Θέατρο

«Ο Πρωτομάστορας», τραγωδία, Νίκος Καζαντζάκης

Ο Πρωτομάστορας2(απόσπασμα)…

ΜΑNΑ — Η Γυναίκα πού τόνε πλάνεψε και δεν τον αφήνει να κοιμηθεί όλη νύχτα. Αυτή πρέπει να σκοτωθεί και να λείψει για να λευτερωθούν τα μπράτσα τού Πρωτομάστορα και να μην τρέμουνε όταν χαράζουνε το σχέδιο τού γιοφυριού…

ΤΡΑΓΟΥΔ.— Μάνα! έλεος! Σκληρά ’ναι τα λόγια σου, σαν το γραφτό της Μοίρας!

ΜΑΝΑ — Και πρέπει να σκοτωθεί απόψε, πριν να βασιλέψει ό ήλιος! ’Αλλιώς τη νύχτα θα ’χομε πάλι αφανισμούς και σύγκλυσες! Κι όχι όπου λάχει, μα στα θεμέλια τού γιοφυριού αγκωνάρι να χτιστεί… ’Απάνω στο κορμί της μόνο θα σιδεροχτιστεί γιοφύρι!

ΣΜΑΡΑΓΔΑ [ένα βήμα προχωρεί κατάχλωμη και σαν αντίλαλος μιλεί]. — ’Απάνω στο κορμί της μόνο θα σιδεροχτιστεί γιοφύρι, Μάνα;

ΜΑΝΑ [με πικρότατη θλίψη], — Ναι, παιδί μου.

ΧΟΡΟΝ ΓYΝ. [φρίσσουν]. — Ποιά να ’ναι! Ποιά να ’ναι!
— Ω! ποιανής το αίμα θα χαρούνε τα πελέκια!

Ο ΠρωτομάστοραςΑΡΧΟΝΤΑΣ — Πες τ’ όνομά της, Μάνα!

ΣΜΑΡΑΓΔΑ — Μην την ακούς, Πατέρα μου! Μην την ακούς!

ΑΡΧΟΝΤΑΣ [ ξεφεύγει από το αγκάλιασμα της Σμαράγδας, με προσταγή]. — Πες τ’ όνομά της!

ΜΑΝΑ —Εγώ δεν κάνει να το πω ! Πρέπει ό ίδιος ο Πρωτομάστορας, ή μονάχη της αυτή να σού το μολοήσουν! Για να ’χει αξία, πρέπει με τη δίκιά τους τη θέληση να γίνει ο σκοτωμός! [Στο κοριτσάκι πού την τραβά]. Πάμε παιδί μου… Πάμε! [Προχωρεί… Ξάφνου γυρίζει και λέει στον Πρωτομάστορα]. Α! Πρωτομάστορα! Πρωτομάστορα! Σκίσε τα στήθια σου και βγάλε την καρδιά σου και βάλε την θεμέλιο στο γιοφύρι, αν θες να στερεώσει. Τίποτ’ άλλο δεν έχω να σου πω! [στους χορούς]. Τίποτ άλλο δεν έχω να σας πω! [φεύγει].

[Σιγή φριχτή. ‘Ο ’Άρχοντας προχωρεί προς τις γυναίκες και κοιτάζει. «Όλες αποτραβιούνται και τρέμουν. Είναι, αλήθεια, ένας αητός απάνω σε περιστέρια].

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝ.— Ώ ω! Η Μοίρα, η Μοίρα απλώνει απάνω από τα κεφάλια μας τα φτερά της, σα φτερά όρνιου αρπαχτικού! H Μοίρα, η Μοίρα είναι από πάνω μας και διαλέγει!

ΑΡΧΟΝΤΑΣ — Ποιά είναι; Κάπου εδώ θα ’ναι! Ποιά τρέμει πιο πολύ;

[Ό Άρχοντας πάει κ’ έρχεται και τις κοιτάζει. Ξάφνου στον Πρωτομάστορα].

ΑΡΧΟΝΤΑΣ — Πρωτομάστορα! [σιγή] Δε μιλείς; Α! δε θες να μολοήσεις! [σιγή, έπειτα σα να πήρε μίαν απόφαση και στρέφεται στους θεριστάδες] Να πάει ένας να μηνύσει, όλου του χωριού οι κοπελιές να ’ρθουν εδώ! Πες τους πώς έχουμε πανηγύρι και ξεφάντωμα. [φεύγει ένας θεριστής] Και γρήγορα! Πριν να βασιλέψει ο ήλιος ! Άκουσες τη Μάνα; Η νύχτα δεν πρέπει να μάς βρει χωρίς το σκοτωμό! [φεύγει τρεχάτος ό θεριστής. Ό Άρχοντας στον Πρωτομάστορα απειλητικά:] Πρωτομάστορα! Σκέψου! Αν δε μολοήσεις τη φταίχτρα, απάνω σε σέ τον ίδιο θα βάλω τα θεμέλια! Σκέψου! [στους χορούς] Σκεφτείτε και σεις όλοι! Ως να γυρίσω από το γιοφύρι, να ’χετε αποφασίσει να μου την μαρτυρήσετε! Α! δε θα χαθούμε εμείς και τα παιδιά μας για το χατίρι μιας ξετσίπωτης και ντροπιασμένης! Όχι!… [φεύγει.. Στρέφεται στη Σμαράγδα και λέει της τρυφερά] Και συ, Σμαράγδα μου, πήγαινε στο σπίτι!

ΣΜΑΡΑΓΔΑ— Όχι, πατέρα μου… Θέλω να μείνω… Άφησε με να μείνω!

ΤΡΑΓΟΥΔ.— [απελπισμένος] Σμαράγδα! Σμαράγδα ! Γιατί δε φεύγεις;…

INTERMEZZO
[Δεν κατεβαίνει η αυλαία. Μεταξύ α’ και β’ πράξης μεσολαβεί το intermezzo αυτό. Έρχονται οι γύφτισσες χορεύτριες με ντέφια, νταούλια, χαλκάδες. Δύο ημιχόρια].

Α’ ΗΜΙΧΟΡΙΟ [σωριάζονται κάτω και θρηνούν].
Ωϊμένα! Ωιμέ! Τα χέρια σου, Πρωτομάστορα, τα δυνατά σου χέρια, πού θένε να μαλάξουν, σαν απαλό κερί, στις φούχτες τους τη Μοίρα, λιγοθυμούν σα θυμηθούνε το σχήμα των στηθιών, της γλυκιάς – γλυκιάς Γυναίκας, Ωϊμένα! Ωϊμέ!

Β’ ΗΜΙΧΟΡΙΟ [χαρούμενο, γοργά χορεύει].
Βαθιά το αλέτρι της αγάπης, οργώνει τα κορμιά μας κι όλες οι πίκρες σπέρνονται, γεννοβολούν, θεριεύουν και τρώνε μας την καρδιά! Κ’ εμείς πεθαίνομε-πεθαίνομε από τον πόνο και σκύφτομε και λέμε: [σταματούν σα λιγωμένες από τη γλύκα] Γλυκύτερο πράμα δεν υπάρχει από τον απάνω κόσμο! Γλυκύτερο πράμα δεν υπάρχει από τον απάνω κόσμο !

Α’ ΗΜΙΧΟΡΔΙΟ [Πετιέται πάνω και χορεύει]

— Μην ακούς! Μην ακούς, Πρωτομάστορα! Λύσε από τη μέση σου τη ζώνη της αρρώστιας! Ξέπλεξε από το λαιμό σου τα χέρια της Γυναίκας, τα χέρια της Γυναίκας πού σε γλυκοτραβούνε στον γκρεμό! Εσύ ’σαι Πρωτομάστορας! Εσύ δεν ήρθες στη ζωή για να χαρείς, μονόρθες για να χτίσεις!

Β’ ΗΜΙΧΟΡΙΟ
—Χαχαχά! ‘Όλα τα γιοφύρια, όλα τα γιοφύρια δεν αξίζουν ένα φιλί απάνω στο στόμα! Α! και τα δύο μου τα χέρια απλώνω κ’ ευλογώ και προσκαλώ το να ’ρθει το κρίμα, πού μας σφιχταγκαλιάζει και μάς ρίχνει κάτω και μάς χαίρεται απάνω στα κρεβάτια τα ζεστά!

[Οι ΚΟΠΕΛΕΣ του χωριού, πού ακούνε τις γύφτισσες ξαφνιασμένες και κόκκινες].

— Ω μην το λες! ώ! μην το λες! Πόσο γλυκεία ’ναι η ’Αγάπη, όταν της παραστέκει η χάρη του Θεού! Πέφτει απάνω στα κορμιά μας, ως πέφτουνε τα πρωτοβρόχια απάνω στη δικασμένη γης! Τέτοια, Παρθένα, τέτοια αγάπη χάρισέ μου!

[Γυρίζουν από το γιοφύρι οι άντρες. Έχουν έρθει κι άλλοι].

ΧΟΡΟΣ ΑΝΤΡΩΝ [θριαμβευτικά].
— Άλάφρωσα! άλάφρωσα! Φοβήθηκα μια στιγμή και είπα: Είναι μεγαλύτερος από μένα! Άλάφρωσα! Όλοι, το βλέπω τώρα, ωσάν τ’ αστάχια γέρνομε ανήμποροι μπροστά στο δρεπάνι της Μοίρας!

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
— Κ’ υστέρα όλοι, μικροί μεγάλοι, απάνω σ’ άλλο πέφτομε δρεπανοθερισμένοι, στα χωματένια αλώνια του αφέντη μας του Χάρου!

ΧΟΡΟΣ ΑΝΤΡΩΝ
— Η Μοίρα περνά από πάνω μας και τρέμομε όλοι — σαν τα καλάμια το δειλινό!

ΧΟΡΟΣ ΓΥΝΑΙΚΩΝ
— Η Μοίρα περνά από κάτω μας και πίσω και μπροστά μας, σα θάλασσα φουρτουνιασμένη, το μεσονύχτι, κ είμαστε βάρκες χωρίς φως, χωρίς τιμόνι, χωρίς κουπιά.

ΤΡΑΓΟΥΔΙΣΤΗΣ
— Ω Ήλιε, πού χαμοπετάς αίματολαβωμένος κι όπου – όπου πέφτεις, ώ Ήλιε, τί έργα φριχτά απόψε θα χρυσώσεις!Ο Πρωτομάστορας1

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s