Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος

Michael Von CRANACH* Ντοκουμέντα. «H δολοφονία των ψυχικά ασθενών ατόμων κατά την διάρκεια του τρίτου Ράιχ»

Νταχάου4Μετάφραση: Πέτρος Κεφάλας

* Από τη δημοσίευση στο Annales Médico-Psychologiques, Paris, 143 année, no 4, Απρίλιος 198. της ομιλίας του Μ. Von CRANACH της 25ης Μαρτίου 1985 στην ιατροψυχολογική εταιρεία Société Médico psycholigique.

(Αναδημοσίευση απο το περιοδικό «Τετράδια Ψυχιατρικής»,1994)

Κατ’ αρχάς θα ήθελα να σας ευχαριστήσω θερμά για την πρόσκληση που μου έγινε να έρθω να πάρω τον λόγο μπροστά σας. Αυτή η πρόσκληση οφείλεται στην αλληλοϋποστήριξη που εδώ και κάποια χρόνια συνδέει τον τομέα της Mayenne με την περιοχή μας, της οποίας το νοσοκομείο που διευθύνω καλύπτει ψυχιατρικά όλο τον πληθυσμό που κατοικεί στα νότια της περιοχής.
Στα πλαίσια αυτής της αλληλοϋποστήριξης αναπτύχθηκαν στενές σχέσεις φιλίας ανάμεσα στο νοσοκομείο της Mayenne και την κλινική μας. Συνεργάτες του ιδρύματος μας πήγαν στην Mayenne κι εφέτος για πρώτη φορά, ασθενείς θα περάσουν τις διακοπές τους σ’ αυτό το νοσοκομείο. Όταν πέρυσι το φθινόπωρο πήγα στην Mayenne με μια ομάδα συνεργατών, εντυπωσιάστηκα από τον τρόπο που νοσηλεύουν εκεί τους ασθενείς όπως κι από το ανοικτό πνεύμα με το οποίο εφαρμόζουν την ψυχιατρική, όπως για παράδειγμα, σε αντίθεση μ’ εμάς, δεν υπάρχουν κλειδιά στις πόρτες.
Μεγάλη εντύπωση μου έκανε επίσης, η εξαιρετικά θερμή υποδοχή που μας επιφυλάχτηκε καθώς κι η ειλικρίνεια κι η εντιμότητα στις επαφές μεταξύ των ανθρώπων. Κατά τη διάρκεια της παραμονής μας εκεί, συναντήσαμε κι ανθρώπους που μιλούσαν γερμανικά τα οποία είχαν μάθει είτε μέσα σε φυλακές, είτε μέσα σε στρατόπεδα συγκέντρωσης κι αυτοί οι άνθρωποι μας υποδέχτηκαν μ’ ανοικτές αγκάλες. Όταν λοιπόν ο Δρ. Fellion με προσκάλεσε εδώ, αποφάσισα, με την ένταση των παραπάνω εντυπώσεων, να μην αναφερθώ στην ομιλία μου σ’ ένα ψυχιατρικό θέμα – με την αυστηρή έννοια του όρου – αλλά σ’ ένα σκοτεινό κεφάλαιο της ιστορίας της Γερμανικής ψυχιατρικής κι αναφέρομαι στην δολοφονία των ψυχικά ασθενών ατόμων κατά την διάρκεια του τρίτου Ράιχ.
Αυτό το θέμα, αφού συζητήθηκε στην Γερμανία λίγο μετά τη λήξη του πολέμου, κατά κάποιο τρόπο απωθήθηκε για πολλά χρόνια και δεν έχει παρά δυο ή τρία χρόνια που άρχισε να συζητιέται πάλι.

Ψυχασθενής καθ' οδόν προς ευθανασία. (Από το περιοδικό του Ναζιστικού κόμματος "Neues Volk" 1934, Vol. 2 fase. 1, p. 16)

Ψυχασθενής καθ’ οδόν προς ευθανασία.
(Από το περιοδικό του Ναζιστικού κόμματος «Neues Volk» 1934, Vol. 2 fase. 1, p. 16)

Λίγο μετά το τέλος του δεύτερου παγκόσμιου πόλεμου, ο Mitscherlich που ήταν παρατηρητής στη Δίκη των γιατρών της Νυρεμβέργης, έγραψε στο βιβλίο του «Medizin ohne MenschRichkeit» (που θα μπορούσε να μεταφραστεί «η απάνθρωπη ιατρική») τα παρακάτω: Παραθέτω: «Είναι καθήκον κι υποχρέωσή μας να φωτίσουμε αυτό που διαπράχθηκε από εμάς».
Αυτή η διαφώτιση δεν έγινε μέσα στη δεκαετία που ακολούθησε κι η συζήτηση που ξανάρχισε τα τελευταία χρόνια, απέχει πολύ ακόμα από το να εξηγήσει και να κάνει κατανοητά τα γεγονότα. Αυτά που έγιναν τότε είναι εγκλήματα, κι όπως αναφέρει ο Mitscherlich «με τέτοια δίψα για αίμα, τέτοια κακία κι έλλειψη αισθημάτων κι όλα αυτά ψυχρά οργανωμένα διοικητικά», που ξεπερνούν την ανθρώπινη διάνοια. Το να θυμίσει κανείς αυτά που έγιναν, να περιγράψει τις αντιδράσεις που μας προκαλούν σήμερα και να κρατήσει μ’ όλη τη δύναμη της καρδιάς του τις αποστάσεις από το παρελθόν, θα μπορούσε να είναι το πρώτο βήμα στο δρόμο για να τα ξεπεράσουμε, για να φωτίσουμε αυτό το παρελθόν.
Αυτές τις μέρες στην Γερμανία, γίνεται έντονη λογομαχία πάνω στο πως πρέπει να γιορταστεί η τεσσαρακοστή επέτειος από τη συνθηκολόγηση. Κατά τη γνώμη
μου, είμαι πεπεισμένος ότι αυτή η συζήτηση δεν μπορεί να γίνει παρά μόνο μέσα από την αντιπαράθεση, χωρίς καμιά επιφύλαξη για τις φρικαλεότητες του παρελθόντος, ένα παρελθόν που από πολλές πλευρές δεν έχει ακόμα ξεπεραστεί.
Για να γυρίσουμε στο θέμα μας, μπόρεσα να διαπιστώσω με τα ίδια μου τα μάτια πόσο αυτό το παρελθόν βαραίνει ακόμα πάνω μας. Πάνε πέντε χρόνια που πήρα την διεύθυνση ενός τοπικού ψυχιατρικού νοσοκομείου. Παλαιότερα, τότε που εργαζόμουν σε πανεπιστημιακό περιβάλλον, δεν είχα έρθει ακόμα αντιμέτωπος με το πρόβλημα. Όταν ανέλαβα τα καθήκοντά μου στο νοσοκομείο παρατήρησα για παράδειγμα ότι ανάμεσα στα πορτραίτα των προκατόχων μου που ήταν κρεμασμένα στον τοίχο, βρισκόταν κι αυτό κάποιου που στα 1949 καταδικάστηκε σε τέσσερα χρόνια φυλάκιση για τη δολοφονία εκατοντάδων ασθενών. Πήρα γράμματα από συγγενείς που ήθελαν να μάθουν για την τύχη ασθενών που δολοφονήθηκαν ανάμεσα στο 1939 και 1945. Δειλά, οι νοσοκόμοι κι οι νοσοκόμες με ρωτούσαν γι’ αυτά που είχαν γίνει άλλοτε, εδώ και λίγο περισσότερο από σαράντα χρόνια…
ΝταχάουΧρόνιοι ασθενείς του νοσοκομείου μας που ξέρουν ότι το θέμα με απασχολεί, άρχισαν να μου μιλούν σχετικά. Τα γεγονότα τού τότε δεν έχουν περιπέσει στη λήθη. Είναι εκεί, παρόντα, σκεπασμένα μ’ ένα πέπλο ντροπής, ενοχής, φόβου. Μου έγινε επίσης ξεκάθαρο ότι η προκατάληψη που διατηρεί ο κόσμος για την ψυχιατρική, οφείλεται δικαίως και σ’ αυτά τα γεγονότα. Μου παρουσιάστηκε όλο και πιο επιτακτική η αναγκαιότητα να σηκώσουμε αυτό το πέπλο για να μπορέσει να γεννηθεί μια νέα ψυχιατρική – κι αυτό είναι το ουσιώδες, μια αποδεκτή ψυχιατρική που δεν εξασκεί εξουσία, αλλά μια ψυχιατρική που ανταποκρίνεται στις ανάγκες των ασθενών.
Τί συνέβη λοιπόν, εδώ και λίγο περισσότερο από σαράντα χρόνια;
Κάτω από την επιρροή μιας ψυχιατρικής θεμελιωμένης πολύ αυστηρά πάνω στην γενετική, τα ερωτήματα ευγονικής πρόληψης συζητήθηκαν κατά τα πρώτα τριάντα χρόνια του αιώνα μας παντού στον κόσμο. Στις αρχές της δεκαετίας του είκοσι, δημοσιεύτηκε στη Γερμανία ένα βιβλίο γραμμένο από ένα νομικό τον Binding κι έναν φημισμένο ψυχίατρο τον Hoche. Ο τίτλος αυτού του βιβλίου «Die Freigabe der Vernichtung lebensunwertin Lebens» είναι πρακτικά αδύνατο να μεταφραστεί και λόγω της ψυχρότητας και λόγω της βιαιότητας του: θα μπορούσαμε να το πούμε «νομιμοποίηση της εξόντωσης κάθε ζωής που δεν αξίζει να ζει».
Νταχάου2Στο βιβλίο αυτό που πρέπει να θεωρούσαν την ιδεολογική βάση των γεγονότων που θα σας περιγράψω παρακάτω, διακρίνονται δύο τύποι ευθανασίας. Κατά πρώτον: πρέπει να «συνοδευτούν» στο θάνατο εκείνοι που έχουν προσβληθεί από ανίατη ασθένεια κι οι οποίοι όντας σε θέση να κατανοήσουν πλήρως την κατάστασή τους, εύχονται ολόψυχα να λυτρωθούν. Όμως ο θάνατος απαιτείται και για μια δεύτερη ομάδα ανθρώπων και προκειμένου να δώσω την εικόνα της βίαιης ορολογίας που χρησιμοποιείται, παραθέτω λέξη προς λέξη: «η δεύτερη ομάδα αποτελείται από ανίατους τρελούς οι οποίοι είτε γεννήθηκαν έτσι, είτε έχουν φτάσει στο τελευταίο στάδιο της πάθησής τους. Δεν έχουν καμιά θέληση ούτε για να ζήσουν ούτε για να πεθάνουν. Έτσι, εκείνοι δεν είναι σε θέση να εκφράσουν την συγκατάθεσή τους στο θάνατο και παράλληλα δεν βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια διάθεση για ζωή που θα έπρεπε να συντρίβει. Η ζωή τους είναι απολύτως άχρηστη αλλά όμως οι ίδιοι δεν την θεωρούν ανυπόφορη. Ο θάνατος τους δεν αποτελεί την παραμικρή απώλεια, με μόνιμη εξαίρεση ίσως τα συναισθήματα της μητέρας τους. Το γεγονός και μόνο ότι χρειάζονται σημαντική φροντίδα, επιβάλλει την ύπαρξη ενός επαγγέλματος με καθήκον να τους διατηρεί στη ζωή για χρόνια – βλέπε για δεκαετίες, μια ζωή χωρίς καμιά απολύτως αξία. Αυτό συνεπάγεται κατάχρηση ζωτικών δυνάμεων γι’ ανάξιους σκοπούς. Δεν πρόκειται παρά μόνο γι’ άδειες ανθρώπινες φλούδες, για σαβούρα», ναι, φλούδες όπως οι φλούδες των λαχανικών.
Νταχάου7Αυτή είναι η βάση της ιδεολογικής κληρονομιάς πάνω στην οποία στηρίχτηκε ο Χίτλερ το 1939, όταν λίγο μετά την έναρξη του πολέμου, συγκάλεσε στην καγκελαρία του Ράιχ όλους τους υπεύθυνους ιδρυμάτων υγείας και πρόνοιας για να τους γνωστοποιήσει προφορικά, το πρόγραμμα της ευθανασίας. Σε μια κεντρική υπηρεσία στο Βερολίνο έπρεπε να καταγραφούν όλοι οι ασθενείς που πληρούσαν τις παρακάτω προϋποθέσεις:
– Πρώτο: όλοι όσοι δεν ήταν σε θέση να προσφέρουν καμιά εργασία μέσα στο νοσοκομείο κι όσοι δεν ήταν σε θέση να διεκπεραιώσουν ούτε και μηχανικές δουλειές.
– Δεύτερο: όλοι όσοι νοσηλεύονταν χωρίς διακοπή από πενταετίας μέσα στο νοσοκομείο.
– Τρίτο: όλοι όσοι είχαν εισαχθεί σαν εγκληματίες.
– και τέλος τέταρτο: όλοι όσοι δεν είχαν την γερμανική υπηκοότητα ή δεν είχαν συγγένεια αίματος με Γερμανό, προσδιορίζοντας την φυλή και την υπηκοότητα.
Μια επιτροπή εργασίας πάνω στα ιδρύματα υγείας, διορισμένη από την καγκελαρία από τον Führer, έδιναν τα συμπληρωμένα έντυπα στους επιλεγμένους με μεγάλη προσοχή γιατρούς. Αυτοί, με μια απλή ματιά στα έντυπα, είχαν ν’ αποφασίσουν αν ο ασθενής υπόκειται ή όχι σε μια από τις παραπάνω κατηγορίες, συμπληρώνοντας στο αντίστοιχο σημείο του εντύπου ένα «Ja» ή ένα «Nein». Η επιτροπή εργασίας έκανε μ’ αυτό τον τρόπο τη λίστα των επιλεγμένων ασθενών.
Αυτή η λίστα διαβιβαζόταν στη συνέχεια στα ιδρύματα με την διαταγή να έχουν τον ασθενή έτοιμο για μια καθορισμένη μεταφορά σε συγκεκριμένη ημερομηνία. Μια νοσοκομειακή μεταφορική εταιρεία που δημιουργήθηκε ειδικά, μετέφερε τους ασθενείς σ’ ένα από τα έξι ειδικά εξοπλισμένα ιδρύματα ευθανασίας. Αυτά τα ιδρύματα είχαν άρδην εκκενωθεί κι ήταν εξοπλισμένα με θαλάμους αερίων και φούρνους αποτέφρωσης. Αμέσως μετά τον ερχομό τους, οι ασθενείς οδηγούνταν μπροστά στο γιατρό, Αφού τους είχαν προηγουμένως γδύσει. Ο γιατρός έπαιρνε την τελική απόφαση λαμβάνοντας υπόψη του το ιστορικό του ασθενή, ένα αντίγραφο του έντυπου και την προσωπική του εκτίμηση. Τους ασθενείς για τους οποίους ο γιατρός διέτασσε ευθανασία, τους φωτογράφιζαν στην συνέχεια κι αμέσως μετά τους οδηγούσαν στους θαλάμους αερίων. Αυτοί οι θάλαμοι που ήταν εφοδιασμένοι με ψεύτικες ντουζιέρες είχαν σωλήνες από τους οποίους ελευθερωνόταν δηλητηριώδες αέριο. Μόλις συγκεντρώνονταν εκεί όλοι οι ασθενείς, ο γιατρός ελευθέρωνε το αέριο για δέκα-δεκαπέντε λεπτά, παρακολουθώντας μέσα από ένα τζάμι μέχρι να επέλθει ο θάνατος. Μετά από μία ώρα περίπου, έβγαζαν τα πτώματα και τα έκαιγαν αμέσως.
Τον Αύγουστο του 1941, αυτή η δράση, η οποία φυσικά δεν μπορούσε πια να παραμείνει κρυφή από τον κόσμο, σταμάτησε. Πληθώρα αντιδράσεων από την μεριά των συγγενών των θυμάτων κι υψηλά ιστάμενων εκκλησιαστικών αντιπροσώπων, οδήγησαν στη διακοπή της. Στα πλαίσια αυτής της πρώτης φάσης του προγράμματος «ευθανασίας», εξήντα χιλιάδες ασθενείς εκτιμάται ότι έχασαν τη ζωή τους μ’ αυτό τον τρόπο. Για παράδειγμα, στο νοσοκομείο του Hadamar στα νότια της Γερμανίας, πέθαναν έτσι τουλάχιστον δέκα χιλιάδες ασθενείς. Αυτός ο αριθμός είναι σήμερα γνωστός χάρη σε έγγραφα που βρέθηκαν κι αποτέλεσαν το αντικείμενο εορτασμού που διοργανώθηκε από το προσωπικό, για την επέτειο της δέκατης χιλιοστής αποτέφρωσης.
Με ποιο τρόπο διαδραματίζονταν αυτές οι μεταφορές; Η κυρία R., μια θαρραλέα νοσοκόμα του νοσοκομείου μου, καταθέτει στα 1948.
Νταχάου8Παραθέτω απόσπασμα από τα πρακτικά: «Μέχρι τον Αύγουστο του 1940, υπήρχε σεβασμός προς τους ασθενείς. Τους φροντίζαμε όσο καλύτερα μπορούσαμε κι ο Διευθυντής του νοσοκομείου προσπαθούσε με όλους τους δυνατούς τρόπους να βελτιώνει την πνευματική και φυσική τους κατάσταση. Εντελώς ξαφνικά τα πράγματα άλλαξαν. Όταν τον Αύγουστο του 1940 επέστρεψα από την άδειά μου, έντεκα ασθενείς του τμήματός μου Ғ.ЗЬ, ένα τμήμα που ουσιαστικά είχε ήσυχους ασθενείς, είχαν εξαφανιστεί. Εκείνη την εποχή δεν ξέραμε που είχαν μεταφερθεί. Πιστεύαμε ότι βρίσκονταν σε κάποιο κοινωφελές ίδρυμα. Αλλά, όταν στις 8 Νοεμβρίου του 1940, έγινε η δεύτερη μεταφορά γυναικών ασθενών κι όταν λίγο αργότερα μας επιστράφηκαν τα ρούχα που φορούσαν αυτές οι ασθενείς, αρχίσαμε να έχουμε κάποιες υποψίες. Αυτά τα ρούχα ήταν σε μια κατάσταση απερίγραπτη, ήταν σα να τα είχαν ξεσκίσει κάποιοι στη προσπάθειά τους να τις γδύσουν.
Η τρίτη μεταφορά γυναικών έγινε τον Δεκέμβρη του 1940. Ήταν ιδιαίτερα επώδυνο για μας τις νοσοκόμες να παραδίδουμε σα να επρόκειτο για ζώα, σ’ ένα σχεδόν βέβαιο θάνατο, ασθενείς που είχαμε φροντίσει για χρόνια. Το προσωπικό της εταιρίας που εκτελούσε τις μεταφορές, ήταν πρόσωπα με τραχύτητα που προκαλούσαν ανησυχία, άνδρες και γυναίκες. Τραβούσαν βίαια τις ασθενείς και μερικές φορές τις έδεναν μέσα στ’ αυτοκίνητα, ακόμα και με αλυσίδες. Είχα την εντύπωση ότι ήταν SS μεταμφιεσμένοι. Τα αυτοκίνητα δεν περνούσαν από την κύρια είσοδο, αλλά έφταναν το ξημέρωμα σε μια εσωτερική αυλή που τη λέγαμε φάρμα, όπου φόρτωναν τις ασθενείς και ξανάφευγαν πριν ακόμα καλά-καλά βγει ο ήλιος.
Νταχάου5Οι ασθενείς συνειδητοποιούσαν σιγά-σιγά τι συνέβαινε κι άρχιζαν να φοβούνται. Μερικές έκλαιγαν κι ούρλιαζαν. Η επιλογή των ασθενών γίνονταν σύμφωνα με λίστες τοιχοκολλημένες στο γραφείο του επιθεωρητή. Μερικές ασθενείς ήταν σίγουρες εκ των προτέρων για το τι επρόκειτο να τους συμβεί. Κάποια φορά, μία απ’ αυτές επαναλάμβανε: «τώρα ξέρω τι με περιμένει». Λίγο πριν την αναχώρηση της, επιθύμησε μία κρέπα και ζήτησε να εξομολογηθεί. Κατά τη διάρκεια της εξομολόγησης της, ξέσπασε σε κλάματα. Λίγο καιρό μετά την αναχώρηση της, η αδελφή της πήρε την είδηση ότι πέθανε από τύφο».
Όπως έχω ήδη πει, οι μεταφορές και το πρόγραμμα ευθανασίας σταμάτησαν τον Αύγουστο του 1940, λόγω της ανησυχίας που εκδηλώθηκε στον κόσμο. Άρχισε λοιπόν, αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε η φάση της άγριας ευθανασίας. Κάποιοι διευθυντές νοσοκομείων ή τοπικών ιδρυμάτων υγείας συνέχισαν το πρόγραμμα.
Νταχάου3Το 1948, ο διευθυντής ενός ιδρύματος υγείας και πρόνοιας στη Βαυαρία, είπε ότι, (παραθέτω): «τον Nοέμβριο του 1942, οι διευθυντές των νοσοκομείων της Βαυαρίας κλήθηκαν σε σύσκεψη στο Υπουργείο Εσωτερικών, στην υγειονομική υπηρεσία. Ταυτόχρονα, η σύσκεψη χαρακτηρίστηκε σαν κρατικό απόρρητο. Ο πρόεδρος της συνεδρίασης δήλωσε ότι πολύ λίγοι ασθενείς πέθαιναν μέσα στα νοσοκομεία κι ότι δεν ήταν απαραίτητο να θεραπεύονται οι ασθένειες που εκδηλώνονταν. Ο Διευθυντής του νοσοκομείου του Kaufbeuren, κάνοντας μια σύντομη παρουσίαση της προσωπικής του δράσης είπε ότι παλιότερα ήταν αντίθετος με την ευθανασία αλλά ότι στο εξής μετάνιωνε που η ευθανασία σταμάτησε. Τώρα, στο νοσοκομείο που διεύθυνε, στους ασθενείς που παλιότερα θα είχαν περιληφθεί στο πρόγραμμα ευθανασίας, είχε επιβάλει ένα διαιτολόγιο χωρίς καθόλου λίπη. Στο διάστημα τριών μηνών, οι ασθενείς πέθαναν από οιδήματα που προκάλεσε η πείνα. Σύστησε αυτή τη μέθοδο σε όλα τα νοσοκομεία, σαν την αναγκαιότητα της εποχής. Ο πρόεδρος της σύσκεψης έδωσε αμέσως διαταγή να εφαρμοστεί παντού αυτό το διαιτολόγιο. Βέβαια, δεν θα έδινε γραπτή διαταγή, εν τούτοις θα γίνονταν έλεγχος για να πιστοποιηθεί η τήρηση της».
Ένας άλλος διευθυντής μας δίνει τη μαρτυρία του από την ίδια συνεδρίαση. Παραθέτω: «οι παρόντες διευθυντές συμπεριφέρθηκαν πολύ επιφυλακτικά, με δύο εξαιρέσεις μόνο, όταν τους μοιράστηκε το χαρτί με την περιγραφή του διαιτολογίου. Ο πρόεδρος της συνεδρίασης ολοκλήρωσε λέγοντας, θυμάμαι ακριβώς τη διατύπωση, ότι συνιστούσε σε όλα τα νοσοκομεία την εφαρμογή αυτής της διατροφής χωρίς λίπη και χωρίς βιταμίνες. Δεν υπήρξε γραπτή διαταγή, αλλά ήταν ξεκάθαρο ότι αυτή ήταν η επιθυμία του. Είχα την εντύπωση ότι η εφαρμογή αυτή της διατροφής είχε σαν στόχο τον θάνατο των μη παραγωγικών ασθενών κι έτσι να υποκατασταθούν οι μεταφορές. Εγώ ο ίδιος δεν επέβαλα ποτέ ένα τέτοιο διαιτολόγιο στο νοσοκομείο μου».
Νταχάου10Ο ίδιος διευθυντής συμπληρώνει την μαρτυρία του λέγοντας ότι κατ’ αυτόν, έτσι κι αλλιώς οι δυσχέρειες προμηθειών εξαιτίας του πολέμου, δεν έδειχναν την αναγκαιότητα αυτού του διαιτολογίου, το οποίο είχε σαν αποτέλεσμα μόνο να δώσει ένα θανατηφόρο χτύπημα στην υγεία των ασθενών.
Στα νοσοκομεία όπου εφαρμόστηκε αυτό το «διαιτολόγιο», η διεύθυνση αποφάσιζε για το ποιοί ασθενείς έπρεπε να διατραφούν κατ’ αυτόν το τρόπο. Η εφαρμογή του μέτρου ελεγχόταν από την διοίκηση.
Ένας νοσοκόμος διηγείται, παραθέτω: «Σ’ ότι αφορά αυτό το διαιτολόγιο στο νοσοκομείο μας, μπορώ να μιλήσω για ένα γεγονός που γνωρίζω από μια μαγείρισσα. Μια μέρα υπήρχαν στην κουζίνα δύο κατσαρόλες γεμάτες κρεατόσουπα. Η μαγείρισσα παρακάλεσε τον Διοικητικό διευθυντή να δώσει τη σούπα στους ασθενείς που υπόκειντο στο διαιτολόγιο, γιατί ούρλιαζαν από την πείνα. Ο διευθυντής μπήκε τότε φωνάζοντας με μανία ότι άξιζε καλύτερα να πεταχτεί η σούπα στα σκουπίδια, παρά να δοθεί στους ασθενείς που ακολουθούν το διαιτολόγιο Ε».
Κατά το 1944, μια καινούργια μορφή ευθανασίας άρχισε να εφαρμόζεται σε μερικές κλινικές. Μια νοσοκόμα του Kaufbeuren καταθέτει, παραθέτω: «τον Απρίλιο του 1944, αποσπάστηκα στο Kaufbeuren και παρουσιάστηκα στον τότε αρχίατρο, ο οποίος με δική του πρωτοβουλία είχε ζητήσει από το Βερολίνο ενισχύσεις σε νοσοκόμες προκειμένου να συνεχίσει την ευθανασία όπως μου εξήγησε με το ίδιο του το στόμα. Μου είπε ότι υπήρχαν πολλοί ασθενείς βαριά άρρωστοι κι ότι η δουλειά μου ήταν να δίνω φάρμακα σ’ αυτούς τους ασθενείς, με δική του ευθύνη. Μου ήταν προφανές εξαιτίας της δουλειάς μου ότι η χορήγηση αυτών των φαρμάκων είχε σαν στόχο τον θάνατο των ασθενών. Το εξέλαβα ωστόσο σαν βοήθεια στον θάνατο ή σαν λύτρωση ενός ετοιμοθάνατου. Ανέλαβα τη διεύθυνση του τμήματος κι έπαιρνα πότε από τον διευθυντή και πότε από τον διοικητικό επιθεωρητή την εντολή να προχωρώ σε ευθανασίες. Από το καλοκαίρι του 1944 ως την άνοιξη του 1945, διακόσιοι σαράντα πέντε ασθενείς πέθαναν. Οι ασθενείς έπαιρναν Luminal, Véronal ή Morphine-Scopolamine σε υγρή μορφή. Ο αριθμός των δόσεων κι η ποσότητα είχαν αφεθεί στη κρίση μου. Ο υπεύθυνος γιατρός ήθελε ωστόσο να επιβλέπει την αγωνία του κάθε ασθενή και με ρωτούσε συχνά τι ακριβώς του είχα δώσει. Αυτά τα φάρμακα προκαλούσαν έναν ύπνο βαθύ, σαν από μολύβι, από τον οποίο ο ασθενής δεν ξυπνούσε καθόλου. Ο θάνατος καμιά φορά ερχόταν πολύ γρήγορα, μέσα στη πρώτη μέρα, το πιο συνηθισμένο ωστόσο μέσα στις δυο-τρεις επόμενες μέρες. Τα απαραίτητα φάρμακα της ευθανασίας μου τα έδινε με τα ίδια του τα χέρια ο διευθυντής».
Νταχάου9Μπορούμε να υπολογίσουμε σε περισσότερους από σαράντα χιλιάδες τους ασθενείς που μέχρι τη συνθηκολόγηση του 1945, υπέκυψαν σ’ αυτόν τον άγριο τρόπο «ευθανασίας». Συνολικά, περισσότεροι από εκατό χιλιάδες άνθρωποι δολοφονήθηκαν μ’ αυτόν τον τρόπο σε διάστημα έξι χρόνων.
Πώς είναι δυνατό να συνέβη αυτό;
Τί μπορούμε να κάνουμε με την κληρονομιά εκείνων που σήκωσαν στους ώμους τους την ευθύνη τέτοιων πράξεων;
Πώς για παράδειγμα ο προκάτοχός μου στο Kaufbeuren μπόρεσε να κάνει ένα τέτοιο πράγμα; Ήταν ένας πολύ ονομαστός ψυχίατρος. Είχε ολοκληρώσει μία αξιόλογη εργασία κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του τριάντα, για να κάνει πιο ανθρώπινη τη κλινική, κι αυτό με την εφαρμογή θεραπευτικής αγωγής, κατά τον Simon, εφαρμόζοντας την περίθαλψη σε οικογενειακό περιβάλλον. Ήταν η μέθη της εξουσίας ή η παθολογική υπερεκτίμηση της ίδιας του της αξίας ή ήταν ακόμα η περιφρόνηση για τις διαφορές του Άλλου; Ήταν όλα αυτά που αποτέλεσαν τη θεμέλια βάση της εθνικοσοσιαλιστικής ιδεολογίας;
Αμέσως την επομένη της λήξης του πολέμου, ο προκάτοχός μου δήλωνε τα παρακάτω, που παραθέτω λέξη προς λέξη: «Η ευθανασία των ψυχασθενών έγινε με βάση ένα διάταγμα του Führer. Το διάταγμα αυτό δεν αποτελούσε μόνο ένα καταναγκαστικό δεδομένο, αλλά ήταν επιπλέον ένα υποχρεωτικό καθήκον. Το διάταγμα είχε ισχύ νόμου. Κατά τη διάρκεια σαραντατριών χρόνων, υπήρξα δημόσιος υπάλληλος και ως τέτοιος έπρεπε να υποτάσσομαι στους νόμους και τους ισχύοντες κανονισμούς. Ενεργούσα με καλή πίστη και μέσα στην απόλυτη πεποίθηση ότι εκτελούσα το χρέος μου για την εφαρμογή του Νόμου και της Δικαιοσύνης. Ξέρω ότι πρόκειται για ένα πρόβλημα αμφισβητούμενο. Αλλά ποιό ερώτημα που αφορά την ύπαρξη δεν αμφισβητείται; Σε κάθε περίπτωση, ό,τι έκανα δεν το έκανα με την πρόθεση να διαπράξω έγκλημα, εντελώς το αντίθετο. Το έκανα σίγουρος με την συνείδησή μου, ότι ενεργούσα με ευσπλαχνία προς τα δυστυχισμένα πλάσματα, με την πρόθεση να τα λυτρώσω από την δυστυχία τους, μια δυστυχία για την οποία δεν υπήρχε σωτηρία με τα μέσα που γνωρίζουμε σήμερα• κι αυτό με συναίσθηση ότι ενεργούσα με όλους τους ενδοιασμούς και τη συνείδηση ενός γιατρού. Μόνον αυτός που σ’ όλη τη διάρκεια μιας ιατρικής καριέρας αφιερωμένης στη φροντίδα ψυχασθενών, μόνον αυτός έχει γνωρίσει τον αποτροπιασμό αυτής της κατάπτωσης στην κλίμακα του ζώου, σ’ εκατοντάδες εκατοντάδων περιπτώσεων, μόνον αυτός λοιπόν είναι σε θέση να καταλάβει ότι η εφαρμογή της ευθανασίας δεν είναι αντίθετη προς το αξίωμα της ανθρωπότητας, το αντίθετο μάλιστα».
Γνωρίζουμε σήμερα ότι υπήρξε έντονη αντίσταση στο πρόγραμμα της ευθανασίας. Έτσι, ορισμένοι γιατροί αρνήθηκαν να καταγράψουν τους ασθενείς τους στο Βερολίνο, χωρίς ωστόσο να διατρέξουν οι ίδιοι προσωπικό κίνδυνο. Γνωρίζουμε επίσης ότι μέσα στα ίδια τα νοσοκομεία και κυρίως από το θεραπευτικό προσωπικό, έγιναν πολλαπλές προσπάθειες να κρύψουν τους ασθενείς και να τους στείλουν στα σπίτια τους.
Νταχάου1Η ευθανασία δεν είναι καθόλου ένας ωραίος θάνατος, όπως θα ήθελε να υποδηλώσει τ’ όνομά της. Έχουμε εκθέσεις του θεραπευτικού προσωπικού, μετά τον πόλεμο, πως οι ασθενείς πέθαιναν με απάνθρωπο και βάναυσο τρόπο. Ξεφυλλίζοντας τους φακέλους των δολοφονημένων ασθενών, διαπιστώνει κανείς σε ποιο σημείο, αντίθετα με προγενέστερες σημειώσεις, έπαψαν να περιγράφουν την προβληματική των περιπτώσεων με επιστημονική γλώσσα. Ούτε πλέον ψυχοπαθολογικές αναλύσεις, ούτε προσπάθειες κατανόησης της προβληματικής του κάθε ασθενή, επανατοποθετώντας την μέσα στη δυναμική του προσωπικού του ιστορικού και του κοινωνικού του περιβάλλοντος. Αντίθετα, βλέπει κανείς μια συχνά βίαιη αξιολόγηση της συμπεριφοράς του. Μάταια ψάχνουμε μέσα στους φακέλους φράσεις συμπόνιας κι ελέους που υποτίθεται ότι ήταν τα κίνητρα των υπευθύνων για την ευθανασία. Και είναι ακριβώς η ανάγνωση αυτών των φακέλων που μου έδειξε ότι οι υπεύθυνοι της ευθανασίας δεν ήταν πρόσωπα που παρεκτράπηκαν κι οι οποίοι θα μπορούσαν να είχαν ενεργήσει υποκινούμενοι από ηθικά κίνητρα, όποια κι αν είναι η αξιολόγηση που κάνει κανείς σ’ αυτά, ακόμη κι αν αυτά τα κίνητρα μας είναι απολύτως ακατανόητα.
Η ευθανασία, έτσι όπως εφαρμόστηκε τότε, δεν έχει τίποτα να κάνει μ’ αυτό που εμείς σήμερα αντιλαμβανόμαστε με τον όρο. Δεν επρόκειτο καθόλου για οίκτο, για συμπόνια, για λύτρωση αλλά για σκέτη εξόντωση ανδρών και γυναικών χωρίς δυνατότητα άμυνας, οι οποίοι δεν συνέπιπταν στη διαστρεβλωμένη εικόνα που είχαν τότε για τον άνθρωπο.
Πώς έξυπνοι άνθρωποι, διαφοροποιημένοι, που όλοι τους περιγράφουν σαν αφοσιωμένους γιατρούς, πώς αυτοί οι άνθρωποι μπόρεσαν να κάνουν αυτά τα πράγματα;
Η Hanna Ahrend κατά τη διάρκεια της δίκης του Eichmann κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Eichmann ήταν για όλους ένας φυσιολογικός άνθρωπος. Μίλησε για χυδαιότητα, για το αρχέτυπο του Κακού κι έριξε την ευθύνη στο ολοκληρωτικό σύστημα.
Ο ολοκληρωτισμός αφαιρεί κάθε υπευθυνότητα από τους υποκείμενους σ’ αυτόν. Όπως γράφει ο Bettelheim, ένα τέτοιο σύστημα διαφθείρει τους ανθρώπους, με την ελπίδα ότι μέσα σ’ αυτό μπορεί κανείς να κερδίσει τόσο την εσωτερική όσο και την εξωτερική ειρήνη. Αυτή η αίσθηση ασφάλειας που δίνει μια ολοκληρωτική κοινωνία κατακτιέται μέσα από τον θάνατο της ψυχής του ατόμου.
Τα ψυχιατρεία όπως τα περιγράφει ο Goffman, είναι ολοκληρωτικοί θεσμοί, μέσα στους οποίους αντανακλώνται πτυχές ολοκληρωτικών συστημάτων. Αυτό διευκόλυνε την επιμέρους αναπαραγωγή αυτού που συνέβη στο επίπεδο ολόκληρου του Ράιχ.
Το να έρθω αντιμέτωπος μ’ αυτά τα γεγονότα, δεν με βοήθησε να τα καταλάβω, όμως το να μιλήσω ανοιχτά είναι ένα σημαντικό βήμα για την αποστασιοποίηση απ’ αυτά, και ταυτόχρονα η απαραίτητη προϋπόθεση για μια καινούρια ψυχιατρική χωρίς τέτοιες εξουσίες.

Τετράδια
ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗΣ
Περιοδική έκδοση της Επιστημονικής Ένωσης του ΨΝΑ
Ιούλης – Αύγουστος – Σεπτέμβρης 1994 » Τεύχος N0 47
✓ ΙΔΙΟΚΤΗΤΗΣ: ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ, ΨΝΑ
✓ ΕΚΔΟΤΗΣ- ΥΠΕΥΘΥΝΗ ΣΥΝΤΑΞΗΣ :ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΜΑΤΣΑ,
✓ Συντακτική Επιτροπή: X. Πανέτας, Γ. Τριαντάφυλλου, Β. Κοντόπουλος, Δ. Σακκάς, Αυγή Αθανασάκη, Β. Μαρίνος, Γ. Σαραντόγλου, Κ. Χαραλαμπάκη, Κ. Μάτσα
✓ Επιστημονική Επιτροπή: Γ. Αλεβίζος, X. Βαρουχάκης, Π. Βαχτσεβάνος, Π. Βαρδής, Δ. Γκαρέλης, Κ. Γουλής, Γ. Γουρνάς, Κ. Δημακοπούλου, Εύη Ζαχαρακοπούλου, Ν. Ζαχαριάδης, Α. Κρυστάλλης, Ν. Κατσάνου, Σ. Καπετανάκης, Κ. Κατσίκης, Κ. Κόντης, I. Αεοντόπουλος, Σ. Μανωλόπουλος, Β. Μαγγανά-Μαραγκόνι, Α. Μιχαλακέας, Δ. Νικολόπουλος, Α. Νικητόπουλος, Π. Πολύχρονης, Δ. Περάκης, Δ. Σαραντίδης, Σ. Τσιτουρίδης, I. Τσιάντης, Θ. Τζαβάρας, I. Χατζηαντωνίου.
Τα άρθρα που δημοσιεύονται απηχουν τις απόψεις των συγγραφέων τους.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s