, η οποία εξ ορισμού, ασχολείται με τις αρρώστιες και όχι με τα κοινωνικά προβλήματα. Η ανάθεση που το πολιτικό έχει κάνει στο τεχνικό, αναπηδά ακόμα μία φορά πίσω στο πολιτικό (δηλαδή, στο κοινωνικό), αλλά αυτή τη φορά συχνά με τη διάγνωση του ανίατου: η επιστήμη έχει τα όριά της, αλλά η αρρώστια παραμένει εγγεγραμμένη στη σφαίρα της ιατρικής, παρόλο που, στην πραγματικότητα, δεν μπορεί να τη θεραπεύσει μόνο με τα τεχνικά εργαλεία που έχει στη διάθεσή της.
Αλλά η ιατρική είτε είναι πλήρως κοινωνική -με την έννοια ότι απαντά σε όλες τις απαιτήσεις της πρόνοιας και της θεραπείας όλων των πολιτών, απαιτώντας μαζί τους την εξάλειψη των αιτιών και αντιμετωπίζοντας τα οικονομικο-πολιτικά προβλήματα, από την αλλοτρίωση στην εμπορευματοποίηση του ανθρώπου και της αρρώστιας του- ή δεν υπάρχει αφιερώνοντας τον εαυτό της, όπως στην πραγματικότητα κάνει, στην έρευνα των εργαλείων και στη μελέτη όλο και πιο εξεζητημένων φαρμάκων, για αρρώστιες όλο και πιο εξεζητημένες, ενώ πεθαίνει από την ανεπάρκεια, την αμέλεια, την αδιαφορία, την τυφλότητα της ίδιας της ιατρικής που δεν παραδέχεται ότι είναι συνένοχη της πολιτικο-οικονομικής οργάνωσης, η οποία της δίνει την τυπική ανάθεση για να θεραπεύει όλους τους πολίτες, εμποδίζοντάς την ταυτόχρονα να το κάνει.
Μ’ αυτό δεν θέλουμε να πούμε ότι σε μία διαφορετική κοινωνία, σε μία διαφορετική κοινωνική οργάνωση, όπου η επιστήμη θα είναι στην υπηρεσία όλων των πολιτών, οι αρρώστιες θα εξαφανίζονταν, ή ότι θα εξαφανιζόταν ο ανθρώπινος πόνος: θα εξαφανιζόταν η επιπλέον αρρώστια και ο επιπλέον πόνος -δηλαδή, θα εξαφανιζόταν η υπεραξία- από τη στιγμή που η εμπορευματοποίηση δεν θα ήταν η μοναδική εναλλακτική λύση και η μοναδική σημασία της ζωής της ανθρώπου.
Κοινωνία και Ψυχική ΥγείαΑυτό σημαίνει ότι η προσπάθεια των τεχνικών και η ανάθεση με την οποία έχουν επιφορτισθεί, πρέπει να τείνουν στη δημιουργία -από κοινού με τον χρήστη- μίας κοινωνικής οργάνωσης στην οποία δεν επιτρέπεται και δεν νομιμοποιείται η καταπίεση μίας τάξης από μία άλλη• όπου η αρρώστια θα ήταν αυτό που είναι και δεν θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί (εργαλειοποιηθεί) ως ευκαιρία για την περιθωριοποίηση από το κοινωνικό σύνολο, το οποίο οργανώνεται και παράγει για ν’ αντιμετωπίσει την αρρώστια ακόμα και ενός μέλους του• όπου ο τεχνικός έχει το καθήκον να θεραπεύει γιατί η ανάθεση που του γίνεται από τους πολιτικούς και τους αξιωματούχους είναι έκφραση της πολιτικής υπευθυνότητας που αυτός αναλαμβάνει• όπου αυτός που λαμβάνει βοήθεια, επανιδιοποείται τη ζωή του και, κατά συνέπεια, ανακτά τη δυνατότητα της θεραπείας ως ένα δικαίωμα που του ανήκει και όχι ως μία παραχώρηση.
Αν δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τι είναι η αρρώστια όσο δε έχουν ικανοποιηθεί οι πρωταρχικές ανάγκες των ανθρώπων, δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τι θα μπορούσε να είναι η αναγκαία θεραπεία και κάθε παρέμβαση θα είναι ένα απλό καταπραϋντικό, μία ιατρική που δεν γνωρίζει κανείς ποια είναι, για μιαν αρρώστια που δεν γνωρίζει κανείς τι είναι.
Μ’ αυτή την έννοια, ο τεχνικός που ανακαλύπτει ότι είναι εντεταλμένος να καταπιέζει διαμέσου των «επιστημονικών» του παρεμβάσεων, πρέπει να αντιστρέψει την ανάθεση, αναλαμβάνοντάς την απευθείας από την καταπιεσμένη τάξη, γιατί μαζί μ’ αυτή μπορούν ν’ αναγνωριστούν οι διαδικασίες και οι διασυνδέσεις μέσω των οποίων η ηγεμονική τάξη καταφέρνει -αλλά και μέσω της επιστήμης και της θεραπείας- να κάνει αποδεκτά από την κατώτερη τάξη μέτρα που λαμβάνονται φαινομενικά για ν’ απαντήσουν στις ανάγκες της, τα οποία, όμως, στην πραγματικότητα, την καταστρέφουν, καθώς αναπόφευκτα κάθε τεχνική επανορθωτική παρέμβαση που απαντά στη ανάθεση, η οποία είναι παραδοσιακά σύμφυτη με την ιατρική, παράγει μία νέα μορφή «συναίνεσης».

Συμπεράσματα

Αν δεν αποσαφηνιστεί πρώτα το πεδίο, στο οποίο εμφανίζεται και υπεισέρχεται το πρόβλημα της υγείας και της αρρώστιας, των κανονικών και μη κανονικών συμπεριφορών, είναι άχρηστο να προσπαθούμε να τους δώσουμε έναν ορισμό. Το διφορούμενο συνεχίζει να διατηρεί τον χαρακτήρα της παρανόησης και όχι τον διαλεκτικό χαρακτήρα που είναι σύμφυτος στην αντίφαση.
ψυχόδραμα 1Μόνο αν η στρατηγική, ο σκοπός κάθε δράσης και κάθε μέτρου και συνεπώς κάθε τεχνικής παρέμβασης, είναι ο άνθρωπος, οι ανάγκες του, η ζωή του, στο εσωτερικό μίας συλλογικότητας που μετασχηματίζεται για να επιτύχει την ικανοποίηση αυτών των αναγκών και την πραγματοποίηση αυτής της ζωής για όλους πέρα από την εμπορευματοποίηση ως μία πρακτική ολοκληρωτικού χαρακτήρα, θα μπορούμε να μιλάμε για μιαν αρρώστια και μιαν υγεία που εκφράζουν άμεσα αυτό που είναι.
Αυτό το οποίο θα πρέπει να κατανοήσουμε είναι ότι η αξία του ανθρώπου -υγιούς ή άρρωστου, κανονικού ή μη κανονικού- πηγαίνει πέρα από την αξία της υγείας και της αρρώστιας, της κανονικότητας και της μη κανονικότητας• ότι η αρρώστια και η μη κανονικότητα, όπως κάθε άλλη ανθρώπινη αντίφαση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως εργαλείο ιδιοποίησης του εαυτού ή αλλοτρίωσης απ’ αυτόν, επομένως, ως εργαλείο απελευθέρωσης ή κυριαρχίας• ότι αυτό που καθορίζει τη σημασία και την εξέλιξη κάθε δράσης είναι η αξία που αναγνωρίζεται στον άνθρωπο και η χρήση που μπορεί να της γίνει, από την οποία προκύπτει η χρήση που θα γίνει της υγείας και της αρρώστιας του, της κανονικότητας και της μη κανονικότητάς του• ότι στη βάση της διαφορετικής αξίας και της χρησιμοποίησης του ανθρώπου, υγεία και αρρώστια, κανονικότητα και μη κανονικότητα αποκτούν ή μιαν αξία απόλυτη (η μία θετική ή άλλη αρνητική), ως έκφραση της συμπερίληψης του υγιή και του αποκλεισμού του αρρώστου από την κανονικότητα, ή μιαν αξία σχετική, στο βαθμό που είναι γεγονότα, εμπειρίες, αντιφάσεις της ζωής, η οποία εκτυλίσσεται πάντα ανάμεσα στην υγεία στην αρρώστια, ανάμεσα στο κανονικό και στο μη κανονικό. Αν αξία είναι ο άνθρωπος, η υγεία και η κανονικότητα δεν μπορούν ν’ αντιπροσωπεύουν τη νόρμα, δεδομένου ότι η κατάσταση του ανθρώπου είναι να είναι υγιής και ταυτόχρονα άρρωστος, κανονικός και ταυτόχρονα μη κανονικός.
Κοινωνία και Ψυχική ΥγείαΑν η πρωταρχική αξία είναι ο άνθρωπος και οι ανάγκες του, στο εσωτερικό μίας συλλογικότητας όπου η παραγωγή εξυπηρετεί την επιβίωση όλων, ο άρρωστος, ο μειονεκτικός, ο ανάπηρος, ο παρεκκλίνων, ο ψυχικά διαταραγμένος, ο ανεπαρκής, δεν είναι τα αρνητικά στοιχεία σ’ ένα μηχανισμό, ο οποίος πρέπει σε κάθε περίπτωση να προχωράει μονοσήμαντα, αλλά αποτελούν μέρος των υποκειμένων για την ικανοποίηση των αναγκών των οποίων υπάρχει και αναπτύσσεται η παραγωγή.
Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να παραπέμψουμε κάθε κρίση και κάθε παρέμβαση στην αρρώστια και στην υγεία στη στιγμή που εκείνες θα μπορούν να είναι απλώς αυτό που είναι. Αλλά σημαίνει ότι η αρμοδιότητα των τεχνικών σ’ αυτό τον τομέα πρέπει να είναι η αποκάλυψη, με πρακτικό τρόπο, αυτού που υπάρχει κάτω από την «ουδετερότητα της επιστήμης», κάτω από την ουδέτερη τεχνική παρέμβαση• σε τι συνίσταται η «συναίνεση» που παράγουν• (τι σημαίνει) η άρνηση να προσεγγίσουν τα φαινόμενα της αρμοδιότητάς τους μένοντας κρυμμένοι μέσα στην απομόνωση, στην οποία η ίδια η «επιστήμη» τους κρατούσε πάντα.
Η παρέμβασή τους σ’ ένα φαινόμενο μερικό, που έχει τεχνητά απομονωθεί και αναχθεί σε απόλυτο, δεν αποτελεί εγγύηση της επιστημονικής σοβαρότητας της δουλειάς τους, αλλά εγγύηση ότι όλο αυτό, που έχει μιαν άμεση σχέση με το οικονομικο-κοινωνικό πεδίο, μεταφέρεται αυτόματα στο άτομο, ακόμα και τη στιγμή κατά την οποία υποτίθεται ότι λαμβάνονται υπόψη οι κοινωνικές συνέπειες που είναι παρούσες στα φαινόμενα, χωρίς να εξετάζουμε και να κατανοούμε τη φύση τους.
Αυτό που πρέπει να καταλάβουμε είναι ότι στη λογική του κεφαλαίου, που κρατάει φυλακισμένα θύματα και δήμιους, η διαφορετικότητα και η αρρώστια, οιασδήποτε φύσης και να είναι, πρέπει να αντιμετωπίζονται και να ελέγχονται με τρόπο που δεν εκφράζουν κάτι που πηγαίνει πέρα από το απλό, δυσάρεστο σύμπτωμα και που, επομένως, δεν αναζητούν απαντήσεις που να πηγαίνουν πέρα από το καθαρά τεχνικό πεδίο για να εισέλθουν στο πολιτικο-οικονομικό πεδίο.

Αναδημοσίευση από την τριμηνιαία περιοδική έκδοση του Α.Π.Θ. «Κοινωνία και Ψυχική Υγεία».

Από Βιβλιονέτ:

Ο Φράνκο Μπαζάλια (1924-1980) ήταν καθηγητής Ψυχιατρικής. Ως φοιτητής συμμετείχε σε αντιφασιστικές οργανώσεις και φυλακίστηκε. Ως πανεπιστημιακός δάσκαλος μετά από δεκατρία χρόνια αποφάσισε να εγκαταλείψει το πανεπιστήμιο και να διευθύνει το Ψυχιατρείο της Γκορίτσια, όπου ξεκίνησε έναν αγώνα κατάργησης των καταπιεστικών μηχανισμών διοίκησης αλλά και των θεραπευτικών πρακτικών. Άνοιξε τις πόρτες, έριξε τα κάγκελα, κατήργησε τα ηλεκτροσόκ και οργάνωσε το Ψυχιατρείο με αρχές «Θεραπευτικής Κοινότητας». Το 1971 ανέλαβε τη διεύθυνση του Ψυχιατρείου της Τεργέστης με 1.200 ασθενείς, το οποίο κατήργησε μετά από οκτώ χρόνια, δημιουργώντας στην κοινότητα ένα πλήρες δίκτυο υπηρεσιών. Έτσι συντέλεσε αποφασιστικά ώστε να ψηφιστεί ο νόμος «180» που θεσμοθετούσε την κατάργηση των ψυχιατρείων στην Ιταλία. Εκείνη την περίοδο έγραψε πολλά δοκίμια και προώθησε μια συλλογική έρευνα με τίτλο «Εγκλήματα εν καιρώ ειρήνης», στην οποία συμμετείχαν οι Ρόναλντ Λαινγκ, Μισέλ Φουκώ, Νόαμ Τσόμσκι, Ρόμπερτ Καστέλ και Ρ. Γκόφμαν. Φίλος και συνεργάτης του Ζαν-Πωλ Σαρτρ, αποτέλεσε το βασικό ιδεολογικό αλλά και πρακτικό σημείο αναφοράς του κινήματος του Μάη του ’68. Ο ριζοσπαστισμός και η αιρετικότητά του απέναντι στην Ακαδημαϊκή Ψυχιατρική έγινε αιτία να συρρέουν από όλο τον κόσμο επαγγελματίες Ψυχικής Υγείας για να ζήσουν το «Πείραμα της Τεργέστης», το οποίο τα τελευταία χρόνια είναι πλέον επίσημα ένα από τα πιλοτικά προγράμματα του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για την Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση.
Έργα του: «Η παρεκκλίνουσα πλειονότητα (1971), «Εγκλήματα εν καιρώ ειρήνης» (1975), «Τι είναι η Ψυχιατρική;» (1997), «Η Άρνηση του Ψυχιατρικού Θεσμού», «Πεθαίνοντας ταξικά» (1969), «Γραπτά – Τόμος Ι, ΙΙ» (1981-1982), «Εναλλακτική Ψυχιατρική» (2008).

Κατηγορίες:Ψυχολογία

Tagged as: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s