Διήγημα

Ηλίας Βενέζης Οι γλάροι

ΑνθολογίαTο νησάκι που βρίσκεται στα βορεινά της Λέσβου, ανάμεσα Πέτρα και Μόλυβο, είναι γυμνό και έρημο. Δεν έχει όνομα, κι οι ψαράδες που δουλεύουν σ’ εκείνες τις θάλασσες το λένε απλά έτσι: «Το νησί». Δεν έχει μήτε ένα δέντρο, εξόν από θάμνους. Τρία μίλια μακριά, τα βουνά της Λέσβου συνθέτουν μια ήρεμη αρμονία από γραμμή, από κίνηση και χρώμα. Πλάι σ’ αυτή τη σπατάλη, το γυμνό νησί με την αυστηρή γραμμή του φαίνεται ακόμα πιο έρημο. Σα να το είχε ξεχάσει ο Θεός όταν έχτιζε τις στεριές κι έκανε τις θάλασσες στις εφτά πρώτες μέρες του κόσμου.
Μα απ’ τούτη τη γυμνή λουρίδα της γης μπορείς να δεις, το καλοκαίρι, τον ήλιο να πέφτει μέσα στο ατελείωτο πέλαγο. Τότε τα χρώματα βάφουν τα νερά, κι’ ολοένα αλλάζουν, κάθε στιγμή, σα να λιώνουν μες στ’ αλαφρά κύματα. Όταν τα βράδια είναι πού καθαρά, μπορείς να ξεχωρίσεις τα βουνά του Άθω να βγαίνουν μέσα απ’ το πέλαγο και, σιγά, πάλι να σβήνουν μαζί με τη νύχτα που έρχεται. Αυτή την ώρα ο μπάρμπα-Δημήτρης, ο μοναχικός κάτοικος του έρημου νησιού, θα κάμει την τελευταία κίνηση που τον ενώνει με τους ανθρώπους και με τη ζωή:

θ’ ανάψει το φως στο φάρο. Το φως θ’ αρχίσει ν’ ανάβει, να σβήνει, πάλι, πάλι, στο ίδιο διάστημα, αυστηρά, αναπόφευκτα, όπως οι σκοτεινές δυνάμεις της ζωής, η μοίρα του ανθρώπου, ο θάνατος.

Ο γέρο –φαροφύλακας τράβηξε τη βάρκα στον άμμο. Τη σιγούραρε καλά, μην τυχόν τη νύχτα γυρίσει ο καιρός και φουσκώσουν τα νερά. Την κοίταξε για τελευταία φορά, πριν πάρει το δρόμο για το φάρο.

Το λιμάνι στο Κατάκολο-Λοιπόν, πάει κι’ αυτό το ταξίδι…, λέει σιγά. Το λέει μοναχός και σωπαίνει. Το ταξίδι αυτό, στην αντικρινή στεριά, γίνεται μια φορά το μήνα. Πηγαίνει για τις προμήθειές του, για το αλεύρι, το λάδι και για τα γεννήματα που του χρειάζονται. Στην αρχή, σε κάθε ταξίδι, έμενε όλη τη μέρα στο χωριό. Μιλούσε με παλιούς του φίλους, μάθαινε νέα για τη χώρα, για τον κόσμο, αν ο άνθρωποι ήταν σε πόλεμο για είχαν ειρήνη. Ο τελωνοφύλακας του έδινε το μισθό του.

– Λοιπόν, και τον άλλο μήνα με το καλό, μπάρμπα-Δημήτρη.

Ο γέρος κουνούσε το κεφάλι του κι ευχαριστούσε.

– Με το καλό, αν θα ’χουμε ζωή, παιδί μου.

DSC01848Τις άλλες ώρες, ώσπου να γυρίσει στο «νησί του», τις περνούσε ανεβαίνοντας στη μικρή Παναγιά, στο βράχο με τα εκατό σκαλιά, να κάμει την προσευχή του. Σταύρωνε τα χέρια του μπροστά στο παλιό εικόνισμα, χαμήλωνε το κεφάλι και προσευχόταν για τα δυο αγόρια του που χάθηκαν στην καταστροφή της Ανατολής, για τους άλλους ανθρώπους, τελευταία για τον εαυτό του.
– Αν ζούνε, προστάτευέ τα, παρακαλούσε για τα παιδιά του. Φύλαγέ τα από θυμό κι από κακή ώρα. Φύλαγε τα απ’ το μαχαίρι…

Μουρμούριζε τους χαιρετισμούς, ό,τι άλλο ήξερε από προσευχή, και τα γερασμένα του πόδια έτρεμαν.

– Κι’ εμένα, καιρός πια είναι να ξεκουραστώ…, έλεγε και βούρκωναν τα μάτια του.

Κατέβαινε τα εκατό σκαλιά κάθε φορά με πιο αλαφρή καρδιά. Στο δρόμο στεκόταν και κοίταζε τα παιδάκια που παίζαν. Τον ξέραν όλα, και σαν τον βλέπανε βάζαν τις φωνές:

– Μπαρμπα-Δημήτρη! Μπαρμπα-Δημήτρη!

Τους αγόραζε φουντούκια και τους τα μοίραζε, κι εκείνα φώναζαν χαρούμενα:
-Μην αργήσεις να ξανάρθεις, παππούλη! Μην αργήσεις!

christostsantis.comΈτσι γινόταν σε κάθε ταξίδι κάθε φορά. Μα όσο τα χρόνια περνούσαν, τόσο ξεσυνήθιζε με τους ανθρώπους. Η ερημιά ολοένα τον κυρίευε, μέρα με τη μέρα, τον απορροφούσε, σα να στάλαζε μες στην ύπαρξή του τη φοβερή της δύναμη. Σε κάθε ταξίδι λιγόστευε, όσο μπορούσε, τον καιρό που έπρεπε να μείνει στο χωριό για τις δουλειές του.

Έκοψε και το ανέβασμα στην εκκλησιά του βράχου.

-Συγχώρεσέ με γιατί πια δε μπορώ, έλεγε στο Θεό, σα να είχε κάμει καμιά αμαρτία. Παντού μπορώ να σε παρακαλώ για να βλέπεις πόσο είμαι αδύναμος.

Κι όταν γύριζε στο νησί του, ύστερα από κάθε ταξίδι, έμενε πολύ αργά τη νύχτα, κάτω από τα άστρα, να προσεύχεται.

Δε ρωτούσε πια νέα, τι γίνεται στον κόσμο. Δεν ήξερε τίποτα. Όλος ο κόσμος στένευε, μέρα με τη μέρα, γύρω στο έρημο νησί, κι’ έκλεινε με το βαθύ πέλαγο και με τα χρώματα, σαν έγερνε ο ήλιος.christostsantis.com

Οι τελευταίοι σύντροφοι που άλλαζε πότε-πότε καμιά κουβέντα μαζί τους ήταν ψαράδες που, σα δεν τους έπαιρνε ο καιρός, άραζαν για λίγο στο νησί του. Μέναν εκεί στην ακρογιαλιά, όπου ερχόταν να σβήσει να σβήσει το κύμα, και λέγαν για τα βάσανά τους και για τη μοίρα τους. Πολλές φορές ξενυχτούσαν εκεί. Τότε, στις μακριές ώρες ώσπου να χαράξει, όταν οι άλλες κουβέντες τέλειωναν, ερχόταν και η επίσημη ώρα για τα δυο παιδιά του.

– Ποιος το ξέρει…, του λέγαν οι ψαράδες. Μπορεί να ζούνε και να ’ρθουν, μπαρμπα-Δημήτρη. Έτσι σαν τους γλάρους σου που γύρισαν.

Δε μιλούσε, δε σάλευε, τα ήμερα μάτια του μένανε στυλωμένα στο βάθος της νύχτας.
– Ναι, μπαρμπα-Δημήτρη, σαν τους γλάρους σου. Έτσι μπορούν να γυρίσουν και να ’ρθουν. Μην απελπίζεσαι.

Οι ψαράδες, τότε, μ’ αυτή την αφορμή, φέρναν την κουβέντα στους γλάρους του γέρου.
– Αλήθεια, του λέγανε, πώς μπόρεσες να τους μερώσεις μπάρμπα-Δημήτρη;

 Πουθενά δεν ακούστηκε να μερώνουν οι γλάροι…

– Έτσι είναι, παιδιά μου, μουρμούριζε αυτός. Όλα μερώνουν εδώ κάτου. Μονάχα  ο άνθρωπος…

οι μέρες μαςΤον ρωτούσαν να τους πει πάλι την ιστορία με τους γλάρους, μ’ όλο που την ξέραν κι όλοι όσοι ζούσαν στην αντικρινή στεριά. Τα είχε βρει μικρά, μες στους βράχους, δυο γλαρόπουλα αμάλλιαγα ακόμα. Ήταν χειμώνας τότε, τα λυπήθηκε και τα κουβάλησε στο καλύβι του, πλάι στο φάρο. Τα κράτησε και τα μεγάλωσε, ταΐζοντάς τα μικρά ψάρια που έπιανε το δίχτυ του. Μια μέρα του ήρθε η ιδέα να τους βγάλει από ένα όνομα.

«Έ, λοιπόν, εσένα θα σε λέμε…»

Μες στις αναμνήσεις του, μες στην καρδιά του, κείνη την ήμερη ώρα τριγυρίζανε τα δυο παιδικά πρόσωπα, τον καιρό που ήταν πολύ μικρά και τα φώναζε.
«Λοιπόν…, εσένα να σε λέμε Βασιλάκη, είπε στο ένα πουλί. Κι εσένα να σε λέμε Αργύρη…»

Έτσι, από τότε άρχισε να τα φωνάζει με τα ονόματα των παιδιών του. Κι’ οι γλάροι σιγά-σιγά τα συνηθίσανε.

Σα μεγάλωσαν κι’ ήρθε η άνοιξη, ένα πρωί σκέφτηκε πως είναι αμαρτία να έχει σκλαβωμένα τα πουλιά. Αποφάσισε να τα λευτερώσει. Άνοιξε το μεγάλο καλαμένιο κλουβί κι’ έπιασε πρώτα το ένα πουλί. Το κράτησε μες στα δυό του χέρια, το χάιδεψε. Αισθανόταν την καρδιά του να είναι πολύ αλαφρή.

«Άιντε, λοιπόν, Βασίλη!» είπε στο πουλί, και άνοιξε τα χέρια του να το αφήσει να φύγει.

Το πουλί πέταξε, έφυγε.Ψυχόδραμα

Έβγαλε και το άλλο, το χάιδεψε σαν το πρώτο, το άφησε κι’ αυτό. Όλα ήταν ήμερα κείνη τη μέρα, και η νύχτα που ήρθε ήταν ήμερη. Μονάχα που αισθανόταν να είναι ακόμα πιο έρημος.

Το ίδιο βράδυ είχε αποτραβηχτεί νωρίς, όταν άκουσε στο μικρό παράθυρο της καλύβας αλαφριά χτυπήματα. Πλησίασε και κοίταξε. Δεν το πίστευε. Πετούσε απ’ τη χαρά του σα να ήταν τα παιδιά του που γύριζαν.

Άνοιξε την πόρτα να μπουν μέσα οι γλάροι.

Από τότε αυτό γινόταν: Τα πουλιά έφευγαν το πρωί ταξιδεύανε ως τις αντικρινές στεριές της Ανατολής, ως πέρα στο Σιγρί, και τα βράδια γύριζαν. Έκαναν κοπάδι μαζί με άλλους γλάρους, και πολλές φορές πετούσαν πάνω απ’ το ερημονήσι. Αν ήταν χαμηλά, ο γέρος μπορούσε να τους ξεχωρίζει απ’ τα σταχτιά σημάδια που είχαν κάτω απ’ τις φτερούγες. Σαν έβγαινε με τη βάρκα κι’ αυτοί τριγύριζαν εκεί σιμά, χαμήλωναν και τσίριζαν από πάνω του. Τους είχαν μάθει κι’ οι άλλοι ψαράδες στα μέρη εκείνα. Και σαν τους βλέπανε φώναζαν γελώντας:

– Έ, Βασίλη!… Έ, Αργύρη!…

christostsantis.comΈτσι περνούσαν οι μέρες στο ερημονήσι. Η μια, η άλλη, αυτή που πέρασε, αυτή που θα ’ρθει. Μια αδιατάραχτη σειρά από μέρες και νύχτες που δεν είχαν τίποτα να περιμένουν, άλλο από το θάνατο.

Μια βραδιά του καλοκαιριού έγινε κάτι ασυνήθιστο. Οι γλάροι δε γύρισαν. Μήτε την άλλη μέρα φάνηκαν, μήτε την άλλη νύχτα.

– Μπορεί να ταξίδεψαν μακριά, συλλογίστηκε ο γέρος για να ξεγελάσει την ανησυχία του.

Το άλλο πρωί, όπως συνήθιζε, κάθισε στο πεζούλι του φάρου. Κοίταξε το πέλαγο. Μια στιγμή του φάνηκε πως η θάλασσα αυλακωνόταν, κανένα μίλι μακριά, σα να περνούσαν δελφίνια και παίζαν. Πολλές φορές έβλεπε στ’ ανοιχτά να περνούν δελφίνια. Τα παρακολουθούσε να γράφουν τις αργές κινήσεις τους όξω απ’ το νερό, πάλι να πέφτουν.

DSC01751

– Δελφίνια θα είναι και τώρα.

Μα σε λίγο είδε καθαρά πως δεν ήταν.

– Άνθρωποι είναι! Είπε ξαφνιασμένος.

Κατέβηκε στο ακρογιάλι και περίμενε. Σε λίγο ξεχώρισε πως ήταν ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Κολυμπούσαν πλάι-πλάι, με αργές κινήσεις, γεμάτες βεβαιότητα. Και το μικρό κύμα έκλεινε πάνω στο αυλάκι που άφηναν.

– Τι να θέλουν;

Δε θυμόταν άλλη φορά να είχαν έρθει κατά κει για κολύμπι άνθρωποι. Κι ύστερα, δε φαινόταν εκεί γύρω καμιά βάρκα απ’ όπου να είχαν πέσει.

Σε λίγη ώρα είχαν φτάσει.

Τα δυο βρεμένα κορμιά τινάζονται απ’ τη θάλασσα στ’ ακρογιάλι.

Το αγόρι κοιτάζει το κορίτσι μες στα μάτια και τεντώνει τα χέρια του ψηλά.
– Αχ! Λέει παίρνοντας βαθιά ανάσα. Τι καλά που ήταν!

Ύστερα τρέξαν προς το φαροφύλακα.

– Εσύ ’σαι ο μπαρμπα-Δημήτρης; Λέει το αγόρι.

Έστεκε με χαμηλωμένο το κεφάλι, γεμάτος συστολή, αντίκρυ στο γυμνό σώμα  του κοριτσιού που έλαμπε μες στον πυρόν ήλιο.

– Εγώ είμαι, λέει με ταραχή.

Άρχισαν ν’ ανεβαίνουν προς το φάρο.

Περπατούσε πρώτος, τα παιδιά ακολουθούσαν. Δε θα ήταν το καθένα  περισσότερο από δεκαοχτώ, δεκαεννιά χρονώ. Κι’ εκείνος βάδιζε μπρος, και τα χρόνια βάραιναν στους ώμους του, σα να του ζητούσαν την ευθύνη γιατί δεν τα’ άφηνε πια, να ξεκουραστούν.

Κάθισαν στο πεζούλι του φάρου. Μπροστά τους το Αιγαίο ακύμαντο, ο ήλιος έτρεμε πάνω του.

– Από πού έρχεστε; Ρώτησε ο γέρος.

– Σπουδάζουμε στην Αθήνα, είπε το κορίτσι. Εγώ σπουδάζω χημικός κι ο φίλος μου στο Πολυτεχνείο.

– Α, αλήθεια!… μουρμουρίζει ο γέρος χωρίς να καταλαβαίνει.

– Έχεις πάει καμιά φορά στην Αθήνα, παππούλη; Ρωτά το κορίτσι.

– Όχι. Ποτές.

– Θα το ήθελες τώρα;

Η φωνή του είναι σιγανή, μόλις ακούγεται.

– Όχι, παιδί μου. Τώρα είναι αργά.

– Θα είσαι πολύ μονάχος εδώ, παππούλη.

– Είμαι πολύ μονάχος, παιδί μου.

DSC01803Σώπασαν. Πέρασε λίγη ώρα. Ψηλά πέρασε ένα κοπάδι γλάροι. Ο γέρος σηκώνεται και μπαίνει στο καλύβι να φέρει γλυκό. Απ’ το μικρό παράθυρο μπορεί να βλέπει τα δυό παιδιά, έτσι που είναι ξαπλωμένα. Στα κορμιά τους και στα πρόσωπά τους τρέμουν ακόμα στάλες απ’ τη θάλασσα. Ο ήλιος τα έχει ψήσει αλύπητα, είναι κει σα δυό αγάλματα από μπρούτζο που τα ξέβρασε το πέλαγο – μια θεότητα της υγείας και μια θεότητα της νεότητας. Τα μαύρα μαλλιά του κοριτσιού πέφτουν πάνω στους ώμους του, και στα μεγάλα μαύρα μάτια του σαλεύει βαθύ φως. Το αγόρι ανασηκώνεται και σκύβει σ’ αυτό το πρόσωπο που το αγιάζει το βαθύ φως. Το κοιτάζει σα ναρκωμένος, ύστερα απλώνει σιγά τα χέρια του να το χαϊδέψει.

– Χρυσούλα…, μουρμουρίζει μονάχα το όνομά της, και τα χείλια του τρέμουν από συγκίνηση.

Τα μεγάλα μαύρα μάτια σηκώνουνται. Μένουν μια λίγη στιγμή ακίνητα, στυλωμένα στο πρόσωπο του αγοριού. Ύστερα μπλέκει τα χέρια της στο κεφάλι του και τον φιλά θερμά.

Έτσι απλά και ήμερα είναι όλα στο ερημονήσι αυτή την ιερή ώρα. Έτσι ήμερα είναι μες στην καρδιά του γέρου ανθρώπου. Είναι πλημμυρισμένος, τούτο το καλοκαιρινό πρωινό, είναι βουρκωμένος. Αυτή η απρόοπτη τρυφερότητα που ήρθε να ταράξει την ερημιά του, τα ακίνητα νερά…

– Παππούλη, νάρθουμε κι’ εμείς μέσα; Του φωνάζει το κορίτσι.

– Έρχουμαι εγώ, έρχουμαι! Λέει ταραγμένος.

Τους έφερε γλυκό, αμύγδαλα, κρύο νερό.

– Δεν έχω τίποτα άλλο…, μουρμουρίζει σα να θέλει να τον συγχωρέσουν.

– Κάθισε, κάθισε παππούλη, – τον πιάνει το κορίτσι απ’ το χέρι να καθίσει πλάι του.
Κάθισε.
– Ελάτε και αύριο, τους λέει δειλά. Θα ψαρέψω για σας τη νύχτα.

– Αύριο φεύγουμε, απαντά το κορίτσι με λύπη. Κρίμα, τόσες μέρες που ήμαστε εδώ να μην ερχόμαστε! Είσαι πάντα έτσι έρημος, παππούλη;

– Πάντα, παιδί μου.

– Ά, τώρα καταλαβαίνω τι ήταν οι γλάροι…, μουρμουρίζει το αγόρι.

– Ναι, παιδί μου, αυτό είναι. Η ερημιά.

– Θα πρέπει να τους συγχωρέσεις, παππούλη, λέει πάλι το αγόρι σε λίγο. Αν ήξεραν δε θα το έκαναν ποτέ.

Ο γέρος δεν καταλαβαίνει. Στέκει με απορία.

– Για ποιους λες, παιδί μου;

– Γι’ αυτούς που σκότωσαν τους γλάρους σου λέω, μπαρμπα-Δημήτρη. Είναι φίλοι μας.

Καταλαβαίνει τα γόνατά του να τρέμουν, η καρδιά του χτυπά.
– Τους σκότωσαν είπες;

– Ά, δεν το ήξερες ακόμα;

Το παιδί δαγκάνει τα χείλια του, μα είναι αργά. Του λέει την ιστορία: Πώς κυνηγούσαν, όλη η νεολαία, ύστερα κατέβηκαν στην ακρογιαλιά, οι δυό γλάροι χαμήλωσαν απ’ το άλλο κοπάδι, ο φίλος τους τράβηξε πάνω τους για να δοκιμάσει. Ύστερα, κάτι ψαράδες εκεί σιμά, γνώρισαν τις σταχτιές φτερούγες.
Ο γέρος ακούει, ακούει, – δεν είναι τίποτα, δυο γλάροι ήταν.

– Δεν ήξεραν, παππούλη…, λέει με θερμή φωνή το κορίτσι, συγκινημένο απ’ τη βουβή λύπη που βλέπει στο γερασμένο πρόσωπο. Δεν ήξεραν…

Κι’ εκείνος κουνά μόλις, αργά, το κεφάλι του, συγκατανεύοντας:

– Ναι, ναι, παιδί μου. Δε θα ήξεραν…

Αρκετή ώρα πέρασε.

– Πρέπει να φύγουμε, λέει το αγόρι.

Το κορίτσι σηκώνεται.

– Να φύγουμε.

Πηγαίνουν μπροστά, ο γέρος έρχεται λίγο πίσω τους. Φτάσαν στην ακρογιαλιά.

– Σε χαιρετούμε, παππούλη, λέει πρώτο το κορίτσι.

Πιάνει το χέρι του σκύβει να το φιλήσει. Κι’ αυτός της χαϊδεύει τα μακριά μαλλιά.

– Να σας βλογά ο Θεός, μουρμουρίζει συγκινημένος.

Έφυγαν. Παρακολουθεί πολλή ώρα το μικρό αυλάκι που κάνουν τα κορμιά τους στη θάλασσα. Ώσπου όλα σβήνουν απ’ τα μάτια του. Και το πέλαγο είναι πάντα έρημο και ατελείωτο.

Νυχτώνει. Έχει καθίσει στο πεζούλι, οι ώρες περνούν. Όλα περνούν απ’ τα θολωμένα μάτια του: τα μικρά του τα χρόνια, τα παιδιά που μεγάλωσε και χάθηκαν, οι άνθρωποι που τον πικράνανε. Όλα περνούν κι όλα σβήνουν. Και τα δυό παιδιά που φιληθήκανε εδώ στον ίδιο τόπο, λίγες ώρες πριν. Κι’ ένα κοπάδι γλάροι που πετούν ψηλά. Δυό γλάροι έχουν σταχτιές φτερούγες. Κι’ αυτοί περνούν και χάνουνται. Δεν είναι πια να γυρίσει τίποτα. Έχει χαμηλώσει το κεφάλι, και τα δάκρυα στάζουν στην ξερή γη. Από πάνω του το φως του φάρου ανάβει, σβήνει, πάλι, πάλι, στο ίδιο διάστημα, αυστηρά και αναπόφευκτα, όπως οι σκοτεινές δυνάμεις της ζωής, η μοίρα του ανθρώπου, ο θάνατος.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s