Ψυχολογία

Ρατσισμός και αντισημιτισμός (1). Θάνος Λίποβατς

Η έννοια της «ράτσας» και η Βιολογική, Κοινωνικο-οικονομική, Ψυχολογική, Πολιτισμική και Ψυχαναλυτική ερμηνεία του ρατσισμού.
«Τετράδια Ψυχιατρικής», τ. 47, 1994.

1. Η έννοια της «ράτσας».

Οι έννοιες ράτσα και ρατσισμός είχαν (και έχουν) στον 20ο αιώνα διαφορετικές σημασίες. Για να τις κατανοήσει κανείς ορθά πρέπει να διαφοροποιήσει τη «ράτσα» από άλλους τύπους ανθρώπινης «ομάδας» και τον ρατσισμό από άλλους τύπους απόρριψης του άλλου. Η λέξη «ράτσα» προέρχεται από τα ισπανικά raza και τα πορτογαλικά raca (13ος αιώνας) : και στις δύο γλώσσες σχηματίστηκε από τα αραβικά όπου RAS σημαίνει κεφάλι. Στις αραβικές νομαδικές φυλές ο καθένας δίνει μεγάλη σημασία στη γνώση της «καθαρής» φυλετικής του καταγωγής που, οφείλει να τη θυμάται απ’ έξω, να την έχει μέσα στο «κεφάλι» του. Η παραδοσιακή αυτή γνώση (προφορική) καθορίζει τη θέση, τα δικαιώματα, τα προνόμια και τις υποχρεώσεις του καθενός μέσα στη φυλή (που αποτελεί το ευρύ πλέγμα συγγενειών κάθε ατόμου), η οποία έχει ένα αρχηγό («κεφάλι») και ξεχωρίζει από όλες τις άλλες φυλές (που έχουν ένα άλλο «κεφάλι»). Έτσι ο καθένας έχει μια συλλογική ταυτότητα, που αντιστοιχεί στο επίπεδο της ακόμα αδιαφοροποίητης ατομικότητας.

χίτλερΑρχικά πρέπει κανείς να ξεχωρίσει την κοινωνιολογική σημασία της λέξης από τη βιολογική. Στη βιολογία, η ράτσα ως παραλλαγή ενός είδους, ορίζεται από έναν ορισμένο αριθμό κοινών χαρακτηριστικών γονιδίων που αναπαράγονται κληρονομικά από γενιά σε γενιά, και κάθε ανάμειξη των γονιδίων μπορεί να οδηγήσει εντός ορισμένων ορίων, σε καινούργια ράτσα. Εδώ ισχύουν δύο βασικοί κανόνες: από τη μια, η διασταύρωση των παραλλαγών ενός είδους εμπλουτίζει το «κεφάλαιο των γονιδίων» με καινούργιες δυνατότητες, ενώ η καθαρή αναπαραγωγή των ίδιων ιδιοτήτων αποκτάει μόνον τότε μια σημασία όταν ο άνθρωπος θέλει ν’ αναπτύξει μονομερώς ορισμένες ιδιότητες ενός είδους για λόγους χρησιμότητας.

Το ανθρώπινο είδος homo sapiens (ο «γνωρίζων άνθρωπος») αποτελεί ένα είδος που εμφανίστηκε μια φορά μόνο, πιθανόν στην περιοχή των μεγάλων λιμνών της Αφρικής (Κένυα, Ουγκάντα, Τανγκανίκα). Η υπόθεση της «μονογένεσης» είναι σήμερα η μόνη γενικώς παραδεκτή υπόθεση, ενώ στο παρελθόν είχε υποστηριχθεί και η άποψη της «πολυγένεσης», δηλ. της πολλαπλής προέλευσης των ανθρώπων. Αλλά όλες οι εξωτερικές διαφοροποιήσεις των ανθρώπων προήλθαν από την προσαρμογή τους σε διαφορετικές κλιματικές συνθήκες καθώς και από τις μετακινήσεις τους σε διάφορες γεωγραφικές κατευθύνσεις.

Διαβάζουμε στη χαρακτηριστική αφίσα του 1938 :  «60.000 μάρκα είναι το ποσό που κοστίζει στην λαϊκή κοινότητα, στη διάρκεια της ζωής του , αυτό το άτομο που πάσχει από κληρονομική μειονεξία. Αγαπητέ συμπολίτη αυτά είναι και δικά σου χρήματα.

Διαβάζουμε στη χαρακτηριστική αφίσα του 1938 :
«60.000 μάρκα είναι το ποσό που κοστίζει στην λαϊκή κοινότητα, στη διάρκεια της ζωής του , αυτό το άτομο που πάσχει από κληρονομική μειονεξία. Αγαπητέ συμπολίτη αυτά είναι και δικά σου χρήματα.

Η προσπάθεια ταξινόμησης των ανθρώπινων φυλών (στη βιολογική ορολογία χρησιμοποιούμε τη λέξη «φυλή» ως συνώνυμη με τη λέξη ράτσα) έχει γίνει όλο και πιο περίπλοκη, στο βαθμό που αυξήθηκε ολοένα ο αριθμός των κριτηρίων.

Στον 19ο αιώνα η ταξινόμηση άρχισε με το χρώμα του δέρματος και συνέχισε με διάφορα μορφολογικά χαρακτηριστικά (μορφή της μύτης, του προσώπου, των μαλλιών, του κρανίου, κτλ.) ενώ στον 20ο αιώνα προστέθηκαν και βιοχημικά στοιχεία, όπως οι ομάδες αίματος, οι ιδιομορφίες της γεύσης, κτλ. Αν λάμβανε κανείς υπ’ όψη του τουλάχιστον 20 από αυτές τις μεταβλητές, τότε θα κατέληγε σε 1 εκατομμύριο ράτσες. Τελικά ο αριθμός τους κυμαίνεται σε «λογικά πλαίσια» ανάμεσα σε 6 και 40, ανάλογα με τους συγγραφείς.

Ιδιαίτερα το χρώμα του δέρματος δεν αποτελεί ασφαλές κριτήριο, γιατί υπάρχουν πολλές αποχρώσεις άσπρου, κίτρινου και μαύρου. Βασικά υπάρχουν 3 μεγάλες ασιατικές, 4 ευρωπαϊκές, και τουλάχιστον 10 μαύρες ράτσες, ενώ οι Εβραίοι δεν αποτελούν μία ράτσα, αλλά τουλάχιστον 4.

ναζί 2Το πρόβλημα ξεκίνησε ιστορικά από την παραδοχή της «αιτιότητας» ανάμεσα σε σωματικά και σε πνευματικά ή ηθικά χαρακτηριστικά, καθώς και από την παραδοχή μιας «ιεραρχίας» ανάμεσα στις ράτσες. Ακόμη και σήμερα ορισμένοι εμπειρικοί ερευνητές εξακολουθούν να ερμηνεύουν με αφελή τρόπο στατιστικούς πίνακες, χρησιμοποιώντας αμφίβολες κατηγορίες. Π.χ. στην ψυχολογία, χρησιμοποιώντας για παιδιά διαφορετικών κοινωνικών στρωμάτων ταυτόσημα τεστ, τα οποία ευνοούν εκ των προτέρων ένα ορισμένο μόνο στρώμα, και ορίζοντας την αμφίβολη, μονομερή έννοια της «διανοητικότητας» μέσω του IQ.

Στην πραγματικότητα δεν υπάρχουν ανώτερες και κατώτερες ράτσες αλλά σε κάθε ανθρώπινη ομάδα υπάρχουν άτομα με λιγότερες ή περισσότερες ικανότητες προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση, και μόνον οι εκάστοτε συνθήκες του πολιτισμού (συμβολικής, ιστορικής και όχι βιολογικής, φυσικής προέλευσης) προωθούν ή φρενάρουν αυτές τις ιδιότητες.

χρυσ. ΑυγήΕδώ πρέπει να αναφερθεί για πρώτη φορά η στάση του ρατσιστή: ο ρατσιστής αγνοεί θεληματικά και ολοκληρωτικά τους ορισμούς της ράτσας σύμφωνα με περιγραφικά, εξωτερικέ (φυσικά) κριτήρια, γιατί πιστεύει σε μια έννοια της «ράτσας» που ορίζεται αποκλειστικά από κοινωνικό-πολιτιστικούς παράγοντες, όπως «οι Νέγροι» ή «οι Εβραίοι».

Ο ρατσιστής (με τη μοντέρνα σημασία της λέξης) πιστεύει επίσης ότι τα διανοητικά/ηθικά χαρακτηριστικά μιας ορισμένης ομάδας ανθρώπων είναι ομοιογενή για όλα τα άτομα που την αποτελούν και ότι είναι το άμεσο αποτέλεσμα κληρονομικών φυσικών/βιολογικών χαρακτήρων. Εδώ η «ράτσα» είναι μια μυθική έννοια με κοινωνιολογική σημασία: τα στοιχεία της είναι η πίστη σε μια κοινή προέλευση των μελών της «ράτσας» και η εχθρότητα απέναντι στην ξένη, «άλλη ράτσα». (Στο εξής αναφερόμαστε στην ιστορική έννοια της ράτσας και θεωρούμε περιττά τα εισαγωγικά: η αδιαφοροποίητη χρήση της έννοιας «ράτσα» δεν είναι αθώα, γιατί προϋποθέτει ότι αυτή «υπάρχει» αλλά εδώ έγκειται το πρόβλημα – η «ράτσα» με την έννοια του ρατσιστή δεν «υπάρχει»).

Ο ρατσιστή έχει εκ των προτέρων μια γνώμη (προκατάληψη) για το ποιός είναι ο «φίλος» και ποιός ο «εχθρός», έτσι ώστε είναι πολύ δύσκολο να τον αντικρούσει κανείς με επιχειρήματα, εφόσον πρόκειται για ένα θέμα πίστης και όχι γνώσης. Σύμφωνα με τ’ αποτελέσματα της εμπειρικής επιστήμης είναι ωστόσο γνωστό ότι:

1) λιγότερο από 1% των γονιδίων καθορίζουν βιολογικά τη ράτσα και

2) ότι οι πνευματικές/πολιτισμικές ικανότητες των ατόμων δεν είναι κληρονομικές, αλλά εξάρτιονται από πολιτισμικούς παράγοντες. Όμως σε όλες αυτές τις περιπτώσεις πρέπει να είναι κανείς προσεκτικός και ακριβής με τις έννοιες «φύση» και «πολιτισμός». Αυτό γιατί έχουν διαφορετικά νοήματα, είναι πολυσύνθετες κι έχουν μια ιστορία, έτσι ώστε σε μια συζήτηση μπορεί εύκολα να δημιουργηθεί σύγχυση μέσα από την «καλόπιστη» χρήση τους (δηλ. την απρόσεκτη χρήση τους).

 2. Βιολογική ερμηνεία του ρατσισμού.

 Σαζ 4Η βιολογική ερμηνεία  βασίζεται στην παρατήρηση ότι η επιθετική απόρριψη του άλλου, όπως και ο φόβος απέναντί του, συναντώνται σε όλους τους λαούς, έτσι ώστε αυτή η στάση δικαιώνει την υποθετική ύπαρξη ενός επιθετικού «ενστίκτου» στον άνθρωπο όπως και στα ζώα. Τονίζοντας μονομερώς τα κοινά στοιχεία με τα ζώα, και παραμελώντας τα μη κοινά στοιχεία του πολιτισμού και της ανατροφής, αυτή η άποψη μπορεί να οδηγήσει στη θέση ότι ο ρατσισμός είναι ένα έμφυτο, αιώνιο στοιχείο της ανθρώπινης «φύσης», έτσι ώστε αυτή η «αναγκαιότητα» δεν μπορεί να μεταβληθεί κάτω από ιστορικές αλλαγές.

Η αντίθετη θέση δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι τα στοιχεία της επιθετικότητας στον άνθρωπο μπορούν ή πρέπει να εκλείψουν. Σημαίνει απλώς ότι αυτά δεν παραμένουν αναλλοίωτα, ούτε ποσοτικά ούτε ποιοτικά και η εμμονή σε αυτά τα στοιχεία δεν σημαίνει ότι οφείλεται σε ένα «ένστικτο», το οποίο όπως ξέρουμε δεν ορίζει τη δράση των ανθρώπων. Για ν’ αποφύγει κανείς μια αναγωγική, απλουστευτική ερμηνεία, πρέπει να δει τον άνθρωπο μέσα από τη σύνθετη φύση του ως σώμα και πνεύμα, πράγμα που έχει ουσιαστικές συνέπειες και για το σώμα και για το πνεύμα.

θηριωδίες των ναζίΥπάρχουν δύο είδη επιθετικότητας: 1) ενστικτώδης αντίδραση  σε άμεση απειλή της ζωής ενός ατόμου, 2) αυθαίρετη και θεληματική επίθεση ενάντια σε άλλους ανθρώπους, χωρίς να υπάρχει άμεσος λόγος. Ο ρατσισμός αφορά μόνον  τη δεύτερη περίπτωση που είναι ιστορικής φύσης. Αυτό γιατί μόνον ο άνθρωπος σκοτώνει τον συνάνθρωπό του χωρίς αποχρώντα λόγο: είναι το μόνο είδος στο οποίο ένα άτομο εξοντώνει το άλλο. Όπως αναφέραμε και πιο πάνω, δεν σημαίνει ότι κάθε εθνοκεντρική απόρριψη του άλλου, του ξένου, οδηγεί αναγκαστικά και στο ρατσισμό. Η απόρριψη είναι φαντασιακής, ναρκισσιστικής προέλευσης και υπάρχει πάντα ως τάση αλλά για να μεταβληθεί σε ρατσισμό χρειάζεται ακόμα και μια ορισμένη κοινωνική πίεση και ορισμένα σχήματα σκέψης.

 3. Κοινωνικο-οικονομική ερμηνεία του ρατσισμού.    

Η κοινωνικο-οικονομική ερμηνεία υπερτονίζει μονομερώς τις κοινωνικο-οικονομικές «επιδράσεις» πάνω στους ανθρώπους και στα παιδιά: φταίνε οι «απογοητεύσεις» και οι «στερήσεις» που υφίσταται ένα υποκείμενο, που το αναγκάζουν δήθεν να βρει ρατσιστικές διεξόδους και «αποζημιώσεις». Το πρόβλημα βρίσκεται εδώ στην αδιαφοροποίητη χρήση της έννοιας «περιβάλλον». Πριν απ’ όλα, όταν οι κοινωνιολόγοι και οικονομολόγοι μιλάνε για την «επίδραση» της κοινωνίας πάνω στα άτομα, ξεχνούν ότι πρόκειται για μια κοινωνία εργασίας η οποία επιδρά πάνω σε ενήλικες. Αλλά η βασική διαμόρφωση του ψυχισμού έχει ήδη γίνει πριν, στη διάρκεια των πρώτων πέντε ετών της ζωής, σε μια εποχή όπου η εργασία δεν παίζει κανένα ρόλο για το υποκείμενο αλλά μόνο το παιχνίδι.

ναζί 4Για πολλούς μαρξιστές κοινωνιολόγους ο ρατσισμός αποτελεί ένα είδος ιδεολογίας, δηλ. μιας αναγκαστικά ψευδούς συνείδησης, η οποία έχει σκοπό τη συγκάλυψη των σχέσεων κυριαρχίας και τη μετάθεση των πραγματικών στόχων του κινήματος χειραφέτησης σε λανθασμένη κατεύθυνση. Όμως αυτή η ορθολογιστική θεωρία δεν είναι ικανοποιητική γιατί δεν εξηγεί την ειδοποιό διαφορά του ρατσισμού και την ευκολία με την οποία οι μάζες επανειλημμένα ενστερνίζονται τέτοιες ιδεολογίες και μύθους. Η έννοια «αναγκαστικά ψευδής συνείδηση» είναι ελλιπής γιατί τονίζει μόνο την συνείδηση και όχι το Ασυνείδητο, που είναι η πραγματική πηγή αυτών των φαινομένων. Τονίζοντας τη συνείδηση δίνει βάρος μονομερώς στο συνειδητό συμφέρον των κρατούντων να διαδώσουν μια ιδεολογία που τους «συμφέρει», όμως εδώ οι διαδικασίες γίνονται ασυνείδητα.

Πέραν αυτών, όταν οι οργανωμένες μάζες ξεπερνούν αυτήν την ιδεολογία, δεν παύουν πάντα να είναι επιρρεπείς σ’ αυτήν και διχασμένες, γι’ αυτό είναι υποχρεωμένες να κάνουν συνεχή προσπάθεια για να ξεπεράσουν αυτές τις φαντασιώσεις. Σ’ αυτό δεν φταίει το «σύστημα», το σύστημα ευνοεί απλώς ορισμένες προϋπάρχουσες τάσεις του ψυχισμού. Ο ρατσισμός απέναντι στους μαύρους στις ΗΠΑ ή ο αντισημιτισμός στη δεκαετία του 1920-1930 στην Ευρώπη, αποτελούσαν σίγουρα μια μετάθεση των ορθών στόχων της εργατικής τάξης σε φαντασιακούς στόχους. Ποιά όμως είναι η βαθύτερη αιτία αυτού του φαινομένου;

χρυσή αυγήΟι κοινωνιολόγοι βρίσκουν κατά προτίμηση την εξήγηση στο γεγονός ότι οι ρατσιστές είναι «απογοητευμένοι» και «αποτυχημένοι» άνθρωποι εξαιτίας της εκμετάλλευσης ή της πτώχευσης και γι’ αυτό αντιδρούν επιθετικά ενάντια σ’ ένα μυθικό εχθρικό αντικείμενο. Η θεωρία αυτή της απογοήτευσης δεν λαμβάνει υπ’ όψη της ούτε την ιστορική-πολιτιστική διάσταση ούτε την υποκειμενική-ασυνείδητη διάσταση.

Ο ρατσισμός δεν είναι η μόνη, αναγκαστική μορφή κοινωνικής επιθετικότητας: γιατί δεν γίνονται όλοι ρατσιστές κάτω από τις ίδιες αρνητικές συνθήκες διαβίωσης;

Από την άλλη, ο ρατσισμός δεν εξαφανίζεται όταν «εξηγήσει» κανείς ορθολογικά στα πλήθη την προέλευση του από κοινωνικούς και οικονομικούς παράγοντες. Ιδιαίτερα, ο ίδιος ο τρόπος της ορθολογικής εξήγησης σαν τέτοιας, δεν φτάνει για το ξεπέρασμα του ρατσισμού.  Πρέπει δε να τονιστεί ότι:

–         η ρατσιστική μυθολογία είναι αδιάρρηκτα δεμένη με μια πολιτιστική παράδοση, η οποία καθορίζει ορισμένες αξίες και κανόνες,

–         οι ρατσιστικές θεωρίες κινητοποιούν τις ασυνείδητες φαντασιώσεις των ανθρώπων, ανεξάρτητα από, και παρ’ όλη την επίσημη δημοκρατική ιδεολογία των σύγχρονων δημοκρατιών.

Η έννοια της ιδεολογίας δεν μπορεί να συλλάβει την ιδιαιτερότητα του ρατσισμού, γιατί εξ ορισμού αναφέρεται μόνο στους μηχανισμούς παραγνώρισης του εγώ των ανθρώπων στο παρόν, συγκεκριμένα στις θεωρίες που «δικαιολογούν» τον φιλελεύθερο καπιταλισμό, καθώς και την ελεύθερη μισθωτή δύναμη εργασίας. Η ιδεολογία δεν εξηγεί ό,τι ξεπερνάει αυτό το πλαίσιο. Ο ρατσισμός και ο αντισημιτισμός δεν είναι αναγκαίοι για τον φιλελεύθερο καπιταλισμό, ο οποίος ιδεοτυπικά προϋποθέτει το κράτος Δικαίου και τη δημοκρατία. Ο ρατσισμός και ο αντισημιτισμός είναι η διπλή βαριά κληρονομιά της παραδοσιακής κοινωνίας πριν από τον καπιταλισμό: τη δουλοκτησία και τον αποκλεισμό των αλλοθρήσκων. Αυτό το βεβαρυμμένο παρελθόν ενός συγκεκριμένου συστήματος οικονομικής και πνευματικής κυριαρχίας δεν εξαφανίσθηκε με την εμφάνιση του φιλελεύθερου καπιταλισμού αλλά προσαρμόσθηκε σ’ αυτόν. Η δουλοκτησία στις νότιες πολιτείες των ΗΠΑ ήταν πρακτικά αναγκαία για την πρώτη φάση της εκβιομηχάνισης της Αγγλίας, όπως ο αποκλεισμός των Εβραίων ήταν πρακτικά αναπόφευκτος για την πρώτη φάση της οικοδόμησης του εθνικού κράτους στην Αγγλία και τη Γαλλία το Μεσαίωνα. Αργότερα, στις αρχές του 19ου αιώνα τόσο η δουλοκτησία όσο και ο αποκλεισμός των Εβραίων έγιναν περιττός και αντέφασκε στο πρόγραμμα του ανεπτυγμένου καπιταλισμού. Εδώ άρχισε ο μοντέρνος ρατσισμός και ο αντισημιτισμός: προήλθαν από την φαντασιακή συνέχιση ξεπερασμένων σχέσεων κυριαρχίας. Έτσι η πολιτιστική παράδοση του παρελθόντος έπαιξε ένα μεγάλο ρόλο εδώ. Μένει να εντοπιστεί το ενδοψυχικό στοιχείο της ασυνείδητης προδιάθεσης ορισμένων ατόμων για το ρατσισμό.

Eπιμέλεια: Χρήστος Τσαντής

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s